Αι Γυναίκαι

[i]ΝΙΚΟΣ ΑΣΑΝΣΕΡΙΤΗΣ[/i]

[center][size=14][b]Αι Γυναίκαι[/b][/size][/center]

[right][i]Μνήμη Σάββα Μουράτογλουυ, του λεοντόκαρδου[/i][/right]

         [size=12]Η καρδιά τση γυναικός; Το θάμα τση φύσης! Και τι δε δύνεται, μαθές, η γυναίκα! Ε, κι άμα βρεθούνε πολλές, κι ενωμένες!

         Αρχίνεψαν εκειές τες ημέρες οπού οι Τούρκοι επολιορκούσανε το Μισολόγγι. Κι έκανε την καταγραφήν ο Ποιητής, οπού τες ήβλεπεν ατός του:[1]
         [i]"...Συχνά ολημερνίς και κάποτε ολονυχτίς, έτρεμε η Ζάκυθο από το κανόνισμα το πολύ. Και κάποιες γυναίκες Μισολογγίτισσες επερπατούσαν τριγύρω γυρεύοντας για τους άντρες τους, για τα παιδιά τους, για τ' αδέλφια τους που επολεμούσανε.

         Στην αρχή εντρεπόντανε νάβγουνε και επροσμέναν το σκοτάδι για ν' απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες. [Και είχανε δούλους και είχανε, σε πολλές πεδιάδες, και γίδια και πρόβατα και βόιδα πολλά].

         Και ακολούθως εβιαζόντανε και εσυχνοτηράζανε από το παρεθύρι τον ήλιο πότε να βασιλέψει για νάβγουνε.

         Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερνίς.

         Και όταν εκουραζόντανε, εκαθόντανε στ' ακρογιάλι κι ακούανε, γιατί εφοβόντανε μην πέσει το Μισολόγγι"[/i].

         Κι αυτό δεν έπεσε έτσι δα. Ετινάχτηκε τ' αψήλου! Μόνο, μετά την 'Εξοδο. Είχανε πέσει οι άπιστοι πα' στον μπαρουτχανέ, να τον αλαφρώσουν από το θησαυρό που μυρίζονταν κρυμμένον. Μέσα δε βρίσκουνταν άλλο από γυναικόπαιδα, με τον Καψάλη. Δηγάται ένας φιλέλληνας:[2]
         [i]"Δεν έκλαιγαν πια εκεί: δεν είχανε τώρα να φοβηθούν κανένα χωρισμό. Ο τάφος κι οι ουρανοί σε λίγο θα τους μαζεύαν ολουνούς. Οι μάνες οι ελληνίδες έσφιγγαν ήρεμα τα παιδιά τους στα στήθια τους απάνου... Μήστητί μου, Κύριε... Η έκρηξη ήτανε τόσο δυνατή που γκρεμιστήκαν και τα γύρω οσπίτια. μεγάλες σκισμάδες ανοίξανε στη γης, αποκάτω τους, κι η θάλασσα σαλτάρησε στη στεριά κι αποσκέπασε έναν ολάκερο μαχαλά... Δύο χιλιάδες βάρβαροι ετιναχτήκανε μαζί με τον Καψάλη".[/i]

         Το Μισολόγγι ήρτε κι εβρόντηξε σακατεμένο κι άψυχο επάνω στα χαλάσματα...[3]

         [i]"Οι μπεντουβίνοι του Ιμπραχίμη... φαίνουνταν παγωμένοι από το φόβο και τη φρίκη. Πένθιμα ρίχναν βλέμματα στο χώμα τ' οργωμένο από τες μπόμπες και θάρρευαν που βρίσκουνταν σε ηφαίστειο, έτοιμο να τους καταπιεί. Στο τέλος, άμα σιγουρευτήκαν πια οι βαρβάροι πως δεν υπήρχε ούτ' ένας Έλληνας μέσ' στην πολιτεία, όταν πια δεν άκουγαν άλλο από τον αχό τω βημάτω τους, εξαναπήραν το χρειαζούμενο θάρρος, ίσα για να εχτελέσουν τες καινούργιες ορδίνιες του αρχηγού τους. Στο κάλεσμά του μαζεύουνται, αρπάζουν αντίς για όπλα τες αξίνες, αρχινάν κι ανασκαλεύουν τα ματωμένα ρέπια τω χτιρίω που 'χουνε σωριαστεί απ' την μπαρούτη... Σαν αγρίμια σκαλίζουνε τη γης για νά βρουν κάνα λείψανο οπού να μην το 'χει κάνει αγνώριστο η έκρηξη. όχι που τους στενεύει η πείνα για να κατασπαράξουν τούτα τ' άνθρώπινα ξεσκλίδια. όχι! Τ' αλατίζουν, τα στοιβάζουνε σ' ένα πλεούμενο, μόνο και μόνο για να τέρψουνε τα μάτια τ' Αφεντός, σα θα ροβολήσουν να τον συχαρούν για τούτο το ευχάριστο το θέαμα οι χριστιανοί ολομεμιάς οι πρεσβευτάδες.

         Κι ενώ αυτείνοι φόρτωναν το καράβι με τα κεφάλια που θα στολίζαν το σαράι του σουλτάνου, όσοι γραικοί είχανε χάσει τη λευτεριά χωρίς να καταφέρουνε ν' απαλλαγούν κι απ' τη ζωή τους, ήταν φερμένοι στα Γιάννινα, στην Πρέβεζα και σ' άλλες πραματευ¬τάρικες πολιτείες της Ήπειρος. Η Ευρώπη ξανάδε στα παζάρια της πολίτες μιανού κράτους λεύτερου, τες γυναίκες τους και τα παιδιά τους, να τα μοστράρουνε για πούλημα, πλάι - πλάι με τα πιο αχαμνά ζωντανά και στην ίδια τιμή με δαύτα".[/i]

         Ετότες εγίνη κλαθμός κι ο δαρμός,[4] οπού τα δόντια σφιμένα μόλις και τον εκράτουν αδάκρυτον κι ανέκραγον. Κι εκεί, στην Πρέβεζα, αναμερίζοντας τα σκυμμένα κεφάλια των απολπισμένων, ο Νικόλαος Πόβιτς ο Κροάτης, 26 χρονώ, ρεϊζης ενού πλεούμενου μικρού, ξεδιάλεξε κι αγόρασε από 'ναν 'Αραβα μπεντουβίνο του Μπραήμη ένα σκλαβωμένο αγγελούδι Μισολογγίτικο.[5] 'Ενας πατριώτης ατό την κλάση των ευγενών, Κορφιάτης αυτός,[6] το είδε το ελληνάκι αργότερα. ενα παιδάκι ζωηρό οπού το κράζανε Τζιοβάννι. Λάμπρος ήτανε βαφτισμένο. το 'χε ανεγνωρίσει η αδερφούλα του, έξη χρονώ κοριτσάκι, περιμαζεμένο αυτό από 'ναν Άγγλο πρόξενο. Το αγοράκι πια δε νόγαγε άλλο από τα σλάβικα.

         Μόνο λίγους μήνες αφόντις εγίνηκε τούτην η πουλησία, [i]"τη ημέρα δεκαεννέα του μηνός Οκτωβρίου... του χρόνου 1826... προς τας ώρας δεκάτη πριν του μεσιμερίου"[/i], ο Βικέντιος Δομενίκου Καλογεράς, Νοτάριος Δημόσιοs Κορυφών (τση Κέρκυρας, που λέμε σήμερις), εκαταδέχτηκε κι ήρτε στρεχτός [i]"εις την δημοσίαν οικίαν απ' έξω της Εμπορικής θύρας της Σπηλεάς"[/i]. Την παλιά βενετσιάνικη καζέρνα -την [i]"δημοσίαν οικίαν"[/i]- κάτου από τη Φορτέτσα Νουόβα, την είχε παραγιομώσει προσφυγιά[7] μισολογγίτικη το Εγγλέζικο Γκουβέρνο του Επτανησιακού Προτεκτοράτου. Λίγα τετράγωνα παρέκει ο Άγγλος Αρμοστής καμάρωνε τ' Ανάχτορά του, τρία χρόνια μόλις τελειωμένα: μεγάλες αίθουσες, πίνακες, βιβλία, βελούδα, φρουρά με λοφία, λιβρέες...

         Οι Μισολογγίτισσες που τον ακαρτερούσαν ανεστατωμένες, τον είδαν το Νοτάριο να κατεβαίνει από την άμαξα, γέρος, ψηλός, σκεβρωμένος από τα χρόνια και τα γράμματα, μ' ένα λεπτό μπαστούνι στο χέρι με μια μεγάλη παλιάν αρχοντική ψάθα στο κεφάλι, φραγκοντυμένος. Εχύθηκαν να τονε βεβαιώσουνε για την ευγνωμοσύνη τους: [i]"Ημεiς απάσαι ελυτρώθημεν εκ των χειρών των Oθομανών"[/i], κατάγραψεν εμβριθώς ο λογιότατος βουτώντας το χηνόφτερο στο μπρούτζινο καλαμάρι που κουβαλούσε στη ζώνη του. [i]"Εδέχθημεν -"μας εδέχτηκαν" ήθελε να πει, τρομάρα του- εις την πόλην ταύτην, χαιρόμεθα καθημερινάς ευεργεσίας της αγαθοεργίας και της φιλανθρωπίας των Χριστιανών, και, το μέγιστον πάντων, εύρομεν εις το έδαφος των Ιωνικών Νήσων πατρικήν φιλοξενίαν"[/i].

         Ξαγορασμένες[8] ήταν οί Μισολογγίτισσες με εράνους μέσ' απ' τα χέρια τ' αγαρηνά, τα 'πίβουλα, τα βρώμια, τα ψαχτερά, τα κολασμένα. Είχανε νιώσει το χνώτο και τον ίδρο, τη μέγγενη και το σπέρμα του χτήνου, τες είχανε ποδοπατήσει με καμάρι οι αφιονισμένοι συλητάδες του Σταβρού, και τώρα δοξάζουν τ' όνομά Του. Ως διακόσα γυναικόπαιδα απαγκιάζουν στην τραχιά καζέρνα: [i]"μητέραις και τέκνα, αδελφοί μετά αδελφών, συγγενείς μετά συγγενών και φίλοι μετά φίλων".[/i] Τα μαυρισμένα μάτια τους ξανοίγουνε φως. Δόξα Σοι ο Θεός, η ελπίς ημών! Δόξα!

         [i]"Αλλά όχι όλαι αι μητέραι εύρον την αυτήν τύχην"[/i], μεταγλωττίζει λογιότροπα τον ξαφνικό λυγμό τους ο απλοϊκός νοδάρος. [i]"Ημείς είχομεν, ναι, τέκνα και ανεψιούς. Αλλά, κατά δυστυχίαν, δεν τους έχομεν πλέον. Και δεν ιξεύρομεν, εάν υπάρχουν μετά των ζώντων ή μετά νεκρών εις Άδην κατέβησαν".[/i]

         Τριανταδυό ψυχές απλώνουν τα χέρια, μαυροντυμένες και δακρυφόρες. Είναι, κορυφαία, η Ελένη Αναστάσενα Κουρκουμέλενα -πούντος ο Αναστάσης της, που χάθηκε στην 'Εξοδο!- κι ακλουθάν η [i]Αικατερίνη Γηάννου Μακρινιότη, Γηανούλα η Γηοργάκενα με τη Σουζάνα τη Γηοργάκενα, η Ζωήτζα του Γηάννου Τζοτζάνη, η Μαρία του Παππά Διαμάντη, η Παγόνα του Κλάρη, η Τασούλα του Γεοργίου Νταημήρη, η Κατερίνη του Φώτου Μπέκιου, η Ελένη του Ζώη...[/i]

         Η κορυφαία μιλεί κι οι άλλες ενώνουνε μαζί της βλέμμα, βηματισμό και βόγγο: [i]"Εξετάζουσαι περί των τέκνων μας και των συγγενών μας,[9] εμάθαμεν ότι κατά τον μήνα Μάιον διέβη εντεύθεν κάποιος Νικόλαος Πόβικ Ιλύριος... όστις είχεν εις το πλοίον του... εν απαλόν βρέφος, μόλις, κατά το φαινόμενον, τριών ετών, ξανθόν και τα μάτια γαλλανά."[/i]

         Εδώ παύει η κορυφαία. Βουβαίνεται ο Χορός. Μένει με το φτερό στον αέρα ο νοδάρος. Και καρτερεί με σέβας.

         "Ημείς απάσαι είχομεν τέκνα και ανεψιούς εις τοιαύτην ηλικίαν. Και με τοιαύτα χαρακτιριστικά...", αποσώνει ο Χορός και το δάκρυ γλιστράει από τες άκρες τω ματιώ, καθώς οι καρδιές ξεχείλισαν οι μαύρες.

         "Διό... εκλέγωμεν διά επίτροπον αντιπρόσωπον ημών τον Ιππέαν Κόντε Ανδρέαν Μουστοξίδην, Κερκυραίον, επ' ελπίδι, έχων τα ίδια σπλάγχνα των συμπατριωτών του, θέλει εκτείνη προς ημάς χείρας παρηγορίας παρακαλών τον... κύριον Πόβικ να αποδώοη εις τας αγγάλας μας το… βρέφος ίνα, εις οποίαν... κατά φυσικόν δεσμόν ανήκει, εύρη ή την μητέραν του ή την θείαν του."

         Κοντεύει να τελειώσει τ' ασυνήθιστο το πλερεξούσο. Ως κι ο νοτάριος ο ίδιος, μ' όλη τη σοφία του και την αταραξία, θα το μολογήσει πως δεν του ξανάτυχε τέτοιο νοδάρικο χαρτίον. Μ' ακόμα δεν έχει πει ο Χορός τον τελευταίο του λόγο. Οι ξεσπιτωμένες, οπού δεν ιξεύρουνε πού θα βρεθούν και πού θα στηριχτούνε, έχουν και τούτο το στερνό για να προστέσουν. Μόνο που δε μιλούνε τώρα ατές τους. μιλεί το αίμα, μιλούν οι αιώνες, το Γένος μιλεί:

         [i]"...Εάν δεν ήναι τέκνον μας, ας το ζητήση ως υιόν της κοινής ημών πατρίδος.[10] Και ας διεγνωρισθή ως χρέος και δίκαιον εδικόν μας να το αναθρέψωμεν ημείς, εις την θρησκείαν και κατά τα έθιμά μας, ταύτα τα αδύνατα μέλη ατύχου λαού κοινής πατρίδος."[/i]

         Τελειώσανε -τα μάτια αδάκρυτα πια, το σαγόνι σφιμένο- οι Μισολογγίτισσες. Η Αρχοντιά τους, που περίσσευε, κι απορημένη η Ιστορία, είχανε συναχτεί σα νεφέλες. τους φίλαγαν τα πόδια.

         Κι άμα ο νοτάριος, συσταζούμενος, τες παρακάλεσε να υπογράψουν, τα χέρια τους συμμαζευτήκαν ευγενικά και με αξιοπρέπεια. [i]"Αι δε γυναίκαι εξεκαθάρισαν πως καμμία των δεν ίξευρε να γράψει.. "[/i][11]

         Η καρδιά τση γυναικός! Το θάμα τση φύσης! Αμή, και το καύχημά τση![/size]

[right][i]Πρώτη δημοσίευση στο π. ΓΙΑΤΙ Σερρών Νοε.-Δεκ. 1992[/i][/right]

-------------------------------------------------------------
[b][u]ΣΗΜΕΙΩΣΟΥΛΕΣ[/u][/b]
    [1] Ο Σολωμός. Ποιος άλλος; Στη "Γυναίκα της Ζάκυθος". Κείνο το Κεφάλαιο "Οι Μισολογγίτισσες", απ' όπου κι αντιγράφω, θα μείνει φαίνεται ανεπανάληπτο σε γλώσσα και σε ύφος μέσα στην πνευματική παραγωγή ετούτου του λαού (βλ. την έκδοση Λίνου Πολίτη από τον "Ίκαρο", 1940, σελ. 46). [i]"Ενα μεσημέρι ακούαμε κανονιές και το αφεντικό εβγήκε έξω από την κάμαρά του και εστάθηκε εις τον λόφο"[/i], εικονογραφεί την ευαισθησία τον Ποιητή μπροστά στο Μεσολογγίτικο δράμα ο οικονόμος του, Λάμπρος Μιχαλόπουλος. [i]"'Επειτα ανασηκώvοντας τα χέρια προς τον ουρανόν εφώναξε δυνατά, μα πολύ δυνατά: -Βάστα, καϋμένο Μισολόγγι, βάστα! Και έκλαιγε σαν το παιδί."[/i] (Κ. Καιροφύλα, Ο άγνωστος Σολωμός, Αθήνα 1927, σελ.167, πρβ. Κ. Μητσάκη, Πορεία μέσα στο χρόνο, έκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1982, σελ. 367 επ.).
    [2] Ο Auguste Fabre (Histοιre du Siege de Missolonghi, Moutardier editeur, Pαris 1827). Η απόδοση εδώ είναι δική μου, όμως το γλαφυρό αυτό βιβλίο ολόκληρο, με εισαγωγή και σχόλια και σε μετάφραση της Ακακίας Κορδόση, το τύπωσε στη μαρτυρική πόλη ο Μεσολογγίτικος εκδοτικός οίκος "Πολύπλευρο" του Νίκου και του Βασίλη Τσαρούχη, στα 1983. Τι ανέλπιστη πρωτοβουλία!
    [3] [i]"Την ημέραν των Βαϊων έκαμαν γιουρούσι στο Μισολόγγι οι ήρωες του Μισολογγιού, σε τόσες χιλιάδες ασκέρι, σε τόσα κανόνια, χαντάκια, καβαλλαριά. εγλύτωσαν δύo χιλιάδες, και το γυναικόπαιδο έγινε θύμα... Μας ήλθε είδησις, ότι το Μισολόγγι εχάθη. Ετσι εβάλαμεν τα μαύρα όλοι, μισή ώρα εστάθη σιωπή που δεν έκρινε (=μιλούσε) κανένας, αλλ' εμέτραε καθένας με τον νουν του τον αφανισμόν μας"[/i], αναθυμάται ο Γέρος του Μοριά (Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντωv της Ελληνικής φυλής, έκδ. Πάπυρος Πρες ΕΠΕ, Αθήναι χ.χ., σελ. 144-145).
    [4] Πρβ. Κ. Βάρναλη, Ποιητικά, Το φως που καίει, Σκλάβοι Πολιορκημένοι, Ποιήματα, [Αθήνα] 1956, εκδ. "ο Κέδρος" & Φ. Δημητρακόπουλου, Ο Νεοελληνισμός στη λογοτεχνία, Αθήνα 1985, εκδ. Επικαιρότητα, 299: [i]"Η Παναγιά [...] κλαίει και δέρνεται"[/i]. Επίσης, [i]"Της Πάργας: [...] Ακούς το θρήνο τον πολύν, οπού βογγούν τα δάση,/ και το δαρμό που γίνεται, τα μαύρα μοιρολόγια[/i] [Νικηφ. Βρεττάκου, Ανθολογία για παιδιά και για νέους, γ΄ έκδ. Κέδρος, [Αθήνα] 1983, 36].- O λαϊκός μεταπλασμός μπορεί να είναι αδυσώπητος για την ετυμολογiα μιας λέξης. Το "θεαθήναι" το αλλάζει σε "θέ Αθήναι", το "σάντουιτς" σε "σαν ντουίτς", το "γκρο μπετόν" σε "υγρό μπετόν", το "εγέρθητι" το μετατάσσει στην τάξη των επιθέτων, το φέρνει οτην ονομαστική του ενικού και το εκτοξεύει σα στρατιωτικό παράγγελμα: "εγέρθητος!". 0 Ανώνυμος της "Ελληνικής Νομαρχίας" -γραμματιζούμενος αρκετά. μην αμφιβάλλεις- χρησιμοποιεί την έκφραση [i]"κλαίει και οδύρεται"[/i], μα δε διστάζει και να εξαμαρτήσει μ’ ένα χαριτωμένο [i]"εν ροπή όφθαλμού"[/i], και μάλιστα δις (βλ. φωτοτυπική επανέκδοση από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, στην Αθήνα 1975, σελ. 213, 37 και 84 αντίστοιχα).
    [5] Τη σκιαγραφία από δω και κάτου τη χρωστάμε στο μεράκι ενός ιστορικού, απόντα πια, του κοσμήτορα τότε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Καθηγητή της Ιστορίας των Νεότερων Χρόνων, Στέφανου Παπαδόπουλου. Ξεφυλλίζοντας τον κατάλογο του Κερκυραϊκού Αρχείου Καποδίστρια ο ευαίσθητος ερευνητής ανακάλυψε ένα φάκελο με αλληλογραφία κυρίως, στα ιταλικά γραμμένη, ανάμεσα στο Βιάρο Καποδίστρια, τον Ανδρέα Μουστοξύδη ("μεγάλο Κερκυραίο ιστορικό, φιλόλογο και πολιτικό"), την Ελληνική Κοινότητα της Βενετιάς, το Γκουβέρνο της και τη Φιλελληνική Εταιρεία της Κέρκυρας. Μαζί με το μοναδικό έγγραφο που ήτανε διατυπωμένο στα ελληνικά, όλην αυτή την αλληλογραφία τη δημοσίεψε ο Καθηγητής στη "Δωδώvη", την Επιστημονική Επετηρίδα της Σχολής (στον τόμο Α' του 1972, στις σελ. 45 επ.), με τον τίτλο "Ενα σκλαβωμένο Ελληνόπουλο από το Μεσολόγγι - Ανέκδοτα έγγραφα". Δεν παρέλειψε, φυσικά, να πλουτίσει το δημοσίευμα με σχόλια και σημειώσεις ενημερωτικές .
    [6] O Ανδρέας Μουστοξύδης. Ο ερευνητής παραθέτει βιβλιογραφία για την εξαιρετική αυτή φυσιογνωμία στη σημ. 2 της σελ. 48 ό.π.π.
    [7] Κοντά έναν αιώνα υστερότερα, στα 1922, το δικό μας το Γκουβέρνο, αμήχανο κι απροετοίμαστο, θα στοίβαζε τσοι πρόσφυγοι απ' τη Μικρά Ασία στες εκκλησιές, στα σκολειά, στες δημόσιες αποθήκες, όπου έβρισκε (βλ. Γιάννη Καιροφύλα, Η Αθήνα του Μεσοπολέμου, έκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1984, σελ. 10-11, 17-18). Κι έβλεπες σε λίγο τες αιτήσες στην "Επιτροπήν επί της ανταλλαγής των Ελληνο-Τουρκικών πληθυσμών" να τες συμπληρώvουν ο κοσμάκης έτσι: "Ονοματεπώνυμον: Κατίνα Γεωργίου Ευσταθίου. Τόπος καταγωγής: εκ Βαϊνδιρίου. Καζάς: Αϊδίν. Σημερινή κατοικία (οδός, συνοικία, πόλις ή χωρίον, υποδιοίκησις ή καζάς, νομός ή σαντζάκιον): Αθήναι, Δημοτικόν Θέατρον. Επάγγελμα: οικιακά". Τι κουρελού δεν είχε κρεμαστεί και τότε στα θεωρεία του θεάτρου για να μοιράσει τους ζωτικούς χώρους των οικογενειών! Στη σελ. 299 ενός εντυπωσιακού βιβλίου, της Μάρτζορι Χαουζπιάν (εκδ. "Βιβλιομεταφραστική", Αθήνα 1972, μετάφραση Θ. Καρζή) με τίτλο "Η Σμύρνη στις φλόγες" ("Τhe Smyrna affair") δημοσιεύεται μια συγκλονιστική φωτογραφία με παραπετάσματα από κουρελούδες και σεντόνια, πάνω από τούτη τη λεζάντα: [i]"Η 'Οπερα της Αθήνας στα 1922, με τα θεωρεία της κατάμεστα από πρόσφυγες. Ακόμα και στη σκηνή και στα σκαλοπάτια κοιμόντουσαν εξαθλιωμένες οικογένειες"[/i]. Τι μιζέρια και τι πόνος, δόλια ρωμιοσύνη!
    [8] Κιόλας απ’ τα 1708 τουλάχιστο, στα Εφτάνησα, υπήρχαν ταμεία ("κάσες") όπου μαζεύονταν παράδες για την εξαγορά συμπατριωτών αιχμαλώτων. Οι Έλληνες στη διαθήκη τους θυμούνταν και κληροδοτούσαν τ' οβολάκι τους. Κεiνη η φοβερή διαθήκη του ρουμελιώτη αγωνιστή, του Δημήτριου Χαριτόπουλου, γραμμένη στες [i]"εφτά Αλωναρίου 1708 εις χωρίο Ζακύνθου Καταστάρι (βλ. τη στη "Νεοελληνική Γραμματική - Ιστορική Εισαγωγή"[/i] του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, έκδ. Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 335-337 και στο δικό μου το "Κληρονoμήστε Ελληνικά!", περ. "Γιατί" Μαρτίου 1989, σελ. 32), αφού σου υγράνει το πρόσωπο και σου φουσκώσει την καρδιά, κλείνει έτσι ακριβώς: [i]"Αφίνω και 'ς τον αδερφό μου Μήτρο να δώση 50 τσεκίνια 'ς την κάσα για ελευθέρωμα σκλάβων, και 10 'ς το οσπιτάλε (=νοσοκομείο), και χωρίς άλλο να το κάμη. Άλλο τίποτι δεν έχω να ειπώ και αυτή είναι η τελεία και υστερινή μου θέλησι"[/i].
    [9] Για δέκα ολόκληρα χρόνια μετά το 1922 η Αναστασία Βαλμά, πρόσφυγα από τη Σμύρνη, κατέβαινε καθημερνά στον Πειραιά από το Βύρωνα για να προϋπαντήσει το γιο της τον "αγνοούμενο" που δεν έλεγε να φανεί στο λιμάνι (κι ούτε που τον άφηνε ο ακατέλυτος ο Χάρος να φανεί επί γης). Τώρα πια μου το δηγάται της κόρης της η ανιψιά, η φίλη μου η Γεωργία Σεραϊδάρη, όπως το άκουγε απ’ τη θεια της.
    [10] Το όραμα του Ανωνύμου της "Ελληνικής Νομαρχίας" από τα 1806. [i]"Ας μάθουν λοιπόν όλοι οι πτωχοί Πατέρες, ότι υπό της ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ (=υπό την δημοκρατίαν) καθ’ εις ημπορεί να ζήση καλά, και χωρίς να είναι πλούσιος... Τα τέκνα όλων είναι της Πατρίδος τέκνα, και αυτή τα ανατρέφει, τα γυμνάζει, και τα προκόπτει..."[/i] (ό.π.π. σελ. 21).
    [11] Και τούτο το εθνικό χαρτί θα το βρεις στη "Δωδώνη" (ό.π.π., σελ. 56-59), τυπωμένο ολόκληρο, κοντά στην ιταλόγλωσση αλληλογραφία, από τον ποτέ Καθηγητή Στέφανο Παπαδόπουλο.

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΔΣΑ
09:55
15/10/19
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
15:00
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
13:40
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
10:20
08/10/19
Η Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας του άρθρου 16 Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013) ανακοινώνει ότι...
Εκδηλώσεις
18:39
07/10/19
Το Ινστιτούτο Διεθνούς και Ελληνικού Αθλητικού Δικαίου (Ι.Δ.Ε.Α.Δ.)  σας προσκαλεί στην ετήσια...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
13:18
04/10/19
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών διοργανώνει Σπουδαστήριο για τον νέο Ποινικό Κώδικα, για ασκούμενους...
Εκδηλώσεις
12:51
02/10/19
  Η PALLADIAN CONFERENCES διοργανώνει για 6η συνεχή...
Προκηρύξεις
19:30
23/09/19
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
08:37
23/09/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
19:47
18/09/19