ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ

Ν. Ασανσερίτης

 
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ
 
Αν κάθε άντρας δικαιούται και μιαν Εύα, ο Άγγελος Σικελιανός απολάμβανε το προνόμιο των μερακλήδων: στη μερίδα του έπεφτε επί πλέον και η Άννα! Στα 22 του παντρεύτηκε την Εύα Πάλμερ κι ανακηρύχτηκε Θεός. Στα 57, ώριμος πια, στεφανώθηκε την Άννα1, την ελληνίδα κι εξανθρωπίστηκε.
Καλοκαίρι του 1940. Η νεόκοπη νύφη φώλιασε για λίγο, μαζί με τον Ποιητή, στο μοναχικό δίπατο της Σαλαμίνας, άκρη στη θάλασσα, γειτονιά με της Παναγίας της Φανερωμένης τη Μονή2. Οι λιγοστοί μήνες του μέλιτος και της ειρήνης, ως την ιταλική εισβολή, διάβηκαν ορμητικά, κι εξίσου γρήγορα τα νικητήρια ανακραυγάσματα τα διαδέχτηκε ο στριγγός ήχος απ’ τις ναζιστικές ερπύστριες. Το ζευγάρι, ανήσυχο, ξαναβρέθηκε στην Αθήνα από τις πρώτες μέρες της γερμανικής επίθεσης. Ο φασισμός –στην αυθεντική του πια μορφή- είχε γαντζωθεί αποφασιστικά στην πληγιασμένη ράχη μιας Ελλάδας που λύγιζε εξουθενωμένη. Τρεις βδομάδες χρειάστηκε συνολικά ο μηχανοκίνητος καταχτητής για να περαιωθεί από το Ρούπελ στην ανοιξιάτικη Αθήνα3. Η βασιλική Κυβέρνηση κι οι σύμμαχοί της υποχωρούσαν ασθμαίνοντας. Στη θέση τους αναδυόταν ένα μοιραίο4 όνομα: ο Τσολάκογλου. Τα νήπια κείνης της εποχής, διατηρώντας σήμερα στη μνήμη μας θολές σκηνές από την Κατοχή και, παράλληλα, έντονη την εικόνα από την Απριλιανή καταισχύνη του 1967, εύκολα φανταζόμαστε την αγανάκτηση, το όνειδος, τη φρίκη που θα δοκίμασε μακριά απ’ τη μακάρια Σαλαμίνα ο λεπταίσθητος Ποιητής.
Ο Απρίλης του ’41 –ένας Απρίλης εξίσου ανθέλληνας με κείνον τον κατοπινό- μαζί με το άρωμα απ’ τα ρόδα ανάδινε οσμήν θυμιάματος εκ γραφίδος Σπύρου Μελά, του ακαδημαϊκού: «Η φυσιογνωμία του στρατηγού Τσολάκογλου, που ανεδέχθη χθες το πρωθυπουργικόν αξίωμα –θριαμβολογούσε από τις στήλες της «Καθημερινής» ο κορυφαίος χρονογράφος- εμπνέει την πιο δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην κοινή γνώμη της Ελλάδος [...] Η χώρα μας αποτελεί σήμερα μέρος μιας πανευρωπαϊκής οργανώσεως που την διέπουν αρχαί σαφείς και αποκρυσταλλωμέναι, προς τα οποίας οι Έλληνες καλούμεθα να προσανατολίσωμεν τον ρυθμόν της ζωής μας. Και θα χρειαστεί προσπάθεια σύντονος, ειλικρινής, γοργή και αποτελεσματική για να λυθούν όλα τα προβλήματα που θέτουν οι ανάγκες αυτού του νέου προσανατολισμού [...] Οι Έλληνες, όλοι ανεξαιρέτως, έχομεν καθήκον να τον συντρέξωμεν, ο καθένας από της πλευράς του, να εκπληρώση την αποστολή του»5. Από την Πίνδο οι μαχητές της Αλβανίας γυρίζαν εγκαταλειμμένοι, πεινασμένοι, κουρελήδες, ψωραλέοι στα σπίτια τους, διασχίζοντας μιαν ολάκερη Ελλάδα με τα πρησμένα τους πόδια...
Ο Μάης δε θα υστερούσε, ωστόσο, σε ευωδιά. Οι εφημερίδες, στις 8 του μηνός, ισχυρίζονταν πως το γερμανοπρόβλητο «πρωθυπουργό» τον είχαν κιόλας επισκεφθεί όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί [Γονατάς, Πάγκαλος, Μάξιμος, Παπανδρέου, Κανελλόπουλος, Τσαλδάρης, Σβώλος, Καρτάλης, Οθωναίος, Στεφανόπουλος, Μερκούρης, Τουρκοβασίλης και άλλοι] και «ανεγνώρισαν ότι η Κυβέρνησις Εθνικής Ανάγκης είναι επιβεβλημένον να υποστηριχθή εκ μέρους πάντων των Ελλήνων άνευ επιφυλάξεως και ειλικρινώς»i. Δυο μέρες πριν δημοσίευαν έγγραφο του Πανεπιστημίου –το υπέγραφαν, εκτός από τον πρύτανη Γ. Φωτεινό, ο Αντιπρύτανης Γεώργιος Μπαλής, ο συγκλητικός Ερρίκος Σκάσσης και άλλοι εννιά συγκλητικοί- με τα «θερμάσυγχαρητήρια» προς «τας στιβαράς χείρας της Εξοχότητος» (του Τσολάκογλου) και με τη «δια-δήλωση» της Συγκλήτου ότι «τάσσεται παρά το πλευρόν αυτής» (της Εξοχότητος)ii. Στο μεταξύ τα κατοχικά μάρκα –τυπώνονταν σε δυο αυτοκινούμενα λιθογραφεία, σταθμευμένα στην Κηφισιά- άδειαζαν, χωρίς αντίκρισμα, την αγοράiii, οι μαυραγορίτες αλώνιζαν ασύδοτοιiv, η ασιτία προόδευε γοργάv, οι πρώτοι νεκροί από την πείνα άρχισαν να στολίζουν τα πεζοδρόμιαvi. Παράλληλα, τις Κυριακές, στην «Αίγλη» του Ζαππείου η γερμανική μπάντα παιάνιζε συστηματικά μπροστά σε άδεια καθίσματα και στις νοσοκόμες του Τρίτου Ράιχvii, ενώ το ραδιόφωνο πλημμύριζε για χάρη τους τα ερτζιανά με διαλεχτή μουσική, ελαφρά και κλασικήviii. Οι ελληνίδες νοικοκυρές σάρωναν τους δρόμους, φορτωμένες εκδρομικά σακκίδια, μήπως κι ανακαλύψουν κάτι τι φαγώσιμοix κι η Πηνελόπη Δέλτα είχε πια συμπληρώσει το πρώτο σαραντάημερο από την αυτοχειρία της, στο έμπα των Γερμανώνx. Κλεισμένοι στις κουζίνες των επίτακτων σπιτιών τους έγκριτοι Αθηναίοι προβληματίζονταν εξίσου θλιμμένα όσο κι ο Κώστας Ουράνης:
 
«Αλήθεια, δάση και βουνά
υπάρχουνε στον κόσμο ακόμη;
 
... θε να ’ρθει τάχα μιαν ημέρα
... η Άνοιξη που λαχταράμε;
 
Και θα μας εύρει ζωντανούς;»xi
 
Στις 31 του Μάη δυο νέα παλικάρια είχανε μετρηθείxii με το θάνατοxiii κι είχανε καθαρίσει το πρόσωπο της Ακρόπολης από το στίγμα του αγκυλωμένου σταυρού: Ο Σάντας κι ο Γλέζος, το δίδυμο σύμβολο της επερχόμενης Αντίστασης.
Γεμάτη από σύμβολα η ατμόσφαιρα. Το ’να να διαδέχεται το άλλο μπροστά στον ελληνολάτρη Σικελιανό. Ποιος ξαναδιαβάζοντας το Μποντλε-ρικό «Ψοφίμι» δε θ’ αναλογιζότανε, κείνες τις μέρες, το λαό που λιμοκτονούσε στους ακάθαρτους δρόμους της πρωτεύουσας;xiv
 
«... Σ’ ενός μονοπατιού το στρίψιμο κειτότανε
ένα ψοφίμι στα χαλίκια φριχτό!
Με πόδια σηκωμένα σα γυναίκα ακόλαστη
άνοιγε την κοιλιά του τη δυσώδικη
κ’ ήτανε τόση η δυσωδία, που ’νιωθες
να σου ’ρχεται στα χόρτα, σα λιγοθυμιά.
Πάνω στη σάπια αυτή κοιλιά οι μύγες βούιζαν
κ’ έβγαινε από κει μέσα μαύρη η στρατιά
των σκουληκιών, που σα λασπόνερο έτρεχε,
στα σάρκινα κουρέλια της, τα ζωντανά...»xv
 
Και πώς, αναμετρώντας τον Ιησού μπροστά στη «Γέενα του Πυρός», τη χωματερή της Σιών, με τα ψοφίμια να τσικνίζουν τον αέρα καθώς εκαίγονταν μαζί με τα ξεσκλίδια, πώς να μην ανατριχιάζει ο Ποιητής, κείνες τις μέρες, συγκλονισμένος από την αποσύνθεσηxvi που ξαπλωνόταν συνεχώς απ’ το μοιραίο Απρίλη κι ύστερα;
Οι Γερμανοί, όταν έλειπε από τη Φανερωμένη το ζευγάρι, αποβιβά-στηκαν με βάρκες απ’ τ’ αντικρινό Μεγάλο Πεύκο, σπάσαν τις πόρτες της νυφικής παστάδας, «διαγουμίσανε τα πάντα και δεν αφήσανε παρά τα περιττώματα της άρειας φυλής τους» θυμάται με αποτροπιασμό η Άνναxvii. Αντίκρισε τότε έναν έξαλλο Σικελιανό, στο γυρισμό. Μαζέψανε τα πράγματά τους στο «παράσπιτο», πλάι στο δίπατο παραθαλάσσιο σπίτι, και περιορίστηκαν εκεί σαν εμιγκρέδες. Στο μικρόν αυτό χώρο του ενός δωματίου, θα της δινότανε σε λίγο η μοναδική ευκαιρία να δει πώς εργαζόταν ο ποιητής. Δεν τον είχε ξαναδεί. «Έκλεινε πόρτες και παράθυρα, ήθελε τέλεια απομόνωση»xviii.
Κόντευε να κλείσει χρόνος από το τελεσίγραφο του Ντούτσεxix. Από αβρότητα –ή από χαιρεκακία- η μοίρα είχε χαρίσει στον αναχωρητή μια παραδουλεύτρα που άκουγε στο όνομα «Νίκη». Σαράντα χρόνια αργότερα η Άννα θυμότανε συγκινημένη: «Εκεί μέσα (στο «παράσπιτο») υπήρχε ένα τραπέζι, πάρα πολύ μεγάλο [...] σαν ένα δεύτερο δωμάτιο. Ο καθένας έκανε μία δουλειά. Εγώ σιδέρωνα, η γυναίκα [...] μαγείρευε κάτι και ο Άγγελος εδιάβαζε Και για μια στιγμή –ερχόταν η έμπνευση τόσο απότομη, τόσο αβίαστη- σηκώνεται και πηγαίνει και παίρνει δυο μολύβια [...] και τα μεγάλα χαρτιά και άρχισε να γράφει. Πριν αρχίσει [...] με κοίταζε τόσο έντονα, με ξεπερνούσε τόσο η ματιά, που γύρισα να κοιτάξω μήπως στεκότανε κάποιος πίσω από μένα, στην πόρτα. Και [...] άρχισε. Και έγραφε με τόση δύναμη πάνω στο τραπέζι, σα να σκάλιζε τα γράμματα. Και τότε [...] η γυναίκα που μαγείρευε και εγώ που σιδέρωνα, αφήσαμε τη δουλειά και καταλάβαμε σαν να περνούσαν κάποιοι ίσκιοι που εμείς δεν τους βλέπαμε... Και όταν τελείωσε το γράψιμο, μας έβαλε και καθίσαμε και άρχισε να απαγγέλλει το «Άγραφον». Έτσι γράφτηκε. Με μια πνοή»xx:
 
Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη
της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του,
σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος,
ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο
που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια,
καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια,
σπασμένα αγγειά, απορρίματα, ξεσκλίδια...
 
Κ’ εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω,
πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα
στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι,
που –ως ξαφνικά ακούοντας, το αφήκαν-
μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, όπου όλοι
σα μ’ ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας
στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν...
 
Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας
προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη
και το ψοφίμι εκοίταζε’ έτσι, πο’ ’νας
δεν εκρατήθη μαθητής και Του ’πεν
από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα
τη φοβερήν οσμή και στέκεσ’ έτσι;
 
Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλι
απ’ το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη:
«Τη φοβερή οσμήν, εκείνος πόχει
καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα
την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε... Μα τώρα
αυτό που βγαίνει απ’ τη φτορά θαμάζω
με την ψυχή μου ολάκερη... Κοιτάχτε
πώς λάμπουνε τα δόντια αυτού του σκύλου
στον ήλιο, ως το χαλάζι, ωσάν τον κρίνο,
πέρα απ’ τη σάψη, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!»
 
Έτσ’ είπ’ Εκείνος, κ’ είτε νιώσαν ή όχι
τα λόγια τούτα οι μαθητές, αντάμα,
σαν εκινήθη, ακολούθησαν και πάλι
το σιωπηλό Του δρόμο...
 
Και να τώρα,
βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ’ εκείνα,
Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος
μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α΄ ... δώσε,
δος και σ’ εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω
ολοένα ως έξω απ’ της Σιών την πόλη,
κι από τη μια της γης στην άλλη άκρη
όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια,
κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν
τη θεία πηγή τ’ ανασασμού, ή στη χώρα
είτ’ έξω από τη χώρα, Κύριε, δος μου,
μες στη φριχτήν οσμήν οπού διαβαίνω,
για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη,
να σταματήσω ατάραχος στη μέση
απ’ τα ψοφίμια, και ν’ αδράξω κάπου
και στη δική μου τη ματιάν έν’ άσπρο
σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο’
κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου,
έξω απ’ τη σάψη, πέρα από τη σάψη
του κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου,
που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκείνο το δείλι
τα ’χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα.xxi
 
«Όταν ετελείωσε», δηγιέται η Άννα, η παραδουλεύτρα «σηκώθηκε, έκανε το σταυρό της και πήγε και έκλεισε την πόρτα, για να μείνουμε μ’ αυτό το μυστήριο»xxii. Μόνοι: η Γυναίκα, η Παναγιά, ο Άγγελος, η Νίκη.
 
Βριλήσσια, 9/5/1989
 
1ΣΗΜΕΙΩΣΟΥΛΕΣ
1 Με την Άννα Καραμάνη, το γένος Καμπανάρη είχε γνωριστεί στην Αθήνα, το Μάρτη του ’38. Τον Ιούνιο του 1940 –ανήμερα του Αγίου Πνεύματος- παντρεύτηκαν στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας, στο εκκλησάκι της Παναγιάς [Γεράσιμος Γρηγόρης, Σικελιανός, β΄ έκδ., Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 1981, σελ. 35].
2 Τετράδια Ευθύνης, Κότινος στον Άγγελο Σικελιανό, σελ. 34: Άννας Σικελιανού, «Ένας μύθος ζωής».
3 «Από της 5,15 ώρας της σήμερον ο εν Βουλγαρία γερμανικός στρατός προσέβαλεν απροκλήτως τα ημέτερα στρατεύματα της ελληνικής μεθορίου. Αι δυνάμεις μας αμύνονται του πατρίου εδάφους» [Ελληνικό πολεμικό ανακοινωθέν 162/6.4.1941]. «Σήμερον την 5,30 πρωινήν ο εν Αθήναις πρεσβευτής της Γερμανίας, πρίγκηψ Έρμπαχ, επεσκέφθη κατ’ οίκον τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως κ. Κοριζήν και επληροφόρησεν αυτόν ότι την ιδίαν ώραν επεδίδετο διακοίνωσις εις τον εν Βερολίνω Έλληνα πρεσβευτήν κ. Ραγκαβήν εκ μέρους της Γερμανικής Κυβερνήσεως. Δι’ αυτής εγνωρίζετο αυτώ ότι τα Γερμανικά στρατεύματα θα εισήρχοντο εις το ελληνικόν έδαφος σήμερον την πρωίαν, κατόπιν της εν Ελλάδι αφίξεως Αγγλικών δυνάμεων. Ο κ. Πρόεδρος της Κυβερνήσεως απήντησεν εις τον Γερμανόν πρεσβευτήν ότι η Ελλάς υπεραμυνομένη του πατρίου εδάφους θα αντετίθετο διά των όπλων εις πάσαν τοιαύτην απόπειραν των γερμανικών στρατευμάτων... [Ελληνικές εφημερίδες της Κυριακής, 6.4.1941]. «...Φύρερ μου. Την 27ην Απριλίου 1941 και ώραν 8,10 πρωινήν υψώσαμεν την γερμανικήν σημαίαν επί της Ακροπόλεως και του Δημαρχείου. Χάιλ μάιν Φύρερ! Ίλαρχος Γιακόμπυ, του 10ου Συντάγματος του Βραδεμβούργου και υπολοχαγός Έλσνιτς της 6ης Ορεινής Μεραρχίας.» [Μήνυμα από το γερμανοκρατούμενο Ραδιοφωνικό Σταθμό των Αθηνών. 27.4.1941]. [Βλ. Δημοσθ. Κούκουνα, Η γερμανική εισβολή και η συνθηκολόγηση, εκδ. «Μέτρον», Πάτρα, 1983, σελ. 20, εφ. «Ασύρματος» Αθηνών της 6.4.1941 και φωτοτυπία της στην έκδοση «Η εποποιία του 1940-41» του Οργανισμού Δημοσίων Σχέσεων «Ορίζων», Αθήνα 1969, σελ. 161 και Δημοσθ. Κούκουνα, Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα και η Μάχη της Κρήτης, εκδ. «Μέτρον», Πάτρα 1983, σελ. 22].
4 Απ’ τη Ρεντίνα των Αγράφων κι ο προεστός Δημήτριος Τζιολάκογλου. «Προδότη» τον ανέβαζαν, «προδότη» τον κατέβαζαν στην αλληλογραφία τους οι πατριώτες λόγιοι Χριστόδουλος Κονομάτης και Ιωάννης Οικονόμου, στα 1823-1824. «Το γένος μας αυτόν τον Τζιολάκογλουν τον είχεν εις τον λογαριασμόν των φιλογενών, όμως ηπατήθη κατά τούτο, καθότι αυτός ο κατηραμένος και ο υιός του Κώνστας απεδείχθησαν σχεδόν κοντά εις τους τυράννους οι πρώτοι προδόται του γένους, και εκολακεύοντο από τους τυράννους απατηλώς και με υποσχέσεις οφφικίων, διά να μανθάνουν τα μυστικά και απόκρυφα των Γραικών... και να λαμβάνωσι συμβουλήν παρ’ αυτών, τίνι τρόπω ημπορούσαν να εξαλείψωσι τους πρώτους του γένους, και με ποίον μέσον να τους καθυποτάξωσιν εις τον ζυγόν. Αυτοί κυριευμένοι από την τυφλήν φιλοτιμίαν, και από τη μάταιον φιλοδοξίαν και φιλαρχίαν, εστοχάσθησαν οι τρισάθλιοι να δουλεύωσι πιστά τους τυράννους και να τιμηθούν με Χατ σερήφι διά τας εκδουλεύσεις των εν γενεά γενεών και τέλος πάντων να είναι αμετασάλευτοι προεστοί των Αγράφων και όλης της Λαρίσης, και δεν ήξευρον οι μάταιοι ότι η βοή του γένους είχε φθάση εις τον υπέρτατον θρόνον του Υψίστου, ώστε εκ της κατάρας του λαού εσήκωσεν ο Θεός την ζωήν και των δύο αιφνιδίως με κακόν θάνατον, πατρός τε και υιού, εις τον ίδιον καιρόν, και επορεύθησαν εις τας κατοικίας του προδότου Ιούδα, ως το ανάθεμα έστω αιώνιον από το στόμα όλου του Ελληνικού λαού, και από τα τέκνα του...» [Επιστολή καλουμένη «Νέος Ιατρός», του Χρ. Κονομάτη, από τις 6.2.1823 στο Ι. Οικονόμου, Επιστολαί Διαφόρων, έκδ. Γιάννη Αντωνιάδη, επιμ. Μ. Μ. Παπαϊωάννου, Αθήνα 1964, σελ. 406]. «Ο δε Γεωργάκης [Γκοβοστερόπουλος, από τ’ Άγραφα] ... προδοθείς από τον Τζιολάκογλου, εφονεύθη από τους τυράννους... Ο Κώνστας Βελής [από τ’ Άγραφα] ... προδοθείς εις τον πόλεμον από άλλους καταραμένους Ρωμαίους, μέρος του προδότου Τζιολάκογλουν, επιάσθη από τους τούρκους και απεστάλη εις Κωνσταντινούπολιν δέσμιος...» [Απαντητική επιστολή του Ι. Οικονόμου, από τις 2.3.1823, ό.π.π., σελ. 425-426]. «Ουαί! Ουαί! Αλοίμονον! Παράνομοι και ασεβέστατοι... θάνατος κακός θέλει σας εξολοθρεύσει... και θα συμβασιλεύσητε αιωνίως... εις την γέεναν... του πυρός, όπου ο ψευδοπροφήτης, ο αντάρτης Τάνταλος, ο Εφιάλτης, ο προδότης του Λεωνίδα, ο Τζιολάκογλους ο Αγραφιώτης, και ο αρχιδιάκονος του αοιδίμου Εφέσου Διονυσίου, ο λαβών την δευτέραν επωνυμίαν του προδοτου Ιούδα». [Επιστολή, «Καθρέφτης Επιπληκτικός» καλουμένη, του Χρ. Κονομάτη, από τις 15.11.1824, ό.π.π., σελ. 448]. Πρέπει να τονίσω πως, τουλάχιστο οι επιστολές του Κονομάτη, προορίζονταν για το κοινό, τη δεύτερη μάλιστα την κοινοποιούσε στον Οδυσσέα Ανδρούτσο ο συγγραφέας της, ο οποίος δείχνει σοβαρά επηρεασμένος από την «Ελληνική Νομαρχία», και στις ιδέες και στη γλώσσα και στο ύφος. Για τον «προδότη» Τζιολάκογλου πρόσθ. Νικ. Κασομούλη, Απομνημονεύματα, εκδ. Χ. Κοσμαδάκη και Σια, χ.χ., τόμ. Α΄, σελ. 125.
5 Εφ. «Καθημερινή» της 30.4.1941, βλ. και Κούκουνα, Η είσοδος των Γερμανών κλπ, σελ. 44-46. Δεν επρόκειτο για κείμενο που θα έμενε απαρατήρητο. Στα 1946, απολογούμενος ο Τζολάκγλου στο «Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων» (οδός Σανταρόζα, στην Αθήνα) το διάβασε στους δικαστές σαν απόδειξη επιδοκιμασίας της δραστηριότητάς του [βλ. Νίκου Καρκάνη, Οι δοσίλογοι της Κατοχής, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1981, σελ. 128].
i Βλ. Δ. Κούκουνα, Η είσοδος των Γερμανών κλπ. σελ. 46-47. Και τη συμπαράσταση ορισμένων πολιτικών επικαλέστηκε στην απολογία του ο Τσολάκογλου, στο «Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων» που τελικά του επέβαλε την ποινή του θανάτου [για να μετατραπεί, όμως, στην ποινή των ισόβιων δεσμών κατόπιν!]. (βλ. Ν. Καρκάνη, ό.π.π.,σελ. 128, 148).
ii Βλ. Δ. Κούκουνα, Η είσοδος των Γερμανών κλπ. σελ. 47.
iii Βλ. Δ. Κούκουνα, στο ίδιο, σελ. 33.
iv Πρβ. Ροζέ Μιλλιέξ, Ημερολόγιο και μαρτυρίες του Πολέμου και της Κατοχής, εκδ. «Θεμέλιο», 1982, σελ. 33.
v Πρβ. Ροζέ Μιλλιέξ, στο ίδιο.
vi Πρβ. Ροζέ Μιλλιέξ, στο ίδιο, σελ. 34, Κώστα Παράσχου, Η Κατοχή - φωτογραφικά τεκμήρια 1941-1944, εκδ. «Ερμής», 1973, σελ. 39 επ.
vii Κώστα Παράσχου, στο ίδιο, σελ. 32, 33, 34.-
viii Βλ. εφ. «Ακρόπολις» της 13.6.1941, στήλη «Το Ραδιόφωνον» [φωτοτυπία ένθετη στο Δ. Κούκουνα, Η είσοδος των Γερμανών κλπ].
ix Κώστα Παράσχου, ό.π.π., σελ. 25, 26, 27, 38.-
x Μανόλης Ανδρόνικος, Παιδεία ή υπνοπαιδεία; (έκδ. «Ίκαρος», χ.χ.), σελ. 275.
xi Βλ. Κώστα Μπαλάσκα, Νεοελληνική Ποίηση, εκδ. «Επικαιρότητα», Αθήνα 1980, σελ. 78-79.
xii Σε λίγους μήνες ο Καθηγητής του Αθηναϊκού Πανεπιστημίου τότε, Ιωάννης Κακριδής, θα γινόταν στόχος του πνευματικού κατεστημένου επειδή είχε ζητήσει «να αντιμετρηθούμε τους αρχαίους» [βλ. τη «Δίκη των Τόνων», εκδ. Ι. Κολλάρου & Σιας Α.Ε., χ.χ. και τον αντίλογο: την «Αντιδικία των Τόνων», εκδ. Οίκου Τζάκα-Δελαγραμμάτικα, εν Αθήναις 1944]. Όποιος γυρεύει ν’ αναμετρηθεί, γίνεται στόχος...
xiii Βλ. Δημήτρη Ψαθά, Αντίσταση, εκδ. Μαρή, Αθήνα 1976, σελ. 7 επ.
xiv Για την αναδομή στον Μπωντλαίρ βλ. Δρακόπουλου-Κορνελάκη-Ρώμα, Κείμενα Λογοτεχνίας Γ΄Λυκείου, εκδ. «Επικαιρότητα», Αθήνα 1985, σελ. 56 επ. [γράφει ο Χ. Γ. Ρώμας].
xv Κάρολου Μπωντλαίρ, Τα Άνθη του Κακού, μετάφραση Γιώργη Σημηριώτη, εκδ. «Χρυσής Δάφνης», Αθήνα χ.χ., σελ. 60 επ.
xvi Πρβ. Χ. Γ. Ρώμα, ό.π.π., σελ. 61 [όπου και παραπομπές στους Κ. Φράιερ, Γ. Π. Σαββίδη και Κ. Τσιρόπουλο].

dendnote22">

xvii Άννα Σικελιανού, Η ζωή μου με τον Άγγελο, εκδ. Ι. Κολλάου & Σιας Α.Ε., Αθήνα χ.χ., σελ. 141.
xviii Τετράδια Ευθύνης, ό.π.π., σελ. 34. Πρβ. Άννα Σικελιανού, Η ζωή μου κλπ, σελ. 144-145.
xix Πρβ. Άννα Σικελιανού, Η ζωή μου κλπ, σελ. 144-145.
xx Τετράδια Ευθύνης, ό.π.π., σελ. 34.
xxi Τετράδια Ευθύνης, ό.π.π., σελ. 20-22 και Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄Λυκείου, εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα, σε΄. 30-32.
xxii Τετράδια Ευθύνης, ό.π.π., σελ. 35.

 

 

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΔΣΑ
23:33
19/03/19
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, με την υποστήριξη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
19:56
16/03/19
Στις αρχαιρεσίες που πραγματοποιήθηκαν την Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019 για την ανάδειξη του...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
20:29
27/02/19
Μετά από συνεδρίαση της Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής (ΚΕΦΕ), διαπιστώθηκε ότι υποψηφιότητα...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
10:38
24/01/19
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών, σε...
Εκδηλώσεις
13:54
14/01/19
Η Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων διοργανώνει, σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και τον...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
16:00
11/01/19
Η Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών σας προσκαλεί στο 8ο Νομικό Συνέδριο που διοργανώνει,...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
13:31
08/01/19
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών εκφράζει τη βαθύτατη θλίψη...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
14:15
05/12/18
Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, Ανακοίνωση 23/11/2018   Προκειμένου να συντάξουμε τον τελικό...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
14:09
05/12/18
Αγαπητοί συνάδελφοι σας υπενθυμίζουμε ότι στις 12.12.2018 λήγει  η προθεσμία  να...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
20:08
30/11/18
Ο Αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Θέμης Σοφός, σε συνεργασία με τον Καθηγητή John...