Η Απώλεια

[i]ΝΙΚΟΣ ΑΣΑΝΣΕΡΙΤΗΣ[/i]

[center][size=14][b]Η ΑΠΩΛΕΙΑ[/b][/size][/center]

         [size=12]Είχαμε κατεβεί, αφού κλειδώσαμε τις πόρτες διά τον φόβον των μπουκαδόρων, στο παρακείμενο φαγάδικο να προμηθευτούμε τα δέοντα για το βδομαδιάτικο τσιμπούσι. Η ξανθιά υπεύθυνη των «μαγειρευτών» στο φαγάδικο της γωνιάς μάς είχε αμπαλάρει τα εδέσματα χαμογελαστή αποτίοντας ολάκερο τον πρέποντα σεβασμόν στις ψαροκεφαλές μας. Τραβήξαμε ύστερα στην κοντινή μαρκέτα, ψωνίσαμε κρασάκι κι ήρθαμε πίσω ξενηστικωμένοι.

         Ξεκλειδώσαμε, αφήσαμε τέντα την αιωνίως ανοιχτή εξώπορτα της Γεωργίας, εκείνη πιάστηκε με το τηλέφωνο, αδειάζω εγώ το γραφείο της από τις ντάνες με τις δικογραφίες, τις αραδιάζω σε δυο καθίσματα, εγκαθιστώ στη θέση τους το κεσεδάκι μου με τα μπιφτεκάκια και τις πατατούλες και ξεκινάω για το δικό μου το γραφείο, να κάνω τα τελευταία μου τηλεφωνήματα σαν επιστήμων άνθρωπος κι εγώ. Την τσάντα μου την είχα παρατημένη εκεί από ξαρχής. Τελείως μηχανικά. Πάνω στην ξεγοφιασμένη την καρέκλα με τα χερούλια που είθισται να μας προϋπαντά μονάχη στον προθάλαμο.

         Δεν πρόκανα να φύγω και να σου κι η Ματούλα. Μας χαιρετάει χαρμόσυνα, ρωτάει διεξοδικά για την υγεία όλων των συγγενών και φίλων, ως συνήθως, μας αναγγέλλει πως είναι φαγωμένη, υπόσχεται αυτόκλητη πως θα παραβιάσει γι’ άλλη μια φορά την ιατρική απαγόρευση και θα πιει λίγο κρασάκι μαζί μας, μεταφέρει αποφασιστικά τα ενισχυμένα καπούλια της ως το διθέσιο τον καναπέ και απαγκειάζει εκεί, βαρύτιμη. Τον κατέλαβε σχεδόν σύσσωμον. Βαρύ το φορτίο. Θ’ αναστενάζαν και οι δυο σαν έκανε να σηκωθεί. Δεν έμεινα. Βιάστηκα να ξεμπερδέψω με κείνα τα τηλεφωνήματα.

         Στο γραφείο ξαναχώθηκα στις ξένες σκοτούρες. Άργησα να ξεμπερδέψω. Τέλος, ανοίγω την πόρτα και βγαίνω. Πέφτω πάνω σε κάποιον κύριο που ’ρχόταν από της Γιωργίας τη μεριά. Προσπερνάει το ασανσέρ χωρίς να μου δώσει σημασία και κατεβαίνει από τις σκάλες, αν και μάλλον βιαστικός’ λεπτός, σχεδόν ασπρομάλλης, πενηνταπεντάρης, σκούρα ντυμένος, χωρίς σακκάκι.

         Μπαίνοντας τη ρωτάω πειραχτικά: [i]«Σε σένα είχε 'ρθεί αυτός ο κύριος;»[/i]

         -[i]Ποιος κύριος;[/i] ξαφνιάζεται η Γιωργία.

         Η ώρα ήτανε περασμένη για επισκέψεις. κόντευε τέσσερις τ’ απόγεμα, Δεκέμβρης καιρός, Παρασκεβιάτικο. τα περισσότερα γραφεία αδειανά. Ήμασταν απ' τους ελάχιστους εναπομείναντες.

         Μα, τι να γίνηκ' η Ματούλα; Να που 'χε σηκωθεί, το θερίο!

         -[i]Έφυγε![/i] μου αναγγέλλει θριαμβικά η Γεωργία. [i]Είδε που άργησες, της δήλωσα πως δεν θα ξαναρχόσουν’ απαρτία δεν θα υπήρχε. Ήταν που ήταν φαγωμένη. το αποφάσισε, να φύγει![/i]

         -[i]Άτιμη, δικηγορίνα![/i] ξέσπασα. [i]Το 'διωξες το κορίτσι! Τι ψυχή θα παραδώσεις, γέννημα του Πόντου απατηλό;[/i] Μα εκείνη δεν απήντησε. Εγέλασε σαρδόνια, το τέρας… Κατέφθασε κι η Δέσποινα.

         -[i]Πού ήσουν, βρε παιδί, τώρα κι εσύ; Τρέξε να φέρεις το φαϊ σου. ξελιγώθηκα![/i] Ακατάσχετη η φοβερή Γιωργία.

         Ενώ η Δέσποινα εξετάζει τα δικά μας τα εδέσματα ώστε ν’ αποφασίσει, εγώ νιώθω λειψός. μου λείπει το βάρος της κρεμαστής μου τσάντας. Σα να θυμάμαι πως την άφησα εδώ και την αναζητώ, με μια ματιά, ολοτρόγυρα: στον καναπέ και στα καθίσματα.

         -[i]Πού να την έβαλα, μωρέ;[/i]

         -[i]Πάλι τον καύκον έπιες, πάλι τον νούν απώλεσας…[/i]

         Πετάγομαι ως το γραφείο. Ξεκλειδώνω ξανά, ανάβω φώτα, ψάχνω οριζοντίως και καθέτως. Επιστρέφω στης Γιωργίας άπραχτος. Μα τι να γίνηκε αυτήν η τσάντα; Να ψαχτούμε.

         -[i]Βρε! Για σταθείτε, ρε παιδιά! Μήπως τη βούτηξε κείνος ο τύπος που τον είδα την ώρα που ’φευγε;[/i]

         -[i]Δε θα τον έβλεπα, καημένε;[/i] Γιομάτη αυτοπεποίθηση η Γιωργία, και μου τη μεταδίδει. Άμα δεν ήτανε αυτός, τότε ποιος να την πήρε;

         -[i]Καλέ, ο φωστήρας! Η Ματούλα! Πώς δεν τη σκέφτηκες;[/i]
         -[i]Για πάρ' τηνα τηλέφωνο![/i]

         Μα, νάτο που χτυπάει, αυτεπαγγέλτως! Τηλεφωνεί -ποιος άλλος;- η Ματούλα! Έληξε ο συναγερμός.

         -[i]Γιωργία![/i] ρωτάει με την ψιλή της τη φωνή. [i]Γιωργία, μήπως βρήκες στον καναπέ σου το «Τηλέραμα»;[/i]

         -[i]Ποιο «Τηλέραμα» μου λες εσύ;[/i]

         -[i]Καλέ, θέλω να δω τι παίζει η τηλεόραση και δεν το βρίσκω το περιοδικό. Φαίνεται, εκεί το ξέχασα.[/i]

         -[i]Όχι, Ματούλα, δεν το βρίσκω. Μήπως, κορίτσι μου, πήρες μαζί σου κατά λάθος του ομοτράπεζου εδώ την τσάντα, που την έχασε;[/i]

         -[i]Εγώ να πάρω ξένη τσάντα; Κι από Τράπεζα; Δεν είμαστε καλά![/i]

         Κι αρχίζει ολόκληρο κατεβατό εξηγήσεων, παρεξηγήσεων και αφηγήσεων, κι εγώ ν’ αδημονώ, η Γεωργία να πεινάει, να καταφθάνει πεινασμένη και η Δέσποινα.

         Τις παρατάω σύξυλες και ξανατρέχω στο γραφείο μου. Ξανα-ανοίγω τα ντουλάπια, κοιτάζω κάτω απ’ τα τραπέζια, ξαναπροσπαθώ να θυμηθώ πού την άφησα αυτή την έρημη την τσάντα’ το αποτέλεσμα μηδέν…

         -[i]Παιδιά, αυτός ο τύπος μου τη βούτηξε. Ίσως την είχα στον προθάλαμό σου, βρε Γιωργία. Θα κατεβώ να ψάξω στα σκουπίδια…[/i]

         Κατέβηκα, πήγα ίσαμε το φαγάδικο και κοίταξα δειλά μήπως την είχα ξεχασμένην εκεί μέσα. Πήγα και στη μαρκέτα και τους ρώτησα. Ο κόπος άδικος… Οι σκουπιδοντενεκέδες υπερπλήρεις, τέτοιαν ώρα, στο πεζοδρόμιο. Τους επιθεώρησα κι αυτούς με πλάγιες, αξιοπρεπείς ματιές -να μη με πάρουνε χαμπάρι. Η τσάντα. ούτε φωνή ούτε ακρόαση…

         Ξανανεβαίνω κουρασμένος, συλλογιζόμενος βαθύτατα. Λεφτά δε βρίσκονταν στην τσάντα. Μια χοντρουλή δικογραφία, δεν είχε παρά αντίγραφα’ τα πρωτότυπα τα είχα ’γω στο σπίτι. Κάποιο ανάγνωσμα, για το μετρό [i]-«Η Δημοτικιστική αντίθεση στην Κοραϊκή μέση οδό»-[/i] θα το ξαναγόραζα, μόνο που θα ’χανα τις σημειώσεις που 'χα καταχωρίσει τέλος-τέλος. Κακό αυτό! Αμή, το ευρετήριο με τα τηλέφωνα -σαράντα χρονώ μνημείο- πού θα το ξανάβρισκα;
         Με υποδεχτήκαν πειναλέες οι συναδέρφισσες και με βιάσανε να κάτσω και να φάμε. Στην τρίτη πηρουνιά, να! κουδουνίζει το τηλέφωνο: Η Ματούλα!
         -[i]Βρέθηκε!!![/i] αναγγέλλει, πασιχαρής και ανακουφιστήριος.

         -[i]Τι λές, μωρέ Ματούλα! Μπράβο! Και πού βρέθηκε;[/i]

         -[i]Στην τσάντα μου το είχα. Δεν το 'βλεπα, η χαζή, κοτζάμ «Τηλέραμα»! [/i]

         -[i]Κλείστην! Θαν τη σκοτώσω!!![/i]

         Το κρασί εκαταπιώθη εξ ολοκλήρου. Το ίδιο και τα μπιφτεκάκια. Από κοντά και οι πατάτες. Και μια ιδέα σαλατούλα. Τα σεκλέτια πήραν να γλιστράν στον καταπιώνα θέλοντας και μη. Κουβεντιάσαμε επί παντός επιστητού, κατά το έθος. Μπλέξαμε νομικά με κουτσομπολιά και με κοινωνικο-πολιτικά κι απάνω στο συμπέρασμα, κάθε φορά, ρωτούσα:

         -[i]Και, τι θα γίνει, ρε παιδιά, με τα τηλέφωνα;[/i]

         Αρχίνησα να καταγράφω τα τηλέφωνά τους, αλλά δεν ήτανε λύσις αυτή… Εγένετο σκέψις πως ο μπουκαδόρος, βλαστημώντας και υβρίζοντας για την απουσία χρηματίου, θα πέταγε την άχρηστη την τσάντα σε σκουπιδοντενεκέ βεβαίως. Μόνο που οι γνώμες διίσταντο: Στο δρόμο μας ή σε κάποιονε παράμερο, να μη τον 'δούνε; Πριχού ληφθεί απόφασις, είπα να παρατήσω την παρέα και να αποχωρήσω, για να επιθεωρήσω εγκαίρως και κάναν άλλο ντενεκέ, στα παραδρόμια.

         Αποχαιρετώ ημιτεθλιμμένος και προστρέχω γι' άλλη μια φορά στο δόλιο μου γραφείο, σαν το νεογέννητο πουλάρι που λαχταράει τη μάνα του. Ο αυτόματος ο παραμιλητής πετάει σπίθες. Ας τον ακούσω.

         -[i]Κύριε συνήγορε, λέγομαι έτσι κι έτσι. Πάρτε με στο τάδε νούμερο. Βρήκαμε μια τσάντα με την κάρτα σας…[/i]

         -[i]Γιωργία, Δέσποινα, θα τρελαθώ! Τρεχάτε!!![/i]

         Προλάβανε πριν τρελαθώ. Ακούσανε το μήνυμα, τη συνδιάλεξή μου ύστερα με τον καλό συμπολίτη. με ξεπροβόδισαν:

         -[i]Τυχερέ! Γλύτωσες την επιθεώρηση των σκουπιδοντενεκέδων![/i]

         Έτρεξα στην Πλατεία Κάνιγγος, σ’ ένα καφενείο μιανής στοάς. Περίμενε η τσαντούλα μου η γλυκιά σε μιαν ακρούλα, ντροπαλή κι ανταριασμένη. Ξηγηθήκαμε, την πήρα αγκαλίτσα, φχαρίστησα και γύρισα στην έδρα μου περιχαρής κι ακμαίος.

         Αναμερίσαμε τα πιατοπήρουνα, τη βάλαμε κάτω, την ανοίξαμε. Τα τηλέφωνα στη θέση τους, το σφραγιδάκι μου. κι αυτό! Ο φάκελος ακέραιος, κάτι λυτά χαρτιά, τσαλακωμένα. Έψαχνε ο άνθρωπος ζοχαδιασμένος. τα τσαλάκωσε … Όλα καλά!

         -[i]Άχου, το κάθαρμα![/i]

         -[i]Τι τρέχει, βρε παιδί μου; Τι σου λείπει;[/i]

         -[i]Το βιβλιαράκι μου: Η «Δημοτικιστική αντίδραση»![/i]

         -[i]Ε όχι και δημοτικιστής ο τσαντάκιας!!![/i]

         -[i]Κατάρραα!!![/i]

         Ωιμέ απογοήτευσις! Τόση ώρα αγωνιούσα 'κει για τα τηλέφωνα, και τώρα που τα βρήκα η αγωνία μεταφέρθηκε ψηλότερα: Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος…

         Έκατσα στην καρέκλα πτοημένος. Μόνο αέρα που δε μου 'καναν.
         -[i]Μην κάνεις έτσι, βρε παιδί! Δε χαίρεσαι που βρέθηκε επιτέλους ο τελευταίος εν ζωή ομοϊδεάτης σου;[/i]

         Κοίτα τι ιδέα μου βάλαν, οι μαυρόψυχες!

         Αρχίνησαν ξανά το ψάξιμο. Μα τώρα μέσα μου χτυπιούνταν δυο ευχές. Και, να το που το βρήκαν το βιβλίο, τελικά. Χωμένο στα δικόγραφα!

         -[i]Ανένταχτος γλωσσικώς, αγαπητέ μου, ο τσαντάκιας! Δε χάθηκαν, λοιπόν, οι σημειώσεις σου.[/i]

         Τι να το κάνω εγώ αυτό, που χάθηκε η ελπίδα η τρελή!

         Άαχ! Πάλι μονάχος ξέμεινα, να πολεμώ ανεμόμυλους…

[right][i][Πρώτη δημοσίευση στο π. ΓΙΑΤΙ των Σερρών Φεβρ. 2005][/i][/right][/size]

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
18:41
18/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
09:55
15/10/19
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
15:00
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
13:40
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
10:20
08/10/19
Η Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας του άρθρου 16 Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013) ανακοινώνει ότι...
Εκδηλώσεις
18:39
07/10/19
Το Ινστιτούτο Διεθνούς και Ελληνικού Αθλητικού Δικαίου (Ι.Δ.Ε.Α.Δ.)  σας προσκαλεί στην ετήσια...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
13:18
04/10/19
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών διοργανώνει Σπουδαστήριο για τον νέο Ποινικό Κώδικα, για ασκούμενους...
Εκδηλώσεις
12:51
02/10/19
  Η PALLADIAN CONFERENCES διοργανώνει για 6η συνεχή...
Προκηρύξεις
19:30
23/09/19
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
08:37
23/09/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...