Το Ιερόν Τριβέλιον

[i]ΝΙΚΟΣ ΑΣΑΝΣΕΡΙΤΗΣ[/i]

[size=14][center][b]ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΤΡΙΒΕΛΙΟΝ [/b][/center][/size]

         [size=12]Ο παπα-Γιώργης ο Φαλούκος ο Σκυριανός αποφάσισε κάποτες πως θα ποθάνει. Επειδή [i]«πάντες μεν άνθρωποι το κοινόν ποτήριον του θανάτου γευσώμεθα…»[/i]. Βιάστηκε, βέβαια, να λάβει τα μέτρα του -πέντε ολάκερα χρόνια πριν την ώρα του- πλην δικιολογημένα, [i]«φοβηθείς μήπως, ως τοις πολλοίς, ωφθήσεται εν απροσδοκήτω χρόνω ο θάνατος»[/i]. Έβαλε, λοιπόν, τον Δημήτριον υιόν Γρηγορίου Κατζίκη, που ήτουνα και γραφεύς, και του κατάγραψε όλες του τες θέλησες[1] [i]«επί έτους από Χριστού καταβάσεως 1656, μηνός Δεκεμβρίου ιδ»[/i], οπού βρέθηκε κλινήρης.
         Απάνω που σούρνανε το χηνόφτερο χαράζοντες τες τζίφρες, στρεχτοί[2] οι μαρτύροι, [i]«έτι δε λέγω!»[/i], τους κόφτει ο παπα-Γιώργης, [i]«να μην έχει τινάς[3] να διασείσει την παρούσαν μου διαθήκη!»[/i].
         -Γράφε, Δημητρό! διάταξε σηκώνοντας καραμανλίδικα το δεξί του μπράτσο και διπλο-κοπανώντας το σμιχτόν αγέρα με την κόψη της παλάμης: [i]«Καμμία κρίση[4] να μην ημπορεί να εβγάλη τα ρούχα μου από εκεί που τα έδωσα!».[/i]
         Τώρα είχε θυμώσει λιγουλάκι. Έσπρωξε πίσω τη μαξιλάρα, με τους αγκώνες, σα για να στηριχτεί και να σκωθεί απάνω. Δεν κατάφερε παρά να τανύσει το κεφάλι σα χελώνα και να το χαμηλώσει πεισματάρικα.
         -[i]Γράφε, σου λέου: «Και αν είναι και ευρεθή κανένα παιδί και πάγη σε κρίση και κάμη έξοδον, να έχη τας αράς των τριακοσίων δέκα οκτώ θεοφόρων πατέρων και να έχη την κατάρα του πατέρα μου και εμού του αμαρτωλού. Και να μη χορτάση ψωμί! Να απλώνει εις την τραχιλιά του' να πιάνη ψείρες. Να πιάνη το καλάθι του' να βρίσκη πέτρες μέσα!».[/i]
         Τα λογάριασε λιγάκι, συνοφρυωμένος. Πήρε βαθιάν ανάσα.
         -[i]Έτι δε λέγω!»[/i] έβηξε άγρια:
         [i]«Και όποιος δεν ήθελε με λογιάζει εις το γήρας μου, να μην έχει να κάμη από τα ρούχα μου, μόνε να τα εξουσιάζου [b]εγώ[/b]!».[/i]
         Καπνός σηκωνότανε πηχτός απ' τ' αγιοκέρι. Το τζάκι αμόλαε χούφτες τες σπίθες καθώς μια φλούδα βαλανιδιά πήρε να σκάει τσουρουφλισμένη. Η καμινάδα τραβούσε λυσσασμένη τον καπνό απ' τα μαλλιά. Αγέρας φυσούσε θεριεμένα κι άμπωχνε την καρβουνιά κατά τη δύση' λεβάντες καιρός.
         Κείνη τη μακάργια εποχή -και λίγο αργότερα- τα σύγνεφα κυκλοφορούσαν ανεπιτήρητα σκεδό κάτω από το φεγγάρι. Ανέμελοι τροχονόμοι τ' ουρανού, οι αγγέλοι, κι ανάμεσό τους οι εξοδούχοι του Παραδείσου -χρονιάρες οι μέρες- ο Ντάντες, ο Σακαισπήρος, σαράντα πέντε χρονώ φάντασμα, κάτι άλλοι του συναφιού, βιγλίζαν τες πατρίδες τους, χώρες και χωριά. Κει κάτου στη Λονδίνη της Ιγγλετέρας παίζουν τον Αμλέτο. Πρωταγωνιστής ο Τόμας Μπέττερτον[5], σπουδαία μορφή. Όμως, τώρα στο πάλκο δεν είν' άλλος πάρεξ ο Λαέρτης κι η αδερφή του, που την αποχαιρετά όλος στοργή:
         [i]-Να φοβάσαι, μικρή Οφηλία… Οχτρός της νιότης, η νιότη η ίδια![/i]
         Ο Πολώνιος μπαίνει, ο κύρης τους' ο συβουλάτορας του Ρε της Δενιμαρκίας.
         -[i]Λαέρτη, ακόμα δεν έφυγες; Βιάσου! Γρηγόρευε! Ο άνεμος έτοιμος' αναπνέει στα πανιά![/i]
         Για μεγάλο ταξίδι κινά ο μοναχογιός. Η καρδιά του πατέρα δεν αφήνει το χαλινό αδιαμαρτύρητα:
         -[i]Κράτησε λίγες ακόμα συμβουλές μου.[/i] Ο ευγενής μιλά. Κατά πώς πρέπει στην καταγωγή, στη θέση του, μα και στην αγωνία της ψυχής του:
         [i]-Η σκέψη σου δεν είναι πάντα απαραίτητο να φτάνει ως το στόμα. Αλλά ούτε κι ως την πράξη.
         Να είσαι με όλους ανοιχτός,
         αλλά να μην εμπιστεύεσαι όποιον είναι ανοιχτός.
         Τους φίλους που θα αποκτάς σε δύσκολες περίστασες
         φυλάκιζέ τους δίπλα σου, για όλη τους τη ζωή.
         Μη σου φύγουν! Να φυλάγεσαι από άγνωστους νεαρούς
         που θα σε πλησιάσουν. Να μην τους δίνεις θάρρος.
         Μην μπαίνεις εύκολα σε τσακωμούς,
         κι όταν μπεις, εξόντωσε τον άλλον.
         Άκουγέ τους όλους' μίλα σε ελάχιστους.
         Να δέχεσαι όλων τη γνώμη' απόφυγε
         να δίνεις τη δική σου. Να ντύνεσαι ακριβά
         με τα λεφτά που έχεις, αλλά όχι επιδειχτικά.
         Να δείχνεις πλούσιος, αλλά με αδιαφορία'
         το ράσο κάνει τον παπά! Και στη Γαλλία
         είναι παράδοση οι ευγενείς και οι σπουδαίοι
         να φαίνονται από μακριά, και όλοι να τους σέβονται από μακριά.
         Ποτέ να μη δανείζεις. Ποτέ να μη δανείζεσαι.
         Γιατί, έτσι, αλλάζει η αξία χρημάτων και ανθρώπων
         και γίνονται λάθος οι λογαριασμοί.
         Και, πάνω απ' όλα, να είσαι αυτός που είσαι!         
         Τότε θα είσαι και με τους άλλους
         έτσι όπως πρέπει να είσαι.
         Στην ευχή μου! Κι όλα να τα θυμάσαι![/i] [6]
         Τραβιέται κατά την έξοδο ο Λαέρτης. Απλώνει το χέρι:
         -[i]Μυλόρδε, ταπεινά σε αποχαιρετώ![/i]
         Ως να πέσει για στερνή φορά η αυλαία, το σανίδι θα 'χει γεμίσει πτώματα. Ως να ξεπεράσουν τα σύγνεφα οι ψυχές, πώς κι απαντούν τον παπα-Γιώργη! Ξαρμάτωτες όλες κι ανεξίκακες. Ο παπα-Γιώργης' τα ρούχα του αφημένα κάτου, στο νησί. Ψεύτικα καταριότανε! Για να σκιαχτούνε! Τα μισά παιδιά από την πρώτη, τη συχωρεμένη, τ' άλλα μισά απ' τη χήρα του τη Φροσύνη' πώς αλλιώς να τα ζέψει, υπάκουα όλα, σε μια διαθήκη!
         Τραβάνε τώρα για το Καθαρτήρι. Κι άλλες παρέες συντυχαίνουνε μεσοδρομίς ώσπου να φτάσουν. Εκεί πια πόρτες ανοίγουνε και πόρτες κλειούνε. Οι πολλοί μπαίνουνε. Διώχνουνε μοναχά τες χάρτινες φιγούρες. Για να ξανακατέβουνε στη γη, να βγουν ξανά στο παλκοσένικο. Να ξαναφέρουνε το μήνυμα, να το διαδώσουνε σ' αυτή τη στρώση τους ζωντανούς, στην άλλη που θ' ακολουθήσει, στην άλλη και στην άλλη… Σε κάθε παράσταση οι θεατρίνοι βάζουν τα δυνατά τους. Και με τον αφανισμό του Αμλέτου, της Οφηλίας, του Κλαύδιου και της Γερτρούδης, οι χάρτινες σκιές τους ξαναπαίρνουν, ζαλισμένες, τ' αστραδινό το μονοπάτι, χρόνια τώρα, ξανά και ξανά…
         [b]-[i]Υγιέ μου! [/i][/b]
         Μια φωνή ανεβαίνει, πετούμενη μαζί με τες ψυχές, και βιαστικότερη από δαύτες:
         [i]-Υγιέ μου! Η ανησυχία μου πολλές φορές καταντάει σε παραδερμό εξαιτίας σου. [/i]
         Ο Γιάνης ο Βηλαράς είναι αυτός. Γράφει στο παιδί του[7] που μαθητεύει στο σοφό Ψαλίδα, στη Ζάκυθο, όξω από την Τουρκιά. Καμένο το έχει του στα πυρπολημένα Γιάννινα του Αλή' ο μεγάλος Διαφωτιστής, πρόσφυγας στο Τσεπέλοβο ψηλά, στον Πίνδο, γιατροπορεύει, παραστέκει, συνάζει παράδες για την [i]«Κάσσα των Γιαννίνων»[/i], της Ξελευτερίας.
         22 Τρυγητού 1822. Ενάμισο χρόνο του δίνει ακόμα το θείο τεφτέρι. Στες 28 Δεκεμβρίου του 1823 θα σβήσει, 52 χρονώ, μακριά απ' το παιδί του, νικημένος απ' την ταλαιπωρία[8].
         [i]«Υγιέ μου,
         Η αποκατάσταση στο δρόμο της ευτυχίας σου καταδαμάζει στην καρδιά μου τον πόνο του χωρισμού σου […] αλλά η αβεβαιότητα ακόμα του έργου με κρατάει σε αδιάκοπον κυματισμό […] Όσο ζιω, υγιέ μου, και είναι χρεία να συντρέξω, ακόμα, σε αναγκαιότατα έξοδά σου, δεν καταδέχομαι ποτέ να χρειαστής άλλου βοήθεια […] Ως πού φτάνει η αγάπη των γονέων […] εσύ είναι αδύνατον να την γνωρίσης ακόμα. Η στέρεψη και των αναγκαιοτάτων, όποτε χρησιμεύει για το καλό των άξιων παιδιών, γένεται άκρα απόλαψη στους γονείς. Τα παιδιά είναι η εξακολούθηση της ζωής των γονέων, είναι ένα και το αυτό' όλη η διαφορά στέκεται στο ολιγόστεμα της ζωντανάδας από την αρχή και στο αβγάτισμα της ίδιας στα κλωνάρια.
         Μην παραξενεύεσαι, υγιέ μου, για την ανησυχίαν μου' η πράξη, στο μεγάλο βιβλίο του κόσμου, εξαιτίας της πολυκαιρινής παρατήρησης, με αναγκάζει να αμφιβάνω στα μέτρα της ορμητικής νειότης […] Ενόσω σ' είχα σιμά μου, είχα ο ίδιος το χαλινό, οπού σ' εμπόδαγε να παραστρατήσης' κοντά σε άλλον πώς να βεβαιωθώ για την οδηγία σου, λείποντας ο ίσκιος του πατρός;
         Μη σε μέλει για την κατάστασή μου' αλήθεια, τα δεινά μου περιστατικά μου έφεραν στενοχώριες, μόνε ξέρε πως εγώ είμαι και γενναιόκαρδος' μήτε καταπέφτω εύκολα από την ενάντια τύχη […] Μείνε ήσυχος για μένα και κύτταξε να μη ταλαιπωρής τον εαυτό σου.
         Κοντά σε όσα εσημείωσα, λογιάζω αναγκαιότατα ακόμη να σου θυμήσω πως ο άνθρωπος πρέπει να έχη τίμιον χαρακτήρα για να ζήση στον κόσμο με υπόληψη. Ο φιλαλήθης και ο φιλοδίκαιος ευρίσκεται αναπάντεχα πιασμένος στες παγίδες των δολερών και κακοποιών ανθρώπων. Είναι χρεία, λοιπόν, να φυλάγεται ο χαρακτήρας, αλλά να μην φανερώνεται σε όποιον λάχει ανεξέταστα. Η προσποίηση είναι κακία, αλλ' αυτή γίνεται αρετή όποτε δεν συντρέχει προς βλάβη του άλλου. Ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο για να μην παραβή το χρέος του προς την πατρίδα και την αρετή' μόνε έδωκε αφορμή να θριαμβέψη η κακία …
         Υγιέ μου…» [/i]
         Το κομπολόι γλυστρά ατελεύτητα κάτω από τον αντίχειρα του Χρόνου. Κάθε τρεις χάντρες μαργαριταρένιες και μια χοντρή σταγόνα δάκρυ!
         [i]«Γιε μου!
         Επί τη αναλίψη της αδείας του Δικηγόρου.
         Ο θεός ηυδόκησε να γίνης Μεσήτης μεταξή δικεοσήνης και λαού,
         Έσο δίκαιος, πράος και ακάματος εργάτης, της επιστήμισου της δόξης της οικογενίασου και του έθνους.
         Θεράπευε την προσβολήν διά της συγνώμης την διχόνιαν διά της ενότητος την πλάνην διά της αληθείας. την αμφιβολίαν διά της πίστεος
         Εύχομαι όπως γνωρίσης ημέρας δόξης είθε ο Πανάγαθος θεός να καταστήση σε αντάξιον της επιστήμης ην επιλέξαμαι,
         Έσο φύλαξ και προστάτης της αγίας ημών εκλησίας Στήριξων την δύναμήν σου επί μόνης της Αγάπης.
         Ο Πατήρ σου …»[/i]
         Ο αγράμματος πατέρας![9] Γιομάτος λάθη και πίστη. Όλος αγωνία και λαχτάρα' καμάρι κι ανασφάλεια. Προσπάθησε κι αυτός, με τη σειρά του, να χαλιναγωγήσει τα μελλούμενα.
         Την ώρα που θα παραδίνουμε τη σκυτάλη, το ίδιο θα πράξουμε κι εμείς… Τα αιώνια τ' ανθρωπινά!
         [i]«Υγιέ μου…!»[/i]

[right][i]Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό
«ΓΙΑΤΙ» Σερρών, Νοέμ.-Δεκ. 1993[/i][/right]

-------------------------------------------------------------[/size]
[b]ΣΗΜΕΙΩΣΟΥΛΕΣ:[/b]

[1] Ολόκληρο το κείμενο της διαθήκης, με πολυσέλιδο διεισδυτικό, νομικόν κυρίως, σχολιασμό, το δημοσίεψε ο εξαίρετος Σκυριανός αρχειοδίφης Ξενοφών Αντωνιάδης στη μελέτη του «Σκυριανές Διαθήκες του ΙΖ΄ αιώνα» [Δελτίο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμ. 26, σελ. 162 επ.].
[2] Από το «στέργω» [ευαρεστούμαι]' «παρακαλετοί» χαραχτηρίζονται σε άλλες διαθήκες της Τουρκοκρατίας.
[3] Να μην μπορεί κανείς [ονομαστική ενικού!].
[4] Δικαστήριο [κριτάδες].
[5] Την πληροφορία για την παράσταση αυτή του 1661 μας τη δίνει, μέσα σε πλήθος άλλες, το εκπληχτικό θεατρικό πρόγραμμα που τύπωσε το «Ανοιχτό Θέατρο» του Γ. Μιχαηλίδη με τον τίτλο «Σαίξπηρ: Η ζωή, το έργο, η εποχή του» για τη θεατρική του περίοδο 1991-92 και για την παράσταση του Άμλετ.
[6] Η μετάφραση είναι του Γιώργου Χειμωνά [Άμλετ, έκδ. Κέδρος, γ΄ έκδ., σελ. 36]. Το «Ανοιχτό Θέατρο» σ' αυτήν στηρίχτηκε, και με το δίκιο του.
[7] Ο Γεώργιος Βαβαρέτος, Ηπειρώτης δημοσιογράφος, γνωστός μας και από τις νομικές του εκδόσεις, δημοσίεψε ολόκληρη την τρυφερή επιστολή του ανήσυχου πατέρα και διανοούμενου στη μελέτη του «Ιωάννης Βηλαράς» [Αθήνα, 1969, σελ. 38 επ.]. Μιαν άλλη επιστολή του Βηλαρά στο γιο του, γραμμένη οχτώ μέρες αργότερα, στες 30 Τρυγητού, δημοσίεψε ο ποτέ Διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους, Κωνσταντίνος Διαμάντης, στο περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία» [τεύχος 47, Μάρτιος 1956, σελ. 237-8], κάτω από τον τίτλο «Ανέκδοτοι επιστολαί του ποιητού Ιωάν. Βηλαρά και της συζύγου αυτού Μαριάννας».
[8] Ο Τσεπελοβίτης ερευνητής Ευριπίδης Γιαννακός, συνταξιούχος τότε δάσκαλος, περαστικόν προσκυνητή του χωριού του με τίμησε το καλοκαίρι του 1991 με το να μου εμπιστευτεί για φωτοτύπωση δυο χειρόγραφα τετράδια απ' τη, δυστυχώς, ανέκδοτη Ιστορία του Τσεπέλοβου που είχε συντάξει από παλιά. Στη σελ. 479 [τετράδιο Νο 11] σημείωνε: [i]«Για το Βηλαρά στο χωριό μας, που τόσοι ασχολήθηκαν κι έγραψαν, ο Μιχ. Περάνθης στο Β΄ τόμο της «Ελληνικής Πεζογραφίας», στη σελ. 237 γράφει: ««Τον Αύγουστο του 1820 η μεγάλη πυρκαϊά των Γιαννίνων εσώριασε το σπίτι του. Κατέφυγε πάμπτωχος στο χωριό Τσεπέλοβο, όπου πέθανε, από μαρασμό […]»»[/i]. Η παραπάνω πληροφορία του Περάνθη, για το Βηλαρά, είναι απολύτως αστήριχτη. Ο Βηλαράς, βέβαια, πέθανε εδώ, στο φιλικό του σπίτι του γιατρού Δημήτρη Πολυχρόνη. Εδώ έζησε 2 ½ χρόνια περίπου. Ο Βηλαράς, αρχηγός, μαζί με τον Ψαλίδα, του Ηπειρωτικού Γραφείου της Ελληνικής Επαναστάσεως, είχε φιλικότατες σχέσεις με τους Τσεπελοβίτες, έπαιρνε μέρος ενεργό στις συνελεύσεις του χωριού, είχε αδερφική φιλία και αγάπη με τον εμπειρικό γιατρό Δημήτρη Πολυχρόνη, στο σπίτι του οποίου έμενε, διοικούσε την «Κάσσα των Γιαννίνων», εργαζόταν σα γιατρός εδώ, έγραφε και έπαιρνε γράμματα σχετικά με την επανάσταση του 1821. Δε νομίζω πως του έμενε καιρός να μαραζώσει. Ο Βηλαράς δεν ήταν απ' τους ανθρώπους που τα χάνουν και μαραζώνουν τόσο ώστε να [i]««πεθάνουν από μαρασμό»» [/i][…] Δε λέω πως δεν είχε καημό για το βιος του και το αρχοντικό του που κάηκαν στα Γιάννενα, δε λέω πως χαιρότανε για τον αναγκαστικό εκπατρισμό του, όμως το γράμμα του προς το γιο του φανερώνει τη λαχτάρα για το παιδί του μα και την αυτοπεποίθηση για τον εαυτό του, αφού οικονομούσε χρήματα και πλήρωνε και [i]««από τα χρέη του»»,[/i] όπως γράφει ο ίδιος [i][«οικονομούμαι για την πόρεψή μου και από τα χρέη μου όλο και κάτι επλήρωσα…»][/i]. Ο Βηλαράς πέθανε, όπως λέγανε οι παλιοί, από [i]««ξαφνική αρρώστια»» [/i]κι όχι από [i]««μαρασμό»», [/i]αφού έζησε εδώ πάνω 2 ½ χρόνια, μια ζωή γεμάτη εθνική δράση…».
[9] Το χειρόγραφο –του οποίου, βέβαια, διατήρησα ευλαβικά την ορθογραφία, όπως και των υπόλοιπων παραθεμάτων μου- βρίσκεται στα χέρια μου, καθώς ήταν φυσικό. Το πρωτότυπο απ' όπου πρέπει να ξεσήκωσε φρασούλες ο πατέρας το αγνοώ.

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
15:00
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
13:40
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
10:20
08/10/19
Η Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας του άρθρου 16 Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013) ανακοινώνει ότι...
Εκδηλώσεις
18:39
07/10/19
Το Ινστιτούτο Διεθνούς και Ελληνικού Αθλητικού Δικαίου (Ι.Δ.Ε.Α.Δ.)  σας προσκαλεί στην ετήσια...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
13:18
04/10/19
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών διοργανώνει Σπουδαστήριο για τον νέο Ποινικό Κώδικα, για ασκούμενους...
Εκδηλώσεις
12:51
02/10/19
  Η PALLADIAN CONFERENCES διοργανώνει για 6η συνεχή...
Προκηρύξεις
19:30
23/09/19
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
08:37
23/09/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
19:47
18/09/19
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
18:08
17/09/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...