Το λεωφορείο της γραμμής

ΝΙΚΟΣ ΑΣΑΝΣΕΡΙΤΗΣ

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ

Στον καλό μου φίλο, το Γιώργο τον Τάσκαρη, τον παραπονιάρη

Στεκόταν όρθια η Γιωργία, πίσω από το κουβούκλι του οδηγού, καθώς το λεωφορείο τράβαγε κατά το Κέντρο, από τη Νέα Σμύρνη. Κρατιόταν, ευτυχώς, από το στύλο όταν το όχημα σκουντούφλησε φρενάροντας καταμεσής στο ρεύμα του. Δοσμένη στους προβληματισμούς της καθώς ήταν, αιφνιδιάστηκε. Ο οδηγός, του μόχθου ένας άνθρωπος, μεσόκοπος, όχι και τόσο φρεσκοξυ-ρισμένος, ταρακουνιότανε στο κάθισμα. Αποφασιστικά κάποτε άνοιξε την μπροστινή θύρα εξόδου, σηκώθηκε και τράβηξε να κατεβεί από δεξιά. Τι να ’παθε; Πλησιάζει η Γιωργία το παρμπρίζ και σκύβει για να δει.
Μπροστά στο ρύγχος του οχήματος, δυο περιστέρια. Το ’να παραδομένο στ’ αμετάκλητο. Τ’ άλλο, σκυμμένο να του παραστέκει. Να τ’ ακραγγίζει στοργικά, μια με το ράμφος, μια ανασηκώνοντας δισταχτικά το νυχοπόδαρο. Να το ρωτά και να ρωτιέται: «Τι ’ν’ τούτο που μας βρήκε, αγαπούλι!!!» Να μη φοβάται ένα κοτζάμ θεριό-λεωφορείο’ να μην κουνιέται από τη θέση του!
Ο οδηγός, σαν πάτησε στο δρόμο, κοντοστάθηκε. Κοιτάζει μια δεξιά, μια αριστερά, σαν να το σκέφτεται. Ξεκίνησε αργά, με προσοχή και φτάνοντας στο σύμπλεγμα τείνει τα δυο του χέρια, θαρρείς σα δέηση, κάπως σαν προσφορά, και περιμένει. Τότε το περιστέρι που μοιρολογούσε, αναπετάρισε, στα ίδια του τα πόδια σκόνταψε’ κι έκανε πίσω.
Ο άνθρωπος χαμήλωσε τα χέρια, τα έκλεισε απαλά γύρω από το άψυχο κορμάκι, το σήκωσε με προσοχή, βάδισε και τ’ απόθεσε σ’ ένα οικόπεδο εκεί δίπλα, ενώ η ματιά του ερευνούσε ένα γύρο. Ανασηκώθηκε, καθώς το ζωντανό τον κοντοζύγωνε, και αποσύρθηκε πισωπατώντας.
Βιάστηκε ύστερα να επιστρέψει στο τιμόνι. Οι επιβάτες, εγκαταλείποντας τις θέσεις τους οι πιο πολλοί, είχαν συγκεντρωθεί πίσω από τη Γιωργία και δεν είχαν προλάβει να θυμώσουν όσο ήταν καιρός. Κάπου από πίσω τότε ακούστηκε δειλό ένα χτύπημα. Κι άλλο ένα και κοντά ένα τρίτο. Σαν ντόμινο αργοκίνητο πληθύναν τα χειροκροτήματα, αλλά συγκρατημένα, σιγανά, να μη σκιαχτεί τ’ απαρηγόρητο...
Δεν τα κατάφερε να κρατηθεί η Γιωργία. Κι άλλα ζευγάρια μάτια βούρκωναν καθώς το μηχανόκαρδο θεριό ξεκίναγε μουγκρίζοντας.
Μόνο κείνος ο τιμονιέρης ο περίεργος, πιεσμένος από τη χαμένη ώρα που ’τρεχε μπροστά του, οδήγαγε με ψυχραμία και συγκέντρωση, και δεν ακούγονταν καθόλου τ’ αναφιλητά που του δαγκώνανε με λύσσα το στομάχι...
 

 

Βριλήσσια, 6/8/2011

 

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
12:16
12/09/19
Εκδηλώσεις
11:24
10/09/19
Το Ινστιτούτο για το Δίκαιο Προστασίας της Ιδιωτικότητας, των Προσωπικών Δεδομένων και την...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
11:23
10/09/19
Οι συνάδελφοι νέοι δικηγόροι που δεν έχουν λάβει το μέρισμα του Ε.Δ.Λ.Ν.Δ. της περιόδου Ιουνίου...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
11:15
09/09/19
Την 25η Σεπτεμβρίου 2019, ημέρα Τετάρτη και ώρα 10:30 έως 14:30 στα γραφεία του Δικηγορικού...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
17:05
08/08/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
22:25
30/07/19
Με επιστολή του, το ΔΣ του ΔΣΑ επισημαίνει στους υπουργούς Εσωτερικών και αναπληρωτή υπουργό...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
13:29
26/07/19
Αίτημα στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατέθεσε σήμερα το...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
14:14
24/07/19
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
18:02
16/07/19
Εκδηλώσεις
09:35
15/07/19
Η Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών πριν τις καλοκαιρινές διακοπές διοργανώνει τον...