ΟΙ ΜΕΣΟΚΟΠΟΙ

ΝΙΚΟΣ  ΑΣΑΝΣΕΡΙΤΗΣ

 

ΟΙ  ΜΕΣΟΚΟΠΟΙ

 

            Ο αγγρισμένος λέοντας είχε πεταχτεί ορθός. Τα μπροστινά του πόδια είχαν αγκιστρωθεί στη ράχη του θηλυκού. Τα πισινά του  πατούσαν γερά  το λονδρέζικο γρασίδι. Την επόμενη κίνηση δεν ήταν δύσκολο να την προβλέψεις.

            -Κραααα..... είχε βρυχηθεί αυτάρεσκα.

          Ο μισός Ζωολογικός Κήπος τσακίστηκε να περικυκλώσει τη νησίδα  ευωχίας, γύρω απ' τη βαθιά καγκελόφραχτη τάφρο.

           -Κραα, ρεύτηκε το χτήνος και ξεκαβάλησε... Ξάπλωσε στο χλιαρό χορτάρι  με κινήσεις νωχελικές, αδιάφορο για το θηλυκό του που  έβοσκε, κι  έπιασε να χαζεύει τ' απογοητευμένο πλήθος, με το πηγούνι αναπαμένο κατά γης. Διαλυθήκαμε...

           Πολλοί  εσάρκασαν. Αλλ' όχι όλοι. Υπήρχαν κι οι κατανοούντες' οι  συμπάσχοντες.  Αυτοί τι να σαρκάσουν; Θα 'ταν σαν να δαγκώνανε  τις σάρκες  τους.  Αποχωρήσαμε  κι  εμείς, ένα  μαζί  τους,  αγέλαστοι και πικραμένοι. Δεν είχαμε προλάβει και να φωτογραφίσουμε...

           Περιπλανηθήκαμε  αρκετά  μέσα στο απέραντο σωφρονιστήριο  των απονήρευτων  ενστίκτων. Ξανα-ταλαιπωρηθήκαμε κι απέξω ώσπου να βρούμε το συρμό μας, κάτω στις ανεμοδαρμένες κατακόμβες της υπόγειας  τρενο-πολιτείας.  Κάποτε αναδυθήκαμε, στα πρόθυρα της Κυπριώτικης  γειτονιάς.

          Το Αυγουστιάτικο σούρουπο δεν ήτανε μακριά. Προσανατολιστήκαμε σιωπηλά, κατάκοποι, και πήραμε τα πόδια μας γδέρνοντας το πλακόστρωτο. Οι μαύροι κι  οι μαυρούλες με τα ψιλά τα κοτσιδάκια έπιναν μπύρα και σημάδευαν με τ' άδεια κονσερβοκούτια τούς ξέχειλους κάλαθους των αχρήστων. Απόξω από τις μπάρες οι ξανθοκόκκινοι εγγλέζοι συζητούσανε τρικλίζοντας, κι  ένα  ζευγάρι,  μπροστά  σε μια μπουτίκα, κάναν ν' αρχίσουν από κει οπού  'χε σταματήσει ο Λέων ο ανήμπορος και ακαμάτης. Εμείς, ζαλωμένοι, κι οι δυο μαζί, έναν αιώνα και κάτι, ακολουθούσαμε σκουντούφληδες τον πικρό δρόμο μας για την πανσιόν. Ικέτευα για μιαν ανάμνηση σωτήρια, κάτι να οξυγονώσει τον εγκέφαλο, να  μου στηρίξει ως το τέρμα τα ποδάρια.

Κι ήρθεν ο 'Αγιος Μαρτίνος  των  Αγρών... Απ' την πλατεία του Τραφάλγκαρ, με  το  στηλίτη Νέλσονα,  ποιμένα  υπερόπτη  των  λευκών βρετανικών  λεόντων.  Κει  που προχτές  είχαμε  μείνει  άναυδοι εμπρός στο  μεγαλείο  του  απροσδόκητα φιλόμουσου Ναού του.

          Είχαμε, πρώτα, ανακαλύψει τη φιλόξενη κρύπτη, με το εκθετήριο των πινάκων, τα γουστόζικα τα καρποστάλια, τη χαριτωμένη κολατσίστρα με τα  λιλιπούτεια τραπεζάκια. Τα εγγλεζόπουλα τρωγόπιναν συγκρατημένα, κι όταν  δυο  γιαπωνεζούλες,  χωρίς να κουνηθούν από  το  τραπεζάκι  τους, πιάσαν  ένα κομμάτι κλασικό με τα βιολιά τους, τα μεγάφωνα  -διακριτικά ίσαμε τότε, οπωσδήποτε- σεβάστηκαν τη συγχορδία τους και βουβαθήκαν  εντελώς. Μετά  αγοράσαμε εισιτήρια για τη μεγάλη μας την ανακάλυψη, οπού θα  μας περίμενε, στην ώρα της, στ' ανώγειο, καταμεσής στην Εκκλησιά του Αγίου των Αγρών.

           Τα σκυλιά, δυο θεριά συσταζούμενα, καρτέραγαν στην αρχή  της ουράς, παραστάτες του αόματου αφεντός τους. Ανοίγοντας οι  πύλες  του  Ναού,  τον  πήραν από το μπαστούνι και τον απόθεσαν απαλά  στο  στασίδι του, πιάσαν κι εκείνα από 'να πλαϊνό στασίδι και κοκαλώσαν περιμένοντας  τους μάγους.

          Είχαν απλώσει, καμαρωτοί καντηλανάφτες, μια κορδέλα αριστερά, από  κολόνα  σε κολόνα, και μια στην πάντα τη δεξιά κι είχανε κόψει  σε  τρεις  πεζούλες τα έδρανα των πιστών. Στη μεσαία, στο ξέφωτο να  πούμε, είχαν  μαντρώσει  τα εισιτήρια των οχτώ λιρών' κάτω απ' τον  ίσκιο  των κιόνων,  δεξιά κι αριστερά, είχαν περιορίσει τα πεντόλιρα. Βρεθήκαμε, τελείως  αυθόρμητα, σύρριζα στην κορδέλα' στην αρχή από την  εξωτερική, σε  λίγο  από τη μέσα τη μεριά. Ματιάζαμε μια τα φιλάνθρωπα  θεριά  στ' αριστερά  μας, μια το βαρύ το κοντραμπάσο, στ' αλτάρι μπροστά, παρέα με τα  βιολοντσέλα  που  φεγγοβολούσαν κάτου από τις ψηλές  λαμπάδες,  τις παρθενικές και νυφοστολισμένες.

          Μπήκανε τότες κάτι μαυρομάλλικα, ντυμένα τσιγγάνοι. Με τα  βιολιά  και  με  τα  νιάτα  τους στην αγκαλιά.  Μπροστά  τους  κείνη  η πεταχτούλα, με  την  ποδίτσα,  η  παρδαλή,  φτενή,  δυο  πήχες  μπόι. Χειροκροτήματα, υποκλίσες.

          'Οπου πατάει πεισματικά το ποδαράκι της γερά στο τίμιο πάτωμα η τοσηδούλα σούρνοντας το δοξάρι πάνω στις υπάκουες χορδές. Από κοντά η κομπανία με τα έγχορδα. Από κοντα κι εμείς: 'Αει, μανούλα μ'....!

          Να  τους  που  κατεβαίνουν οι αγγέλοι απ' τα  βιτρά,  και  να χορός!  Ξέμπλεκα  τα  μαλλιά τα μαύρα, τα χείλια πυρά, οι  μαντίλες  ν' ανεμίζουν  μεθυσμένες,  αραχνοϋφαντες, αέρινες, άυλες, πνεματικές'  από τις ουράνιες σκισμάδες των βιολιών, και μέχρι του φοβερού Βήματος του Χριστού έτι .... Κι εκεί να καταλαγιάζουν και να σβήνουνται.

           Ψηλά, στη θέση του δικού μας Παντοκράτορα, να  ψυχανεμίζεσαι τ’  αεράκι που πιάνει να χαϊδολογά τις κορφάδες των κιόνων' να νιώθεις  εσύ, χαμηλά, τις κολόνες να τρεμουλιάζουν ανταριασμένες και, ξάφνου, να ξεκορμίζει  απ'  το στερέωμα ένα φύλλο, να χαμηλώνει, να  διστάζει,  να γλιστρά,  να  κόβει φόρα, να διπλώνει, να ξεδιπλώνεται απαλά  πα'  στον αέρα,  να  ξαμολιέται  ολόγυρα  βλογώντας τα  κεφάλια  των  πιστών,  να  συμμαζεύεται  στο  κέντρο, κι απέ, θαρρείς από 'να χέρι  οδηγημένο, να κατεβαίνει  σταθερά και να ρουφιέται αργογλιστρούμενο μέσ' στο βιολί το θείο της μαγεστρίνας, της μικρόσχημης κι ονειρεμένης.

           Τότες εκείνη να μανιάζει, να φρουμάζει και να σπαρταρά. Όπου ανοίγουν  εξαίφνης  αι  πύλαι τ' ουρανού, εγείρεται  η  σκεπή,  φεύγει, δρέμει  και  χάνεται.  Χύνουνται οι νότες το κατόπι της,  γιγαντώνει  η μάγισσα, θεριεύει η κομπανία, ψηλώνει ο νους τ' αθρώπου. Σαν τα πουλιά, σμάρι  τρελούμενο, διχάζουμε τα ουράνια κυνηγώντας κείνο το κορίτσι  το δαιμόνιο,  πειθαρχικά  φτεροκοπώντας πάνω στ' απείθαρχα τα χνάρια της, όλοι μαζί: Εγγλέζοι, Γιαπωνέζοι, Μαυραπόστολοι, σκύλοι, Ρωμιοί...

Σαν ακουμπήσαμε στη γης -και συνεφέραμε, ντυθήκαμε τις διαστάσεις  μας  κι ανθρωπιστήκαμε- ορτσάραμε  χειροκροτώντας, και  δε βοδώναμε  να καθαρίζουμε τα μάτια μας απ' τα νωπά τ'  αποτυπώματα  της Τέχνης:

Άφεριμ! Εϊμέν!....

...Τώρα, μπουχτισμένοι από τα χνώτα τ' αλκολούχα του Κάμντεν-Τάουν, κουρασμένοι από τον ποδαρόδρομο και το φορτίο με τες εντύπωσες, εξεκλειδώναμε επιτέλους την Τσυπριώτικη πανσιόνα, ορεγόμενοι βαθύστρωτα κρεβάτια, παπλώματα ζεστουλερά. Αστειευτήκαμαν, ρουφήξαμαν κι έναν ποτόν, ξαπλώσαμαν και, ω του θαύματος, επιχειρήσαμαν ...

 Κομμάτι  αργότερα,  στον ύπνο μας, ονειρευτήκαμαν -κείνη κι εγώ- λιοντάρια  σκλαβωμένα. Αλλά, να δεις, με το 'να φρύδι σηκωμένο -ωσάν το Νέλσονα:

Σαρκάζοντάς τα, επιτέλους!

 

                                                             26 Δεκεμβρίου '92

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΔΣΑ
09:22
27/02/20
Ο ΔΣΑ διοργανώνει Σπουδαστήριο Πολιτικής Δικονομίας με τον γενικό τίτλο "Ειδικά ζητήματα πολιτικής...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
02:17
25/02/20
Προκειμένου να εξασφαλιστούν για τους συναδέλφους οι καλύτεροι δυνατοί όροι προμήθειας υπηρεσιών...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
17:25
21/02/20
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
21:45
18/02/20
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
18:34
17/02/20
Η Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών διοργανώνει τον χειμερινό της χορό και σας προσκαλεί...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
17:33
17/02/20
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
14:08
13/02/20
Η Ε.Α.Ν.Δ.Α. ήταν παρούσα από την πρώτη ημέρα στον αγώνα κατά της αιφνιδιαστικής επιβολής του...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
09:55
13/02/20
Το ΔΣ του ΔΣΑ επικύρωσε, κατά πλειοψηφία (με ψήφους 11 υπέρ, 6 κατά και 1 λευκό), την απόφαση της...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
09:53
13/02/20
Α. Πληροφορίες για όσους έχουν ήδη προσωποποιημένη κάρτα του ΟΑΣΑ Όσοι δικηγόροι και ασκούμενοι...