ΣΤΗΣ NIOTHΣ ΤΙΣ ΑΝΗΦΟΡΙΕΣ

 ΝΙΚΟΣ ΑΣΑΝΣΕΡΙΤΗΣ

 

ΣΤΗΣ NIOTHΣ ΤΙΣ ΑΝΗΦΟΡΙΕΣ

Μνήμη του Αγίου Παγκρατίου με τα μονώροφα & κάμποσα διώροφα

 

Ο καθένας μας ανήκει στη δικιά του εποχή... Εγώ, προσωπικά, στη δεύτερη δεκαετία της ζωής μου. Ακούω τον Πολυμέρη και παθιάζομαι. Βλέπω Λογοθετίδη και δακρύζω.

Φοιτηταριά. Ροβολάγαμε, με τις κιθάρες ανά χείρας, για την Πλάκα. Ποδαράτο, απ’ το Παγκράτι. Ως το Παλιό Πανεπιστήμιο. Φορούσα ένα περίεργο πουκάμισο, με έγχρωμα λαχούρια. Μου ’πεφτε φαρδύ. Ποιος το ’χε φέρει, απ’ την Αμέρικα, πού να θυμάμαι τώρα! Το φόραγα γιατί μου φαίνονταν αστείο και δεν τσαλακωνότανε με τίποτα -αλλιώτικο πράμα: νάυλον!

Μαζευόμασταν πέντ’ έξη παλικάρια και δυο-τρεις κιθάρες. Ο Λάκης με τη δικιά του, την καινούργια. Είχε μάθει να παίζει σε μια χορδή, με δυσκολία οπωσδήποτε:

«Ας χαμηλώ- ας χαμηλώναν τα βουνά...».

Ως εκεί περίπου. Ωστόσο, είχε σκαρφιστεί κι ένα δικό του τραγουδάκι. Χωρίς μουσική μεν κι ούτε καν ολοκληρωμένο’ την αρχή του μοναχά είχε σκαρώσει. Αλλά, μας το ’λεγε με περηφάνεια:

«Και πικροστέφανο γλυκό

στην κεφαλή του νά ’μπει!!!»

Μούρλια πράμα! Ο Βασίλης έφερνε, κι αυτός, τη δικιά του την κιθάρα. Σαν έπαιζε, ζορίζονταν πολύ. Αφοσιωνόταν, σοβαρός κι απρόσιτος, στο εγχείρημα, ανοιγόκλεινε ρυθμικά το στόμα κι έκανε σαν να μετράει σπαραχτικά, αθόρυβα όμως πάντα:

«Οχτακόσα-οχτακόσα-οχτακόσα...»

Γλέντι... Είχα κι εγώ μια κιθαρίτσα. Κουβάλαγε από τότε μια μικρή ιστορία πάνω της. Ένας θείος- θιος σχωρέστον τον μακάριο!- μου την είχε αγοράσει, κάτω, στην Αθήνα. Είχαμε κατέβει απ’ το χωριό μου, το Παγκράτι, μπήκαμε σ’ ένα μαγαζί κάπου στην Πανεπιστημίου -έτσι νομίζω πως θυμάμαι- και μου τη διάλεξε. Ζαλίστηκα απ’ το άρωμα του λούστρου της, έντεκα χρονώ παιδί τότε -κοντά παντελόνια. Την πήγα σπίτι αγκαλιά. Έπεσα με τα μούτρα στον έρωτά της. Ο θείος μού ’μαθε τ’ ακκομπανιαμέντα του ρε ματζόρε. Τραβούσα με την αδερφή μου στην Πετρούπολη, στο σπίτι του. Με το λεωφορείο. Περίμενες καμιά ώρα να φανεί. Κάπου στο τέρμα το σπιτάκι, στην ερημιά. Λίγο πιο πάνω, ένα ξεροβούνι. Ο θειος μας, χειμερινός κολυμβητής, φυσιολάτρης. Κυκλοφορούσε με πουκάμισο, χειμώνα-καλοκαίρι. Μια φορά, λέει, το καταχείμωνο, τραβούσε κατά το βουναλάκι. Με το μαγιώ! Βρέθηκε κάποιος συμπολίτης. Στάθηκε κι έκανε χάζι. Τον ρωτάει:

«Είναι μακριά η θάλασσα;»

Ζούσε αποτραβηγμένος με τη θεια σε δύο καμαράκια. Στη χωματένια την αυλή τριγυρνούσαν λεύτερα τα κοτόπουλα. Ο θειος έπαιζε μαντολίνο. Έκανα πως τον συνόδευα με την κιθάρα: Βουμ-πα, βουμ-πα, βουμ-πα...

«Ας χαμηλώ- ας χαμηλώναν τα βουνά...».

-Λα σέτιμο, τώραα!

«Να βλεπαμέ – να βλεπαμέ το Τζάαντε...»

Καμιά φορά πεταγόμουνα, να ξεχωρίσω τα πετεινά, να μην τσακώνονται: Ό κόκορας ανέβαινε πάνω στις κότες και τις τσίμπαγε στο λειρί...

-Άστα, παιδί μου, δεν πειράζει! με καθησύχαζε ο θείος διπλωματικά.

Divina simplicitas1 λεγόταν η ασθένειά μου. Και πού να δεις και τα χειρότερα!

Η άλλη μου η θεια, γέννημα θρέμμα Παγκρατιώτισσα, δεν ευτύχησε να παντρευτεί. Ούτε και σκολειό να πάει σαν ήτανε καιρός. Δυο φίλες είχε, όλες κι όλες: Τον Ντεούση και τον Καογέρη. Έτσι τις κορόιδευε η γιαγιά. Μοντέλα ασκήμιας και οι δυο τους! Τις είχα συνηθίσει, και γι’ αυτό δεν τις φοβόμουν πια. Μ’ αυτές έβγαινε βόλτα. Γυρίζανε τις εκκλησιές, ανάβανε κεριά, τις Κυριακές παραδίναν στον παπά ένα χαρτάκι με τα ονόματα των πεθαμένων αδελφών κι άλλο ένα «υπέρ υγείας» [«και περί παντρειάς...»] με τ’ όνομά τους, να το μνημονεύσει.

Δεν είχε κάνει νια κι αυτή; Πώς δα! Κάποτες μας ξομολογήθηκε τα πεπραγμένα της. Ντροπαλά, μα τα ’πε:

-Είχαμε ανεβεί στο βουναλάκι, τα κορίτσα. Ήταν ένα παλικαράκι, εκεί απέναντι, και μ’ άρεσε... Στεκόμουνα εγώ σε μια κορφούλα κι αυτό στο ταρατσάκι του. Το κοίταγα από μακριά. Με είδε που το κοίταγα, και κάναμ’ ... έρωτα!

-Πώς κάνατ’ έρωτα, μωρ’ θεια;

-Να, δε σου λέω; Κοιταζόμασταν...

Μ’ αυτό το κιθαρόνι, το λοιπόν, κατέβαινα κι εγώ στο Παλιό Πανεπιστήμιο. Έμενε τότε κόσμος και κοσμάκης στις ετοιμόρροπες τις αίθουσές του. Μιαν άκρη, στο ισόγειο την κράταγε ένας ταβερνιάρης. Γυψο-ρετσίνα, να την καταπίνεις και να στραβομουτσουνιάζεις, καμιά μαριδούλα, κάποτε και λίγο τυρί, κάνα λουκανικάκι. Ρεφενέ πάντα κι εξαντλώντας όλα μας τ’ αποθέματα.

Και, ύστερα, τραγούδι. Κάναμε τετραφωνία. Εγώ έκανα πρώτη, μόνο που μαρούδιζα. Πολύ μου άρεσε ο Μαρούδας –αυτός κι ο Πολυμέρης: τα ινδάλματα. Ο Κώστας είχε αυτί. Με το πες-πες έμαθε να κάνει σεγκόντο. Ο Βασίλης, γεννημένος καλλιτέχνης, έκανε τέρτσο – ο Θεός κι η ψυχή του... Οι υπόλοιποι, να δεις: Αυτοί κάνανε ... φάλτσο!

Ως αργά: Ως τις έντεκα! Γιατί έκλεινε πια το μαγαζί κι αρχίζαν τα ροχαλητά ένα γύρω. Κι οι πολιτσμάνοι αγρυπνούσαν...

Με τα ποδάρια πίσω στο Παγκράτι! Αλλά, η ζάλη δε μας άφηνε. Τη μια ο Τέλης πήρε από πίσω ένα νεαρό αστυφύλακα που περπατούσε βλοσυρός, και του μαϊμούδιζε το βάδισμά του: Περιύβρισις Αρχής! Την άλλη, ο Κώστας -πώς μπερδεύτηκε!- ανέβηκε να κοιμηθεί στα κεραμίδια... Και την παράλλη, ο Βασίλης μέθυσε για τα καλά. Κουδούνι! Μόλις σηκώθηκε από την καρέκλα, κόντεψε να στρωθεί κατάχαμα, μαζί με την κιθάρα. Προλάβαμε και τους μαζέψαμε. Αλλά, ήθελε να κάνει την ανάγκη του... Τον πήγαμε σηκωτόν ως τ’ αποχωρητήριο και -αυτό θα πει φιλία!- του λύσαμε τα βρακοζόνια, τον καθίσαμε όπου έπρεπε και τον τραβούσαμε απ’ τα χέρια, να μην πέσει μέσα! Ξαλαφρωμένον, τονε στήσαμε ορθό και ξεκινήσαμε, κρατώντας τον απ’ τις μασχάλες. Το κεφάλι του πήγαινε κι έρχονταν. Κάποια στιγμή, προσπερνάμε κάτι έργα αποχετεύσεως’ ένα σκάμμα. Κι ο Βασιλάκης, σαν άλλος Ορέστης Μακρής, τραυλίζοντας:

-Παιδιά! Προσέχετε! Ποτάμι!

Τις προάλλες, βρέθηκε τεχνίτης: Μου ’φτιαξε το πικάπ –καλή του ώρα! Ανέσκαψα τη δισκοθήκη. Ετίναξα τη σκόνη του Χρόνου. Και εγένετο φως!

Έβαλα ν’ ακούσω τη Μαίρη Λω! Στην Πανεπιστημίου έλαμψε κι εκείνη: Του «Πέτρογκραδ» πανέμορφη οικοδέσποινα. Δίπλα στου Τσίτα την περίφημη την μπυραρία. Με το Νίκυ Γιάκοβλεφ, το λεπταίσθητο συνθέτη, τον εμιγκρέ αριστοκράτη. Έβαλα Φώτη Πολυμέρη, Γούναρη, Μαρούδα, Δανάη, Κάκια Μένδρη. Φωνές αισθαντικές! Λόγια αγαπησιάρικα! Και τρις-αγαπημένα!!! Απόλαυσα το Γιάννη Σπάρτακο και τον Κώστα Γιαννίδη. Ρυθμός και Μελωδία! Νυγμοί λιγωτικοί! Μαγεία θεάρεστη...

.....Τι να μου αντιτάξεις τώρα εσύ, πτωχέ νεανίσκε!

 

Βριλήσσια, Πάσχα, 27.4.08

Με την προσήκουσα ευλάβεια

 

1 «Θεία αφέλεια», διά τους αλατίνιστους.

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΔΣΑ
14:09
25/02/21
Η προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών στο Δ.Σ.Α. για τον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Υποψηφίων...
Προκηρύξεις
18:54
23/02/21
To Δ.Σ. της Ε.Α.Ν.Δ.Α. σας κοινοποιεί το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Νομικής Βιβλιοθήκης σε ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
12:53
23/02/21
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Για τη συμμετοχή στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό...
Εκδηλώσεις
14:29
22/02/21
«Επίκαιρα ζητήματα πτωχευτικού δικαίου, ιδίως μετά τον ν. 4738/2020»  ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ (...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
16:24
10/02/21
Επισυνάπτεται η προκήρυξη για τον διαγωνισμό υποψηφίων δικηγόρων Α εξεταστικής περιόδου του...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
14:54
09/02/21
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
14:52
09/02/21
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Εκδηλώσεις
17:47
04/02/21
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
17:47
01/02/21
         ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ  ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
17:19
01/02/21
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...