Τα Πλούτη τους

[i]ΝΙΚΟΣ ΑΣΑΝΣΕΡΙΤΗΣ[/i]

[center][size=14][b]ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ ΤΟΥΣ[/b][/size][/center]

         [size=12][i]-Να του πείτε να με πάρει στο τηλέφωνο π' άφησα στον παραμιλητή…[/i]
         Ο αυτόματος ο τηλεφωνητής τού το μετάδωσε απτόητος. Έτσι ανώνυμα, ως το κατάγραψε. Κι εκειός κατάλαβε: Η Χαλαραμπία!
         Του 'χε ξαναφήσει μήνυμα στο σατανικό μηχάνημα, δυο μέρες πριν: [i]"Γιάννη, τι κάνεις; Χρόνια σου πολλά! Τι κάνει ο γιόκας σου; Μεγάλωσε; Ακόμα δεν έβαλες τηλέφωνο στο σπίτι; Πάρε να σου πω!" [/i]Και τ΄ άφηκε το νούμερό της.
         Είχε να την ακούσει ένα χρόνο ακριβώς. Απ’ τη γιορτή του, καλή-ώρα. Αλλά η φωνή της, αναλλοίωτη τόσα χρόνια -σάμπως παιδιού που ξεθάρρεψε- ήτανε σήμα κατατεθέν. Ο τόνος, ο γνωστός: Φίλου γκαρδιακού -τονε ξέχασες, σε μαλώνει τρυφερά. Ήταν η Χαλαραμπία! Το δίχως άλλο.
         Κάτι θα θέλει πάλι να του 'μπιστευτεί για κείνη τη διαθήκη. Δε λέει να την υπογράψει, χρόνια τώρα. Όλο και τη θυμάται στη γιορτή του δικηγόρου’ όλο και του τη μνημονεύει. Την εξαγγέλλει ξανά και ξανά: [i]"Να το γράψω στο παιδί, Γιάννη μου, αυτό το σπιτάκι -εσύ ξέρεις. Να μη μου το πετάξει ο πατέρας του, έτσι που κατάντησε κι αυτός…".[/i]
         Το [i]παιδί [/i]θα 'χει περάσει τα τριάντα για τα καλά. Τόσα χρόνια πια! Πάνω από δέκα χρόνια πέρασαν αφόντις το ’διωξαν απ’ το στρατό, με τη ρετσινιά [i]"ψυχικά ακατάλληλος για στράτεμα",[/i] καταπώς δηγάται η δόλια η μάνα. Κείνος ο άντρας της, πάλι, πιστός στην νταμιτζάνα, αγριεμένος κι απρόσιτος, σύνοικος επίφοβος, αγριόγατος, οχτρός με το γατί του. Ο καημένος ο Νικόλας, ο πυγμαίος…
         Τον είχανε συστήσει -νέος τότε κι ο δικηγόρος στο επάγγελμα- κι ήρθαν αντάμα στο γραφείο του. Συσταζούμενοι και ποθοπλανταγμένοι. Το ασκημότερο ζευγάρι της πρωτεύουσας. Καθίσαν πλάι-πλάι, στον προθάλαμο. Τα ποδαράκια τους δεν έφταναν στο πάτωμα. Περίμεναν. Δυο αποπαίδια της μητέρας φύσης, χαριεντιζόντανε προσώρας με την ευτυχία. Εκεί να δεις χεριών διαπλοκή…
         Στο κυρίως γραφείο μπήκε ο άντρας’ έζεψε το δέος, γίνηκε αρειμάνιος. Γύρεψε απ’ το δικηγόρο να ελέγξει στο ποθητοφυλάκειο. Το 'χει τόντις το οικόπεδο η Χαραλαμπία; Θα τ'ς έβανε στεφάνι.
         Δικό της ήτανε. Στην αγία και ιερά Πετρούπολη. Εκεί φωλιάσανε. Δούλευε τότες το πιλοφόρι. Χτίζανε την Αθήνα απ' την αρχή. Σκαρφάλωνε στη σκαλωσιά ο Νικόλας με το φορτίο τη λάσπη στον ώμο. ’Πουργός. Κι έφερνε το μεροκάματο στη φωλιά. Ήτανε πότης από τότενες, θανατικός. Μα δουλευτής γερός. Πιάσανε και το Σπύρο. Έκλεισε κι η Χαλαραμπία σα γυναίκα.
         Σιγά-σιγά χτίσανε και δεύτερο δωματιάκι. Κουζίνα είχανε. Κι αποχωρτήριο. Καλά πορεύονταν.
         Περάσαν λίγα χρόνια και ξανάρθανε στο δικηγόρο. Μπήκαν -ο άντρας στιβαρός, κείνη γυναίκα [i]φλυαρούσα[/i]. Μια της έδινε, σταμάταγε. μιλάγανε οι άντρες. Ο Σπυράκος –μια σταλιά παιδί- περίεργος, γυρόφερνε τα πάντα με τα μάτια. Πού να ρωτήξει! Πατρική εξουσία…
         Δεν τους φοβότανε αυτός. Άκου, λέει! Είχε πιει το κρασάκι του, έβαλε την πλάκα στο πικάπι, μερακλώθηκε. Καλοκαιράκι ήτανε. Πετάχτηκε η μισή Πετρούπολη να τονε φάει. Τους περιποιήθηκε καλά! Τώρα του ’ρθε χαρτί για δικαστήριο.
         Ήτανε, βέβαια, μεσάνυχτα και κάτι. Τότες η τηλεόραση -ποιος είχε;- έκλεινε πριν τις έντεκα. Κόσμος εργατικός ολόγυρα. Το πρωί αγώι! Τι τα θες’ τους τρέλανε η απρόσκλητη πενιά μέσα στον ύπνο. Κι ας ήτανε του Στέλιου Καζαντζίδη. Ήρθαν στα λόγια. σε μία κόλλα τον τυλίξαν. Να τον δικάσουν για εξύβριση. Μα είχαν φιλότιμο. Δε χρειαστήκαν παρακάλια. Τον μήνυσαν για να του βάλουν γνώση. Να μην το ξανακάνει. Τώρα μετάνοιωσαν. Απόσυραν τη μήνυση. Άειντε, καημένε μου Νικόλα! Χάρη!
         Αμ δε! Αφήνει ο Βάκχος ο θεριακλής; Τι καημούς έκλεινε μέσα της αυτή η καψοκαρδιά! Τους ξαμόλαε, σα μεσονύχτιες βολίδες στο μαύρο κι άραχλο ουρανό με υπόκρουση κείνο τον πικρό Στελάρα. Αναστέναζες, δόλια Πετρούπολη! Ύπνος μετά βασάνων. Να την η καινούργια μήνυση. δεν άργησε. Στο δικαστήριο ο συνήγορος επικαλέστηκε τα παιδικά του χρόνια: Τι δε θα τράβηξε τούτη η κακόσχημη φιγούρα απ’ τα γειτονόπουλα που 'ναι τόσο σκληρά κάποιες φορές! Πώς αλλιώς να μαζευτεί μια τόση πίκρα, τόση αγανάχτηση σ’ αυτό το στενό, το σταφιδιάρικο κρανίο! Βρέθηκε νους αισθαντικός στην έδρα. Αρκέστηκε σε δέκα μέρες τιμωρία, εξαγοράσιμες.
         Κι ήρθαν οι Παττακοί για να μας σώσουν. Μας στρώσανε στο χειρουργείο. Μας πέρασαν το γύψο. Κηρύξανε [i]Δημοκρατία[/i]. Ο Νικόλας είχε την άποψή του. Και την είπε. Την ώρα τη συνηθισμένη τον κούρντισε ξανά τον Καζαντζίδη. Στη διαπασών. Προκλητικά.
         Κατέφθασε το [i]εκατό[/i] με τους χωροφυλάκους. Καθόταν στην αυλή και κάπνιζε, δίπλα στην νταμιτζάνα. Εκείνοι, αδιάφοροι για το άσυλο της κατοικίας, πηδήξανε το φράχτη να τον γραπώσουνε. [i]"Φασίστες, κερατάδες!"[/i] Ορμάει ο πυγμαίος και τους κατεβάζει τα μάγουλα, μαζί με τα γαλόνια. Βαράνε άταχτη υποχώρηση οι φύλακες του Νόμου. Κρύβανε τα σκισίματα με τα πηλήκια. Εδέησε να καταφθάσει δεύτερο [i]εκατό [/i]για να τον κάνουνε καλά. Και βγάλανε το άχτι τους στο κρατητήριο. Την άλλη τονε φέρανε με χειροπέδες στο δικαστήριο -μούρη μαυρισμένη, καρδιά αδούλωτη. Είχε ξενυχτήσει να μελετάει και να συνθέτει επιχειρήματα ο νεαρός συνήγορος. Ζήτησε αναβολή, αλλά κι απελευθέρωση. Γιατί –εξήγησε– είχε παραβιαστεί η διαδικασία. Δεν είχανε γνωστοποιήσει στον πελάτη την κατηγορία. Ψήλους στ' άχερα!
         Υπερετάγαν κάτι Δικαστές που ’χανε μυστική επαφή με τη συνείδησή τους. Κάνουν έτσι και τον αφήνουν λεύτερο! Κάτι Δικαστές καμιά φορά! Κι ήτανε κείνη την άγρια εποχή που ο ένας διχτάτορας εγκρέμιζε τον άλλον. Αφού κι η συνεδρίαση είχε διακοπεί γιατί ακουγόνταν πυροβολισμοί. Ύστερα από χρόνια ο Πρόεδρος του Τριμελούς ανέβηκε πολύ ψηλά. στον Άρειο Πάγο. Και να δεις που βρήκαν τότες να τον φάνε, με μια ριπή, κάποιοι άγνωστοι. Ο δικηγόρος τονε πένθησε. Ένας Δικαστής λιγότερος, πάντα είν' απώλεια.
         Μα, ο Νικόλας δε θα το μάθαινε ποτέ. Τελικά, η δίκη του έγινε ό,τι 'χαν πέσει οι σφετεριστές της εξουσίας. Χωροφυλάκοι και γειτόνοι οι μηνυτές. Αντίσταση κατά της Αρχής. Σωματικές βλάβες. Εξυβρίσεις ένα σωρό.[i] "Τεντυμποϊσμός". [/i]Δε σήκωνε αναστολή. Πολύ σκούρα τα πράμματα…
         Ο συνήγορος καταπιάστηκε ν' αποδείξει παραβίαση νυχτερινού ασύλου –για να γλυτώσει το Νικόλα απ’ την "αντίσταση". Ο εισαγγελέας, νέος κι αυτός και ικανότατος, κατάλαβε τον κίνδυνο κι άρχισε να ρωτά κατάλληλα τους χωροφύλακες. Κείνοι τα στρίψανε, πειθαρχημένοι κι ευθυνόφοβοι. Είχε στραβώσει η διαδικασία. Κάποιος απ’ τους γειτόνους λύγισε, ωστόσο, σαν ήρθε η σειρά του. Ανακαλεί! Μια τούφα χιόνι σαν να πήρε τον κατήφορο. Αρχή χιονοστιβάδας. Παραιτηθήκαν ένας-ένας κι οι επόμενοι. Οι χωροφύλακες κοιτάζονταν με απορία. Βγαίνει ο εισαγγελέας και τους ρωτάει μήπως ανακαλούν κι αυτοί. Ήπιος τώρα. Ξυπνάει κείνο το αιωνόβιο φιλότιμο και γεμίζει παραιτήσεις τον αέρα. Ο εισαγγελέας προτείνει απαλλαγή για την αντίσταση, ν' απορριφθεί κι ο [i]τεντυμποϊσμός[/i]…
         [i]-Η υπεράσπισις έχει τον λόγον. [/i]
         Κάνει να μιλήσει ο υπερασπιστής κι αντίς για λόγια του βγαίνουν δάκρυα! Κρατιέται. Αλλά, φωνή δεν έχει.
         [i]-Ορίστε, η υπεράσπισις![/i]
         Νέα προσπάθεια. Ασυναισθήτως ακουμπάει το χέρι και τον κώδικα στην έδρα –κατεβασμένο το κεφάλι. Και καταφέρνει να μην κλάψει. Τίποτ’ άλλο.
         Αμείλικτη η Δικαιοσύνη στην αμηχανία της:
         [i]-Κύριε συνήγορε! Ορίστε![/i]
         [i]-Κύριε Πρόεδρε[/i], αρθρώνει, [i]ο πελάτης μου θα ενθυμείται ενόσω ζει –καθώς και ημείς, τολμώ να είπω- ότι επί τέλους η κοινωνία τον ενηγκαλίσθη. Και θα της είναι ευγνώμων.[/i]
         Ο χωροφύλακας της αίθουσας, ένας τύπος πασίχοντρος, τονε προφταίνει πατρικά μετά την αθώωση:
         [i]-Η καλύτερη αγόρευση! Πάρε και το εργαλείο σου…[/i]
         Και του ’χωσε στο χέρι τον κώδικα, που ’χε παρατημένον στην Αγία Έδρα ο ευσυγκίνητος δικηγοράκος. Κάτι στιγμές, μοναδικές!
         Που, όμως, ξανάρθανε! Χριστούγεννα, γύρναε στο σπίτι με την μπουκάλα στη μασχάλη. Παραπατούσε. Το λεωφορείο ούτε που λόγιαζε τέτοιες αδυναμίες. Τον τίναξε στο πεζοδρόμιο. Ήτανε το κλήμα στραβό…
         Μαζί με τη σύνταξη της αναπηρίας απόχτησε βίδες στα κόκκαλα. Κάτι άλλες βίδες στρίψανε, κι έτσι ο ψυχίατρος τον έβγαλε άχρηστο. Ο δικηγόρος τού κονόμησε και μιαν αποζημίωση. Στο μεταξύ η Χαλαραμπία χρειάστηκε να βγει στη διακονιά για 'να διάστημα. Στις εκκλησιές. Είχε να θρέψει το παιδί! Ύστερα τα παράτησε. Πορεύονταν…
         Κείνη η μανία με τον Καζαντζίδη αν δεν ήτανε! Δες' τον ξανάφερε, ρημάδι, στο γραφείο. Τον κατηγόραγαν πως σήκωσε μαχαίρι. Ψέμματα ήτανε. Μάρτυρας η Χαλαραμπία:
         [i]-Κλάδευα την τρανταφυλλιά, κυρα-Προέδρισσα. Είχα το μαχαίρι που κόβω το ψωμί. Ο Νικόλας καθόταν στην καρέκλα. Είχε τη μουσική του. Έρχεται και του δίνει μια και μου τον ρίχνει κάτω. Έτσι, δα! [/i]
         Σωριάζεται στο δάπεδο η Χαλαραμπία, να παραστήσει τα πάθια του δόλιου αντρού της. Αντιλαλεί η αίθουσα απ’ το σκληρό περίγελο των ευ φρονούντων.
         Αφιππεύει ο Νικόλας απ' το εδώλιο, σηκώνει το κεφάλι, φτύνει την αγανάχτηση που τονε μπούκωνε. Στ' ανάθεμα τον στέλνει τον κατήγορο. Κι αποσβολώνει το κοινό με μια στεντόρεια κατάρα:
         -Ίνσαλαα!
         [i]-Η θυμηδία αιχμαλώτισε το ακροατήριο. Πλησίασε τα κράσπεδα της έδρας. Για να μετατραπεί σε ταραχή και σε μετάνοια,[/i] αρχίνησε την υπεράσπιση με πίκρα ο συνήγορος. Ο εισαγγελέας τον συγχάρηκε για το [i]πάθος [/i]του. Λες κι είναι σπάνιο να ραγίσει μια καρδιά δικηγορίσια…
         Ξεμπέρδεψαν με μια δεκάρα εξαγοράσιμη, για εξύβριση μονάχα. Του δικηγόρου η ασκουμένη δάκρυσε από συγκίνηση. Ανακουφίστηκε κι αυτός. Πιάνει το χέρι του αίφνης η Χαλαραμπία και το ασπάζεται. Πριν την προλάβει. Η γλώσσα ξεχείλιζε μέσ’ απ’ τα τρία δόντια που της είχαν απομείνει. Ο Σπύρος, εικοσάρης τότενες, γυρόφερνε την ασκουμένη, την αναμέτραγε γέρνοντας πίσω το κεφάλι, ρωτούσε όλος παράπονο:
         [i]-Μην έχεις φίλο;[/i]
[i]Πρέπει να της τηλεφωνήσω. Θα ’ν’ ζορισμένη[/i], σκέφτεται ο συνήγορος μέσ’ στις σκοτούρες του. Τηλεφωνάει. Βγαίνει ο Νικόλας. Βρεε!
         [i]-Το ’κοψα το ποτήρι[/i], του λέει τραυλίζοντας. [i]Καμιά μπυρίτσα μόνο… Μα τον καπνό δε μου τον κόβουν. Πόσα; Να, τρία μπακέτα. Μου λέει ο γιατρός, άμα θες να ζήσεις καμιά πενταετία, να το κόψεις. Εσύ, γιατρέ, καπίνισες το τσιγαράκι σου, το ’πνιξες στο τασάκι. Κι εμένα μου λες τώρα να το κόψω! Δεν ξέρεις που λέει το θρησκευτικό βιβλίο «παν μέτρον άρρωστο»;[/i]
         Δεν του ’πε τίποτα για τη Χαραλαμπία. Σε λίγο, να την, τηλεφώνησε:
         [i]-Τι κάνεις, Γιάννη μου; Χρόνια σου πολλά! Καλή χρονιά! Τι κάνει το παιδί; Η γυναίκα σου; Καλά είστε, Γιάννη μου; Να τους πεις χαιρετίσματα απ’ τη Χαλαραμπία. Δεν έβαλες τηλέφωνο ακόμα;
         - Χαλαραμπία, ήθελες τίποτα;
         -Τίποτα, Γιάννη μου. Να ’δω πώς είσαι. ’Μεις πορευόμαστε. [b]Εσύ! Μη θέλεις τίποτα εσύ;[/b]
         -Εγώ; Εγώ;[/i] κόμπιασε αυτός συγκινημένος. [i]Τι άλλο, βρε Χαλαραμπία; Να ’σαι γερή μονάχα,[/i] ξέσπασε.[i] [b]Για να σ’ ακούω, κάτι τέτοιες ερωτήσεις να μου κάνεις, αδερφή μου … [/b] [/i][/size]

[right][i]Πρώτη δημοσίευση στο π. ΓΙΑΤΙ Σερρών Φεβρ. 2001[/i] [/right]

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
18:41
18/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
09:55
15/10/19
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
15:00
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
13:40
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
10:20
08/10/19
Η Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας του άρθρου 16 Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013) ανακοινώνει ότι...
Εκδηλώσεις
18:39
07/10/19
Το Ινστιτούτο Διεθνούς και Ελληνικού Αθλητικού Δικαίου (Ι.Δ.Ε.Α.Δ.)  σας προσκαλεί στην ετήσια...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
13:18
04/10/19
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών διοργανώνει Σπουδαστήριο για τον νέο Ποινικό Κώδικα, για ασκούμενους...
Εκδηλώσεις
12:51
02/10/19
  Η PALLADIAN CONFERENCES διοργανώνει για 6η συνεχή...
Προκηρύξεις
19:30
23/09/19
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
08:37
23/09/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...