Νέες ρυθμίσεις στην άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος

18 απαντήσεις [Τελευταία καταχώρηση]
Marios
Εικόνα: Marios
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 12/03/2007

Νέες ρυθμίσεις στην άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Δικαστικό Μέγαρο Ιωαννίνων
452 21Τηλ.: 26510- 22228
Fax.: 26510- 37858
www.dsioan.gr info@dsioan.gr
Ιωάννινα, 3η Μαΐου 2010
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Ιωαννίνων στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μελών του την 30-4-2010 αποφάσισε με συντριπτική πλειοψηφία την συνέχιση των κινητοποιήσεων και την αποχή των δικηγόρων του ΔΣΙ από τα καθήκοντά τους από Δευτέρα 3-5-2010 μέχρι και την Παρασκευή 7-5-2010, διαμαρτυρόμενος για την αβασάνιστη προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2006/123 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά και τις επιπτώσεις της στην άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος και στον Κώδικα Δικηγόρων, επισημαίνοντας τα αμέσως παρακάτω:
1. Με σχέδιο νόμου που κατατέθηκε πρόσφατα, (σημ: και όπως πληροφορηθήκαμε σήμερα, ήδη ψηφίστηκε κατά πλειοψηφία στη συνεδρίαση της 27-4-2010 από τη Βουλή των Ελλήνων), μεταφέρθηκε η παραπάνω οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη.
2. Οι κρίσιμες ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου αφορούν και την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος. Ειδικότερα, το εν λόγω σχέδιο νόμου καλύπτει όλες τις υπηρεσίες προς επιχειρήσεις και προς «καταναλωτές», μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και «οι υπηρεσίες δικηγόρων» (βλ. αιτιολογική έκθεση σελ. 1) ή «οι υπηρεσίες νομικών ή φορολογικών συμβούλων» (βλ. αιτιολογική σκέψη 33 της παραπάνω οδηγίας). Η επιφύλαξη υπέρ ειδικών ή κλαδικών ή τομεακών οδηγιών του άρθρου 5 του σχεδίου νόμου (άρθρο 3 της οδηγίας 2006/123), κατά τη γνώμη μας, δεν αναιρεί την εφαρμογή των διατάξεων του σχεδίου νόμου και στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος. Ειδικότερα οι παραπάνω διατάξεις σε ό,τι αφορά τους Δικηγόρους παραπέμπουν στις εξής οδηγίες:
α) Στην οδηγία 98/5 που αφορά το δικαίωμα εγκατάστασης και την διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου που αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος. Η οδηγία αυτή μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το π.δ. 152/2000 και δεν περιέχει ειδικές διατάξεις σχετικά με την άσκηση της δικηγορίας (οι οποίες μάλιστα να έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του σχεδίου νόμου και να κατισχύουν αυτών), αλλά παραπέμπει απλώς στις διατάξεις κάθε εθνικής νομοθεσίας σε ό,τι αφορά τους όρους άσκησης της δικηγορίας. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι οι τελευταίες αυτές διατάξεις αποκτούν κοινοτική και υπερνομοθετική ισχύ. Μ’ άλλα λόγια, η μεταβολή των εθνικών κανόνων σχετικά με τους όρους άσκησης της δικηγορίας (όπως συμβαίνει εν προκειμένω), συνεπάγεται και την μεταβολή των όρων άσκησης της δικηγορίας, σύμφωνα με την οδηγία 98/5. Σημειωτέο και ότι η οδηγία 98/5 εφαρμόζεται επί αμιγώς διασυνοριακών καταστάσεων ενώ οι ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου και ιδίως του κεφαλαίου Γ αυτού (ελευθερία εγκατάστασης των παρόχων υπηρεσιών, αρθ. 11 παρ. 4 και 16) εφαρμόζονται και επί αμιγώς εσωτερικών καταστάσεων.
β) Στην οδηγία 2005/36, της οποίας επίκειται η ενσωμάτωση στην εσωτερική έννομη τάξη με προεδρικό Διάταγμα (βλ. πρ. επεξ. ΣτΕ 42/2010). Η οδηγία αυτή, (όπως και η προηγούμενη οδηγία 89/48 που ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με το π.δ. 152/93 σχετικά με τους Δικηγόρους) αφορούν αποκλειστικά την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και δεν περιέχουν ειδικές ρυθμίσεις που να συγκρούονται με τις ρυθμίσεις του παραπάνω σχεδίου νόμου.
γ) Σημειωτέο ότι η οδηγία 77/249 (μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ. 258/1987), υπέρ της οποίας γίνεται επιφύλαξη στο άρθρο 18 παρ. 4 του σχεδίου νόμου, αφορά την προσωρινή παροχή δικηγορικών υπηρεσιών χωρίς μόνιμη εγκατάσταση, δεν περιέχει ειδικές ρυθμίσεις αντίθετες προς το σχέδιο νόμου και παραπέμπει και αυτή ως προς τους όρους άσκησης της Δικηγορίας στους εκάστοτε ισχύοντες εθνικούς κανόνες, όπως και η οδηγία 98/5. Η επιφύλαξη του άρθρου 18 παρ. 5, 12 του σχεδίου νόμου σε ό,τι αφορά τη δραστηριότητα της δικαστικής είσπραξης οφειλών και τις πράξεις για τις οποίες ο νόμος επιτάσσει την παρέμβαση συμβολαιογράφου, δεν αφορά τις κρίσιμες ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου, που θα αναφερθούν, έστω και συνοπτικά, αμέσως παρακάτω.
Τέλος, επισημαίνεται ότι σε περίπτωση τυχόν αντίθεσης των ρυθμίσεων του σχεδίου νόμου με ειδικές ή τομεακές ή κλαδικές οδηγίες και αμφιβολίας ως προς την ισχύ τους, η σύγκρουση και η αμφιβολία αίρεται με γνώμονα τις διατάξεις του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου δηλ. τις διατάξεις για το δικαίωμα εγκατάστασης (κύριας ή δευτερεύουσας) και την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών (βλ. αιτιολογική έκθεση σελ. 2 και αιτιολογική σκέψη 30 της οδηγίας 2005/36) και ως εκ τούτου, η ισχύς και η εφαρμογή των παρακάτω διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, καθίσταται, στην καλύτερη περίπτωση, ευάλωτη και αμφίβολη.
3. Για τους παραπάνω λόγους, το Διοικητικό Συμβούλιο και η Γενική Συνέλευση των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, δεν συμμερίζονται την άποψη ότι με το σχέδιο νόμου δεν θίγονται κρίσιμες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και με την παρούσα επιθυμούμε να σας καταστήσουμε κοινωνούς των ανησυχιών μας, σχετικά με την ισχύ και εφαρμογή κατακτήσεων του Δικηγορικού Σώματος που έχουν τεθεί χάριν της χρηστής δικαιοσύνης και της εφαρμογής δεοντολογικών κανόνων και κανόνων που διέπουν την αρμοδιότητα δημοσίων λειτουργών και συλλειτουργών της δικαιοσύνης, όπως θα αναφερθεί και στη συνέχεια.
4. Κατά τη γνώμη μας, με τις διατάξεις του σχεδίου νόμου θίγονται, άλλως επηρεάζονται ουσιωδώς, οι παρακάτω θεμελιώδεις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων:
Α. ΤΟΠΙΚΑ ΟΡΙΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑΣ, ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΔΡΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΑΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ)
Με τις διατάξεις των άρθρων 2, 19, 20, 21, 42, 44, 54 και 57 του Κώδικα Δικηγόρων, καθιερώνεται ο κανόνας της μιας (και μοναδικής) επαγγελματικής έδρας και η άσκηση της Δικηγορίας εντός των ορίων της τοπικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στο οποίο είναι διορισμένος ο Δικηγόρος, με τις περιοριστικώς αναφερόμενες εξαιρέσεις. Με τις διατάξεις όμως των άρθρων 11 παρ. 4, 15 παρ. 3 και 16 παρ. 1 και 2 περιπτ. α και ε του σχεδίου νόμου, οι ρυθμίσεις του Κώδικα Δικηγόρων αντιστρέφονται και ο κανόνας καθίσταται πλέον εξαίρεση, η οποία μάλιστα πρέπει να δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος που αναφέρονται στο άρθρο 2 παρ. 8 του σχεδίου νόμου και στην αιτιολογική σκέψη 40 της οδηγίας 2006/123. Η αντιστροφή αυτή, πιστεύουμε ότι αποτελεί αφ’ εαυτής, δυσμενέστατη εξέλιξη και ανατροπή κατακτήσεων του Δικηγορικού Σώματος, με αποτέλεσμα τα μέχρι σήμερα δεδομένα να καταστούν πλέον ζητούμενα και αμφίβολα.
Β. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ-ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ ΕΡΓΑ
Όσα αναφέρονται αμέσως παραπάνω για τα τοπικά όρια άσκησης του λειτουργήματος και την απαγόρευση δεύτερης εγκατάστασης ισχύουν και για τις δικηγορικές εταιρείες. Επιπρόσθετα, ενώ σύμφωνα με την ισχύουσα ελληνική νομοθεσία (π.δ. 518/1989 και π.δ. 81/2005, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 47 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων), απαγορεύεται η σύσταση κεφαλαιουχικών δικηγορικών εταιρειών (Α.Ε. ή Ε.Π.Ε.), με τις ρυθμίσεις του άρθρου 16 παρ. 1, 2 περιπτ. β, η απαγόρευση αυτή σχετικοποιείται και πρέπει πλέον να δικαιολογηθεί η αναγκαιότητα της, γεγονός που αφ’ εαυτό αποτελεί επίσης δυσμενέστατη εξέλιξη. Τέλος, με το άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 81/2005 (βλ. και άρθρο 12 παρ. 4 εδαφ. β του π.δ. 152/2000) απαγορεύεται απολύτως η σύσταση πολυεπαγγελματικής εταιρείας. Με τις διατάξεις όμως του άρθρου 26 του σχεδίου νόμου, η ανωτέρω απαγόρευση σχετικοποιείται και επαφίεται πλέον στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Οικονομικών και του (συναρμόδιου) Υπουργού Δικαιοσύνης να επιτρέψει την άσκηση «δραστηριοτήτων πολλαπλών ειδικοτήτων» με Προεδρικό Διάταγμα, και μάλιστα χωρίς προηγούμενη γνώμη των Δικηγορικών Συλλόγων. Αυτή η σχετικοποίηση ανατρέπει τις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2005 και των άρθρων 63 παρ. 1, 2, 3 του Κώδικα Δικηγόρων (ασυμβίβαστα προς το Λειτούργημα του Δικηγόρου έργα), γεγονός που επίσης αποτελεί αρνητική εξέλιξη.
Γ. ΑΝΩΤΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ ΑΜΟΙΒΗΣ
Όπως πολύ καλά γνωρίζετε η δικηγορική αμοιβή καθορίζεται νομοθετικά (αρθ. 92 και 98 επ. του Κώδικα Δικηγόρων) και με κανονιστικές πράξεις του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά γνώμη των Δικηγορικών Συλλόγων. Ο νομοθετικός και διοικητικός αυτός καθορισμός και ιδίως των ελαχίστων ορίων γίνεται αφενός μεν διότι η δικηγορική αμοιβή αποτελεί και τη βάση καθορισμού της δικαστικής δαπάνης και της τυχόν εγγυοδοσίας, (βλ. αρθ. 169 και 173 επ. ΚΠολΔ) και αφετέρου (η προείσπραξη) γίνεται για φορολογικούς σκοπούς (βλ. αναλυτικά Κολιντίκη: Αμοιβές Δικηγόρων, Είδη και τρόπος υπολογισμού των ελάχιστων ορίων τους σε ΕλΔνη 48, 2007, σελ. 61 επ.). Με την έννοια αυτή, εύλογα και βάσιμα μπορεί να υποστηριχθεί ότι τουλάχιστον η προείσπραξη των δικηγορικών αμοιβών δεν εμπίπτει στις διατάξεις του σχεδίου νόμου (αρθ. 4 παρ. 3). Πέραν τούτων, ο νομοθετικός καθορισμός των ελάχιστων ορίων δικηγορικής αμοιβής αποσκοπεί και στη διαφύλαξη του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος στην αποτροπή του «κανιβαλιστικού ανταγωνισμού» και στην ενίσχυση των Δικηγορικών Συλλόγων, προκειμένου να επιτελέσουν την εντόνου δημοσίου συμφέροντος αποστολή τους σε ότι αφορά την οργάνωση και εποπτεία του δικηγορικού λειτουργήματος ως καθ΄ ύλην αρμόδιες αρχές. Οι παραπάνω κατακτήσεις του Δικηγορικού Σώματος τίθενται πλέον εν αμφιβόλω, αφού πρέπει να δικαιολογηθεί η ύπαρξη τους (αρθ. 16 παρ. 1,2 περιπτ. ζ του σχεδίου νόμου).
Δ. ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ
Με τις διατάξεις του άρθρου 24 του σχεδίου νόμου καθίσταται πλέον υποχρεωτική η ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης και των Δικηγόρων και παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και στον κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό (Δικαιοσύνης εν προκειμένω) με απόφαση τους να ρυθμίσουν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παρ. 5 του άρθρου 24 του σχεδίου νόμου. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 73 ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ. οι Δικηγόροι ευθύνονται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια. Με δεδομένο ότι καμία ασφαλιστική εταιρεία δεν ασφαλίζει αστική ευθύνη από δόλο και δύσκολα θα δεχθεί ασφάλιση ευθύνης για βαριά αμέλεια, λογικά, η ασφάλιση αυτή θα καλύπτει την ευθύνη για κάθε αμέλεια ακόμη και ελαφριά. Έτσι όμως ανατρέπονται οι προστατευτικές ρυθμίσεις του άρθρου 73 ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ και οι Δικηγόροι καθίστανται ευάλωτοι σε κάθε κακόπιστο εντολέα που τυχόν θα θελήσει να επιρρίψει σ’ αυτούς την ευθύνη για τη μη ευνοϊκή γι αυτόν έκβαση της δίκης και αντί να παρίστανται στα δικαστήρια ως πληρεξούσιοι θα παρίστανται ως διάδικοι!!, ενώ περαιτέρω, η ασφάλιση αυτή θα εναποθέσει ένα ακόμη οικονομικό βάρος στις πλάτες των χειμαζομένων Δικηγόρων και ιδίως των οικονομικά ασθενέστερων και των νεότερων.
5. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η μεταφορά της οδηγίας 2006/123 στην ελληνική έννομη τάξη σε ό,τι αφορά τους Δικηγόρους και την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος, με τον γενικό και ασαφή τρόπο που γίνεται, μόνον προβλήματα θα δημιουργήσει, αφού δεν λαμβάνει υπόψη της την ιδιαίτερη φύση, το ρόλο και την αποστολή του Δικηγόρου και το ειδικό νομοθετικό καθεστώς που ισχύει γι αυτούς. Περαιτέρω, η συλλήβδην ένταξη των Δικηγόρων, μαζί με όλους τους άλλους «παρόχους υπηρεσιών», έρχεται σε αντίθεση με τον θεσμικό ρόλο των Δικηγόρων και την αποστολή που επιτελούν και τους υποβαθμίζει. Τέλος, η μεταφορά της εν λόγω οδηγίας με τον τρόπο που γίνεται, μεταθέτει στους Δικηγορικούς Συλλόγους το «βάρος δικαιολόγησης» της αναγκαιότητας των ρυθμίσεων του Κώδικα Δικηγόρων. Ειδικότερα, η μεταφορά (σε ό,τι αφορά το Δικηγορικό Λειτούργημα) της επίμαχης οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, με ειδικό νόμο ή με προεδρικό διάταγμα κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1338/1983 «εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου», όπως ισχύει σήμερα, και η αναφορά στην αιτιολογική έκθεση του νόμου ή στις προπαρασκευαστικές εργασίες του Προεδρικού Διατάγματος των δικαιολογητικών λόγων διατήρησης των παραπάνω ρυθμίσεων του Κώδικα Δικηγόρων, πέραν των άλλων, θα αποτελούσε ένα «τεκμήριο» (έστω και μαχητό) για τη συνδρομή λόγων δημοσίου συμφέροντος που καθιστούν επιβεβλημένη την ύπαρξη τους.
6. Για τους παραπάνω λόγους, εκφράζουμε την λύπη μας και την απογοήτευσή μας γιατί ένα τόσο κρίσιμο νομοσχέδιο ψηφίστηκε, ερήμην του δικηγορικού σώματος και χωρίς αντίδραση. Ειδικότερα θα μπορούσαμε να ζητήσουμε να περιληφθεί διάταξη σύμφωνα με την οποία να γίνεται ρητή επιφύλαξη μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη είτε με ειδικό νόμο είτε με Προεδρικό Διάταγμα, άλλως και σε κάθε περίπτωση, να παρασχεθεί νομοθετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη των Δικηγορικών Συλλόγων, να εξειδικεύσει στο Δικηγορικό Λειτούργημα τις ρυθμίσεις του εν λόγω σχεδίου νόμου (που στην πραγματικότητα αποτελεί νόμο-πλαίσιο), λαμβάνοντας υπόψη του την ιδιαίτερη φύση, το ρόλο και την αποστολή των Δικηγόρων, ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης. Σημειωτέον ότι η μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στην ελληνική νομοθεσία σε ό,τι αφορά τους Δικηγόρους με τον αμέσως παραπάνω τρόπο, ήταν επιβεβλημένη αφενός μεν λόγω της ιδιαίτερης φύσης του Δικηγορικού Λειτουργήματος και αφετέρου λόγω των προβλημάτων που θα δημιουργηθούν και όχι λόγω αδυναμίας δικαιολόγησης των ρυθμίσεων του Κώδικα Δικηγόρων (βλ. ενδεικτικά για τα τοπικά όρια άσκησης της Δικηγορίας Ευρ.Δ.Α.Δ., αποφ. της 4-12-2008, Μουσταφά Αππά κατά Ελλάδας, Αρμ. 2010, 2 σελ. 283 επ., ΣτΕ 1558/2008, Ολ.Επιτρ. Ανταγ. 413/V/2008, Ελ.Δνη 50,2009, 304 επ., για την αναγκαιότητα της αποκλειστικής επαγγελματικής έδρας, βλ. πρακτ. Συνεδρίασης της Βουλής ΛΘ΄ της 23-9-1954 σε Βαρυμποπιώτη Α., Κώδικας Περί Δικηγόρων, 4η έκδοση, 1998, εκδ. Δίκαιο και Οικονομία Π.Ν. Σάκκουλα υπό αρθ. 57 Κωδ. Δικηγ., σελ. 136 και για τις λοιπές ρυθμίσεις παρ. 3 και 4 Α, Β, Γ της παρούσας) Για τους ίδιους λόγους πιστεύουμε ότι όλοι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι έπρεπε να έχουν τοποθετηθεί με σαφήνεια και ευθύτητα επί των παραπάνω ζητημάτων (αρθ. 199 Κώδικα Δικηγόρων), να συζητηθούν άμεσα και έγκαιρα τα ζητήματα αυτά σε έκτακτη συνεδρίαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων και να αποσταλεί η παραπάνω πρόταση, εφόσον γίνονταν αποδεκτή, στη Βουλή των Ελλήνων.
Ενόψει των νέων αυτών δεδομένων και της ψήφισης του νομοσχεδίου, το μόνο που απομένει είναι η διατύπωση εκ μέρους των δικηγορικών συλλόγων αιτιολογημένης γνώμης ως προς την συνδρομή λόγων δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογούν τις παραπάνω ρυθμίσεις του Κώδικα Δικηγόρων, να συζητηθούν οι γνώμες αυτές άμεσα σε Έκτακτη Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων και να διαβιβασθεί η τελική γνώμη στους καθ΄ ύλην αρμοδίους. Τέλος πιστεύουμε ότι είναι επιβεβλημένη η άμεση ενημέρωση των μελών σας για τα παραπάνω ζητήματα και σας καλούμε σε συνδυασμένη δράση για να αντιμετωπίσουμε τον επερχόμενο ΑΡΜΑΓΕΔΩΝΑ.

CosmicVoyager
Εικόνα: CosmicVoyager
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 13/11/2008

Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε.....Ν3844/2010 και ΦΕΚ Α' 63/03-05-2010......Τέλος η δικηγορία όπως την ξέραμε....τώρα θα πρέπει να αλλάξουν πολλά με κυριότερο την τροποποίηση του Κώδικα περί Δικηγόρων.....Δυστυχώς κάποιους στον ΔΣΑ τους ευνοούσε το νομοσχέδιο γιαυτό και δεν ενημέρωσαν τα μέλη ουτε συγκλήθηκε Γενική Συνέλευση με τον φόβο ότι θα ξεσηκωνόταν ο Σύλλογος μιας και η πλειοψηφία είναι νέοι δικηγόροι και αυτοί θίγονται περισσότεροι.Ευνοούνται οι μεγαλοδικηγόροι Αθηνών.....Τον ύπνο του δικαίου η Ολομέλεια....

gpan
Εικόνα: gpan
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 06/10/2009

Θα δούμε.. Το σίγουρο είναι ότι πρέπει να έχουμε δικαίωμα παράστασης σε όλη την ελλάδα και όχι να πληρώνουμε κερατιάτικα για νομιμοποιήσεις.
Επίσης ευνοείται η συγκέντρωση δικηγόρων
Θα μπορούν να συνεταιριστούν 8 δικηγόροι να κάνουν κεφαλαιουχική εταιρία και να πάρουν και δάνειο και σε περίπτωση μη αποπληρωμής του να μην κινδυνεύουν οι περιουσίες τους, αλλά η περιουσία της εταιρίας. Οι καιροί αλλάζουν και να σας πω και κάτι, εγώ είμαι εξαιρετικά καινούριος και ούτε έχω πατέρα δικηγόρο και θέλω να δω μια αλλαγή, δεν με ευχαριστεί αυτή η συντεχνιακή οργάνωση

Ariz
Εικόνα: Ariz
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 28/08/2009

[quote1273060228=Marios]

Σύμφωνα όμως με το άρθρο 73 ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ. οι Δικηγόροι ευθύνονται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια. Με δεδομένο ότι καμία ασφαλιστική εταιρεία δεν ασφαλίζει αστική ευθύνη από δόλο και δύσκολα θα δεχθεί ασφάλιση ευθύνης για βαριά αμέλεια, λογικά, η ασφάλιση αυτή θα καλύπτει την ευθύνη για κάθε αμέλεια ακόμη και ελαφριά. Έτσι όμως ανατρέπονται οι προστατευτικές ρυθμίσεις του άρθρου 73 ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ και οι Δικηγόροι καθίστανται ευάλωτοι σε κάθε κακόπιστο εντολέα που τυχόν θα θελήσει να επιρρίψει σ’ αυτούς την ευθύνη για τη μη ευνοϊκή γι αυτόν έκβαση της δίκης και αντί να παρίστανται στα δικαστήρια ως πληρεξούσιοι θα παρίστανται ως διάδικοι!!, ενώ περαιτέρω, η ασφάλιση αυτή θα εναποθέσει ένα ακόμη οικονομικό βάρος στις πλάτες των χειμαζομένων Δικηγόρων και ιδίως των οικονομικά ασθενέστερων και των νεότερων.

[/quote1273060228]

Δεν μπορώ να πιστέψω αυτό που μόλις διάβασα (μεταξύ όλων των άλλων σοκαριστικών)! τι γίνεται εδώ δηλ; Με κόσμιο και ευγενικό τρόπο δείχνουν στους νέους δικηγόρους την έξοδο;;; Είναι δυνατόν να πληρώνουμε με το αζημίωτο την απειρία μας;
Αν τελικά περάσει αυτός ο παραλογισμός, θέλω να πιστεύω οτι θα υπάρξει (το λιγότερο!) κάποια περιπτωσιολογία (μες τα πλαίσια του λογικού εύχομαι) αναφορικά με την ευθύνη μας από αμέλεια (έστω κ ελαφρά) ! !shame

georgialex
Εικόνα: georgialex
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 20/04/2010

ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΕΝΩΣΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ,ΟΧΙ ΣΤΗ "ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΠΟΙΗΣΗ" ΤΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ.ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΤΑ ΜΟΝΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ

rotomano
Εικόνα: rotomano
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 02/07/2009

[quote1273090102=gpan]
Θα δούμε.. Το σίγουρο είναι ότι πρέπει να έχουμε δικαίωμα παράστασης σε όλη την ελλάδα και όχι να πληρώνουμε κερατιάτικα για νομιμοποιήσεις.
[/quote1273090102]

Ναι αλλά πρόσεχε υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος: από τη μια θα έχεις δικαίωμα παράστασης οπουδήποτε, αλλά από την άλλη θα υπάρξει πλήρη απελευθέρωση αμοιβών. Δηλαδή, δεν θα υπάρχουν οι κατώτερες αμοιβές - γραμμάτια. Άρα δύσκολα θα μπορείς να ανταγωνιστείς τον επαρχιακό δικηγόρο στις αμοιβές, καθόσον θα είναι πάντα φθηνότερος από σένα επειδή θα έχει πιο λίγα έξοδα, και στην ίδια δικάσιμο θα έχει περισσότερες υποθέσεις, δεν θα έχει έξοδα σε περίπτωση αναβολής και άρα θα μπορεί πάντοτε να συμπιέζει τα έξοδά του.

Εξάλλο, σύγκρινε και αυτό το βλέπουμε και στις ποινικές υποθέσεις στην επαρχία: παρότι ανέκαθεν ήταν ελεύθερη η παράσταση οποιουδήποτε δικηγόρου, οι τοπικοί δικηγόροι έχουν το μεγαλύτερο μέρος των υποθέσεων (άνω του 80%, με εξαίρεση τα ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΑ, που εκεί σε όλη την Ελλάδα τα αναλαμβάνουν τα περισσότερα 5-6 μεγαλο-δικηγόροι "ποινικολόγοι" όπως δηλώνουν - είτε αστέρες της τηλεόρασης, είτε διαδρομιστές των φυλακών)

Το μέλλον είναι δύσκολο ... !evilbat

Lestat23
Εικόνα: Lestat23
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 04/05/2010

Δεν θεωρώ ότι οι ενώσεις δικηγόρων αποτελούν μια βιομηχανοποίηση του θεσμού..Αντιθέτως νομίζω ότι ευνοεί οτυς νεότερους δικηγόρους σαν κ εμας..Μαζευόμαστε 6-7 φίλοι απο τη σχολή και ανοίγουμε μια εταιρεία δικηγορική, μοιράζουμε τα έξοδα, μοιράζουμε τις δουλειές και μπορούμε κιόλας να πάρουμε μεγαλύτερο όγκο υποθέσεων που διαφορετικά μπορεί να μην προλαβαίναμε να αναλάβουμε..
Τώρα αυτό για την ασφάλιση μου ακούγεται λίγο ύποπτο και περίεργο..Αν ισχύει αυτό, όποιος πελάτης χάνει την υπόθεση θα τρέχει τον δικηγόρο στα δικαστήρια...Φαύλος κύκλος δηλαδή..
Προσωπικά, επειδή τώρα απέκτησα άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, δεν έχω προλάβει να ζήσω την πρότερα κατάσταση...Δηλαδή μπαίνω κατευθείαν στην ουσία σε μια νέα εποχή..Τώρα το αν αυτό είναι καλό ή κακό θα δείξει..Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι τέρμα η εποχή των παχιών αγελάδων για τους δικηγόρους..Θα δουλεύουμε δυστυχώς ακόμα περισσότερο για να αμοιβόμαστε πιθανότατα ακόμα λιγότερο..Πάντως σε όλη την Ευρώπη νομίζω οτι οι δικηγόροι δεν έχουν τοπικούς περιορισμούς και δεν χρειάζονται νομιμοποιήσεις...

georgialex
Εικόνα: georgialex
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 20/04/2010

ΕΝΩΣΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ.ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΙΔΕΩΔΕΣ ΑΛΛΑ Η ΣΚΛΗΡΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΚΤΡΑΧΥΝΣΗ ΤΟΥ ΗΔΗ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ-ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑ ΠΡΩΤΗ ΜΟΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΣΚΩΝ ΠΑΡΑΤΡΕΧΑΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΨΩΜΙ.ΘΑ ΜΕ ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ

Lestat23
Εικόνα: Lestat23
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 04/05/2010

[quote1273236665=georgialex]
ΕΝΩΣΕΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ.ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΙΔΕΩΔΕΣ ΑΛΛΑ Η ΣΚΛΗΡΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΕΚΤΡΑΧΥΝΣΗ ΤΟΥ ΗΔΗ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ-ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑ ΠΡΩΤΗ ΜΟΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΣΚΩΝ ΠΑΡΑΤΡΕΧΑΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΨΩΜΙ.ΘΑ ΜΕ ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ
[/quote1273236665]

Συμφωνώ, αλλα προτιμώ προς το παρόν να τα βλέπω λίγο πιο αισιόδοξα τα πράγματα..Είμαστε σε μαύρο χάλι γενικά, αν μαυρίσουν και τα όνειρά μας, την πατήσαμε!!! !peace

Marios
Εικόνα: Marios
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 12/03/2007

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ. ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ
Διανύουμε μία από τις κρισιμότερες περιόδους για το δικηγορικό λειτούργημα. Η κυβέρνηση και το οικονομικό της επιτελείο και παρά τις διαβεβαιώσεις του κ. Υπουργού Δικαιοσύνης ψήφισε χωρίς διαβούλευση με την Ολομέλεια, δύο νομοθετήματα που αφορούν άμεσα τους δικηγόρους:

(α) το Ν. 3844/2010 με τον οποίο ενσωματώνεται με οριζόντιο τρόπο στην εθνική νομοθεσία η Οδηγία 2006/123, χωρίς να έχει προηγηθεί διαβούλευση με τους δικηγόρους που επιβάλλονταν λόγω της ιδιαίτερης φύσης του λειτουργήματός μας και ιδίως σε ό,τι αφορά τη συνδρομή λόγων δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν τη διατήρηση των υφιστάμενων διατάξεων που αναλυτικά αναφέρονται στην από 3-5-2010 ανακοίνωση του Δ.Σ Ιωαννίνων.

(β) το Ν. 3845/2010 και το Παράρτημα IV αυτού, με τον οποίο συνδέονται άμεσα τα ελάχιστα όρια των αμοιβών, η διαφήμιση και η ελεύθερη μετακίνηση των δικηγόρων μέσα στην Ελλάδα, με την εκταμίευση του δανείου από το ΔΝΤ. Συγκεκριμένα, όπως ορίζεται, η υλοποίηση αυτών των προβλέψεων θα ελεγχθούν από το ΔΝΤ στον τρίτο απολογισμό και οι σχετικές διαδικασίες πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έως τον Ιούνιο του 2011, σύμφωνα, πάντα με τον Ν. 3845.
Σχετικά με την πρόθεση του Υπουργείου Οικονομικών να αυξήσει τις ελάχιστες αμοιβές διαπιστώνουμε τα εξής:
(α) Ο Νόμος 3845/2010 δεν είναι ένα κοινό νομοθέτημα, αλλά σύμβαση δανεισμού με διεθνή οργανισμό (ΔΝΤ), οι όροι του οποίου πρέπει να έχουν οπωσδήποτε πληρωθεί πριν το τέλος του α’ εξαμήνου 2011. Συνεπώς, ακόμη και αν η κυβέρνηση επιθυμεί να αφήσει τον Ν. 3845 ανενεργό, δεν δύναται, αφού η τήρησή του παρακολουθείται ανά τρίμηνο από το ΔΝΤ.
(β) Υπουργική Απόφαση με την οποία αυξάνονται οι ελάχιστες αμοιβές δεν παρέχει καμιά εγγύηση για τη διατήρηση αυτών στο μέλλον και δεν είναι δυνατόν να υπερισχύσει του Ν. 3845/2010, πολύ δε περισσότερο αφού ως ελέχθη, ο νόμος αυτός αποτελεί σύμβαση με διεθνή οργανισμό.
Η αύξηση των ελάχιστων αμοιβών έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα και συγκεκριμένα έως το αργότερο την 30-6-2011, οπότε και αυτές ενδέχεται να καταργηθούν.
Περαιτέρω, καταθέτουμε τον προβληματισμό μας για τη σκοπιμότητα και τις επιπτώσεις που θα έχει στην κοινή γνώμη η αύξηση των ελάχιστων αμοιβών των δικηγόρων τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Με τα οικονομικά μέτρα που ανακοινώθηκαν την 2-5-2010 και περιλαμβάνονται στον Ν. 3845/2010, οι μισθωτοί και συνταξιούχοι υφίστανται πρωτοφανείς περικοπές στις απολαβές τους. Πρόκειται για ουσιώδη κοινωνική εξέλιξη, που δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής της Ολομέλειας. Η κυβέρνηση θα εμφανιστεί να υποκύπτει σε αίτημα των δικηγόρων για αύξηση των αμοιβών τους. Μία τέτοια εξέλιξη θα δημιουργήσει έντονη κοινωνική αντίδραση κατά του δικηγορικού κόσμου, θα τον απομονώσει ακόμη περισσότερο από τους υπόλοιπους εργαζόμενους και όπως αναλύθηκε δεν θα έχει ούτε καν βραχυπρόθεσμο αντίκρισμα, αφού εάν δεν μεταβληθεί το ψηφισθέν νομικό πλαίσιο, ο κίνδυνος κατάργησης των ελάχιστων αμοιβών είναι δεδομένος το επόμενο δωδεκάμηνο. Η ζημιά όμως θα έχει γίνει και οι δικηγόροι θα έχουν απομονωθεί κοινωνικά.

Κατόπιν τούτων προτείνουμε τα εξής:
1. Να συγκληθεί άμεσα και κατεπειγόντως η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, στην έδρα της, στην Αθήνα, με θέμα «Συντονισμός Κινητοποιήσεων των Δικηγορικών Συλλόγων σχετικά με τις ρυθμίσεις των Ν. 3844/2010 και Ν. 3845/2010» και να τοποθετηθεί με σαφήνεια η Ολομέλεια αν τάσσεται:
Υπέρ ή κατά της τοπικής αρμοδιότητας των δικηγόρων
Υπέρ ή κατά της μιας και αποκλειστικής έδρας
Υπέρ ή κατά των ελαχίστων των δικηγορικών αμοιβών
Υπέρ ή κατά των κεφαλαιουχικών δικηγορικών εταιριών
Υπέρ ή κατά των πολυεπαγγελματικών εταιριών
Υπέρ ή κατά των διατοπικών/υπερτοπικών δικηγορικών εταιριών
Υπέρ ή κατά της άσκησης πολλαπλών δραστηριοτήτων από τους δικηγόρους
Υπέρ ή κατά της υποχρεωτικής ασφάλισης επαγγελματικού κινδύνου λαμβανομένης υπόψη και της ρύθμισης του άρθρου 73 του ΕισΝ ΚΠολΔ.

2. Να εκφράσουμε την αντίθεσή μας στους Ν. 3844/2010 και 3845/2010 οι οποίοι ως έχουν, οδηγούν στην κατάργηση των ελάχιστων αμοιβών, στην εμπορευματοποίηση της δικηγορίας και στην προώθηση των συμφερόντων των μεγάλων δικηγορικών γραφείων και εταιριών. Η κατάργηση των ελάχιστων αμοιβών προωθείται μεθοδευμένα από τους ίδιους κύκλους, αλλά και από τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρίες που ευνοούνται από την εξέλιξη αυτή. Οι διανεμητικοί λογαριασμοί των δικηγορικών συλλόγων ουσιαστικά θα καταργηθούν, αλλά ταυτόχρονα θα εξευτελιστούν και οι αμοιβές στα συμβόλαια, αφού αυτά θα υπογράφονται αντί πινακίου φακής. Οι νέοι δικηγόροι οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια εκτός δικηγορικού επαγγέλματος.

3. Να ζητήσουμε από την κυβέρνηση την υιοθέτηση έκθεσης αξιολόγησης που να διατηρεί τις υφιστάμενες ρυθμίσεις του Κώδικα Περί Δικηγόρων για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Εάν δεν τηρηθεί το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, οι υποσχέσεις της κυβέρνησης δεν έχουν κανένα αντίκρισμα, τυχόν δε αύξηση των ελαχίστων αμοιβών έχει ορίζοντα λίγων μηνών.

4. Να προβούμε σε επαναλαμβανόμενες απεργιακές κινητοποιήσεις μέχρι η κυβέρνηση να υιοθετήσει τις προτάσεις μας, οι οποίες σε ότι αφορά τους δικηγόρους αναφέρονται στο παράρτημα Α της παρούσας.

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΡΤΑΣ Τσίρκας Δημήτριος, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ Ξυνίδης Αθανάσιος, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ Χασιώτης Ηρακλής, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ Τζαμακλής Χαρίλαος, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΙΛΚΙΣ Αρτόγλου Ευρώπη, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ Βλουτέλλης Νίκος, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ Στεφανίδης Δημήτριος, Πρόεδρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΧΙΟΥ Τσούρος Ισίδωρος, Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α

ΛΟΓΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΛOΓΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ «ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ» ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ, ΤΗΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΕΔΡΑ, ΤΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ, ΤΑ ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΟΡΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ, ΤΙΣ ΠΟΛΥΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ, ΤΗΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΜΕ ΤΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ.

1.ΤΟΠΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

α. Η τοπική αρμοδιότητα του Δικηγόρου είναι σύμφυτη με την ιδιότητά του ως «άμισθου δημοσίου υπαλλήλου” (αρθρ. 1 Κωδ. Δικηγ.) και ουσιώδους συλλειτουργού της Δικαιοσύνης, ιδίως σε ότι αφορά τη δικαστική εκπροσώπηση των εντολέων του.
β. Οι κανόνες τοπικής αρμοδιότητας έχουν τεθεί και ως κίνητρο εγκατάστασης δικηγόρων σε λιγότερο προνομιούχες και απομονωμένες περιοχές (ενόψει και της γεωφυσικής και νησιωτικής ιδιαιτερότητας της ελληνικής επικράτειας), προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση των κατοίκων των περιοχών αυτών σε Δικηγόρο και, κατ’ επέκταση η πρόσβασης αυτών στη Δικαιοσύνη.
γ. Η «νομιμοποίηση» δικηγόρου άλλου δικηγορικού συλλόγου από τοπικό δικηγόρο είναι αναγκαία προκειμένου να αποτρέπονται εκφυλιστικά φαινόμενα κατασυκοφάντησης τοπικών Δικηγόρων ή τρίτων, με δικόγραφα που αποδίδουν βαρύτατες αιτιάσεις σε βάρος τους, χωρίς δυνατότητα άμυνας. Στις περιπτώσεις αυτές η «νομιμοποίηση» δικηγόρου άλλου δικηγορικού συλλόγου από τοπικό δικηγόρο, αποτελεί επαρκή εγγύηση τήρησης των κανόνων δεοντολογίας και των ηθικών αρχών του Δικηγορικού Σώματος και είναι αρκούντως αποτρεπτική τέτοιων εκφυλιστικών φαινομένων και διευκολύνει την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου και την προστασία των θιγομένων. Κατά τα λοιπά, η υπ’ αριθμ. 413/V/2008 απόφαση της ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αποτελεί μια καλή βάση δικαιολόγησης της «νομιμοποίησης».
δ. Οι κανόνες τοπικής αρμοδιότητας δεν είναι άκαμπτοι και απόλυτοι, αλλά προβλέπονται πλείστες όσες ειδικές ρυθμίσεις, που ουσιαστικά καθιστούν (άμεσα ή έμμεσα) τον κανόνα εξαίρεση. (βλ. ενδεικτικά άρθρ. 56 Κωδ. Δικηγ. για τις ποινικές υποθέσεις, ως τέτοιων νοούμενων δυνητικώς και αναλογικώς και των «ποινικής φύσεως» διοικητικών υποθέσεων, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρ.Δ.Α.Δ, άρθρ. 27 παρ. 2,3 ΚΔΔ, άρθρ. 17 παρ. 4,5 και 26 π.δ. 18/1989, όπως έχουν ερμηνευθεί με τις 2230/2008 και 878/2004 ΣτΕ). Συνεπώς, οι κανόνες αυτοί είναι λειτουργικοί, εύκαμπτοι και προσαρμοσμένοι στην ιδιαίτερη φύση κάθε κατηγορίας υποθέσεων.
ε. Ο κανόνας της μίας και αποκλειστικής επαγγελματικής δικηγορικής έδρας, αφ’ ενός μεν είναι και αυτός σύμφυτος με την ιδιότητα του Δικηγόρου ως «άμισθου δημοσίου υπαλλήλου» και αφ’ ετέρου έχει τεθεί προς διευκόλυνση της συνεχούς επικοινωνίας του Δικηγόρου με τον εντολέα του, το Δικαστήριο και τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, της αποτελεσματικής τήρησης και εφαρμογής των κανόνων δεοντολογίας και άσκησης του πειθαρχικού ελέγχου και της αποτροπής του ήκιστα κολακευτικού για το κύρος του Δικηγόρου φαινόμενου των πλανόδιων δικηγόρων.

2.ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
(ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΕΣ, ΠΟΛΥΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ, ΥΠΕΡΤΟΠΙΚΕΣ/ ΔΙΑΤΟΠΙΚΕΣ)

Α. ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ: α). Η απαγόρευση σύστασης δικηγορικών εταιριών αυτής της μορφής αποσκοπεί στην αποτροπή της διείσδυσης μεγάλων κεφαλαιουχικών συμφερόντων στην άσκηση της δικηγορίας που παραδοσιακά χαρακτηρίζεται (στην Ελλάδα) από την ευρεία διασπορά των Δικηγόρων, τη στενή σχέση προσωπικής εμπιστοσύνης του Δικηγόρου με τον εντολέα του και το μεγάλο βαθμό προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του Δικηγόρου έναντι των πάσης φύσεως συμφερόντων και εξουσιών και ιδίως των οικονομικών. Η παραπάνω απαγόρευση αποσκοπεί επίσης στην αποτροπή ελέγχου της πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη από μεγάλα κεφαλαιουχικά συμφέροντα, σε κρίσιμες κατηγορίας υποθέσεων που τα αφορούν και στην αποτροπή του κινδύνου δημιουργίας μονοπωλιακών ή ολιγοπωλιακών καταστάσεων σε μία μικρή «αγορά νομικών υπηρεσιών», όπως είναι η ελληνική, που θα νοθεύσει, άμεσα ή έμμεσα, τον ελεύθερο ανταγωνισμό. β). Τα παραπάνω ισχύουν, κατά μείζονα λόγο και σε πολλαπλάσιο βαθμό και για τις κεφαλαιουχικές πολυεπαγγελματικές εταιρείες.

Β.ΠΟΛΥΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ: α). Η απαγόρευση της μορφής αυτής αποσκοπεί στη διασφάλιση της απόλυτης και απερίσπαστης προσήλωσης του Δικηγόρου στα συμφέροντα του εντολέα του, στην αποτροπή σύγκρουσης συμφερόντων των εντολέων του Δικηγόρου με πελάτες άλλων τομέων της εταιρίας και στη διασφάλιση της αυστηρής τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, δηλ. άπτεται ζητημάτων που συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία τη Δικαιοσύνης. Για τους λόγους αυτούς το ΔΕΚ, δέχεται ότι η απαγόρευση της μορφής αυτής δεν αντίκειται στο Κοινοτικό Δίκαιο ( αποψ. της 19-2-2009, C-309/99 wouters στην οποία μάλιστα παραπέμπει και η αιτιολογική έκθεση του Ν. 3844/2010 σελ. 6).
β). Σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 α.ν. 3844/2010, τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα (όπως του Δικηγόρου), μπορεί να υπόκεινται σε περιορισμούς σε ότι αφορά την ίδρυση πολυεπαγγελματικών εταιρειών και παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση με Π. Δ/γμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού (Δικαιοσύνης εν προκειμένω) να καθορίζουν τις δραστηριότητες στις οποίες επιτρέπεται η μορφή αυτή.
γ). Συνεπώς, πρέπει με το υπό έκδοση ΠΔ να αποκλεισθεί η δημιουργία τέτοιας εταιρείας μεταξύ Δικηγόρων και άλλων επαγγελματιών και στις προπαρασκευαστικές εργασίες και τα έγγραφα που συνοδεύουν αυτά και, ει δυνατόν, στο σχετικό πρακτικό επεξεργασίας του ΣτΕ, να αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογoύν την απαγόρευση αυτή ειδικά σε ότι αφορά στην άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος.
δ). ΔΙΑΤΟΠΙΚΕΣ / ΥΠΕΡΤΟΠΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ: Η τυχόν ίδρυση τέτοιων εταιριών, θα «καταλύσει» τα τοπικά όρια της άσκησης της δικηγορίας και τη μία και αποκλειστική έδρα, θα αποδυναμώσει τους τοπικούς Δικηγορικούς Συλλόγους και θα ανατρέψει, άλλως θα καταστήσει προβληματική την τοπική οργάνωση του Δικηγορικού Λειτουργήματος και θα οδηγήσει σε «υδροκεφαλισμό» των δικηγορικών υπηρεσιών, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Συνεπώς πρέπει να διατηρηθούν οι υφιστάμενες ρυθμίσεις του 81/2005 π. δ/γματος, για τους λόγους που αναφέρονται για την τοπική αρμοδιότητα και της μιας και αποκλειστικής επαγγελματικής έδρας ( κεφ. 1 του παρόντος) που αποτελούν και το θεμέλιο και της απαγόρευσης αυτής.

3. ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΟΡΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ

Α- Σκοπός των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων και των ειδικών διατάξεων που αφορούν την δικηγορική αμοιβή και τα γραμμάτια (τετραπλότυπα) προείσπραξης είναι:
α) Η διαφύλαξη του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος και η αποτροπή φαινομένων “κανιβαλιστικού ανταγωνισμού”.
β) Η αποτροπή άσκησης προδήλως αβάσιμων ή απαράδεκτων ή στρεψόδικων ή παρελκυστικών ένδικων βοηθημάτων και μέσων και, κατ' επέκταση, η χωρίς ουσιαστικό λόγο υπερφόρτωση των πινακίων των δικαστηρίων, η οποία και παρακωλύει την εύρυθμη, δίκαιη και ταχεία και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι η δικαστική δαπάνη (στις αστικές υποθέσεις) καταλογίζεται στον ηττώμενο διάδικο με βάση τις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων. Συνεπώς οι σχετικές διατάξεις αποσκοπούν στην εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης αλλά και στην προστασία των διαδίκων, και ιδίως του “επιτιθεμένου”, αφού καθίσταται εκ των προτέρων γνωστό σ' αυτόν ποιες είναι οι συνέπειες μη ευδοκίμησης του ασκούμενου μέσου ή βοηθήματος.
γ) Η παρακράτηση φόρου, εισφορών, τελών κλπ στην πηγή και η άμεση εισροή εσόδων στον κρατικό προϋπολογισμό και στα ασφαλιστικά ταμεία. Τούτο διασφαλίζεται πρωτίστως με την προείσπραξη της δικηγορικής αμοιβής και την απόδοση από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο των εσόδων αυτών στους τελικούς αποδέκτες (Δημόσιο ταμείο, ασφαλιστικά ταμεία). Σημειωτέο και ότι η παρακράτηση φόρου στην πηγή ανέρχεται στο 40% περίπου (συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α) της αξίας της προεισπραττόμενης ελάχιστης δικηγορικής αμοιβής, που αποτελεί και την φορολογική βάση της προείσπραξης εσόδων. Με την έννοια αυτή, βάσιμα και ευπρόσωπα μπορεί να υποστηριχθεί, ιδίως για την προείσπραξη, ότι δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 3844/2010 και της οδηγίας 2006/123, διότι η προείσπραξη αυτή εμπίπτει στον τομέα της φορολογίας (άρθρο 4 παρ 3 ν. 3844/2010 και άρθρο 2 παρ 3 της οδηγίας 2006/123)
δ) Η κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των δικηγορικών συλλόγων “αδαπάνως και αζημίως” για τον κρατικό προϋπολογισμό. Τυχόν κατάργηση του αντικειμενικού και αναλογικού υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής θα οδηγήσει σε μείωση ή απώλεια εσόδων και σε αύξηση των εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού ή σε απώλεια ή σε μείωση ή απώλεια της οικονομικής αυτοτέλειας των δικηγορικών συλλόγων ή θα επιφέρει πρόσθετο και δυσβάσταχτο βάρος στα χειμαζόμενα μέλη των δικηγορικών συλλόγων
Ειδικότερα:
i) Το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία θα απολέσουν σημαντικά έσοδα, των οποίων είναι διασφαλισμένη η είσπραξη τους
ii) Το Δημόσιο θα επιβαρυνθεί με την ανάληψη της υποχρέωσης κάλυψης των λειτουργικών δαπανών λειτουργίας των δικηγορικών συλλόγων ως ΝΠΔΔ οι οποίοι όμως έτσι θα απολέσουν και την οικονομική αυτονομία τους που αποτελούσε εγγύηση για της επιτέλεση του θεσμικού ρόλου τους, ή το βάρος αυτό θα μετακυληθεί στους δικηγόρους και κατ' επέκταση στους πολίτες σε περίοδο εποχής “οικονομικών πάγων”
ε) η μέριμνα για τη διασφάλιση ενός ελαχίστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης των δικηγόρων ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης και ιδίως των οικονομικά ασθενέστερων και των νεότερων καθώς και η προστασία του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος μέσω των διανεμητικών λογαριασμών των οικείων δικηγορικών συλλόγων οι οποίοι θα πληγούν ανεπανόρθωτα.

Προς διασφάλιση όμως της λυσιτέλειας επίκλησης των παραπάνω λόγων δημοσίου συμφέροντος πρέπει να αναμορφωθούν, εκσυγχρονισθούν και να επικαιροποιηθούν σύμφωνα με τις σημερινές συνθήκες οι σχετικές διατάξεις ώστε να καταστούν περισσότερο εύκαμπτες και λειτουργικές, να μην έρχονται σε αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας και να μην αποτελούν εμπόδιο στην παροχή δικαστικής προστασίας.
Ειδικότερα (ενδεικτική η αναφορά):
i) Κατάργηση των παρωχημένων διατάξεων περί “….μεταλλικής δραχμής” !! και των περίπλοκων και υπερβολικά λεπτομερών τρόπων υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής.
ii) Οι διατάξει του άρθρου 98 Κωδ. Δικηγ. πρέπει να λειτουργούν και προς την αντίστροφη κατεύθυνση (πάντοτε όμως με βάση τα κριτήρια του άρθρου αυτού) αλλά σε καμία περίπτωση ο δικαστικός προσδιορισμός του ύψους της δικηγορικής αμοιβής δεν πρέπει να είναι κατώτερος των ελαχίστων ορίων των τετραπλοτύπων γραμματίων προείσπραξης, όπως αυτά καθορίζονται κάθε φορά.
iii) Προς αποφυγή δημιουργίας αδίκων και δυσμενών επιπτώσεων σε βάρος του ηττώμενου διαδίκου ή του αποδέκτη της δικηγορικής υπηρεσίας ίσως πρέπει να καθορισθεί και «οροφή» στο ύψος της επιδικαζόμενης δικαστικής δαπάνης με βάση την αναλογική δικηγορική αμοιβή (π.ρ.β.λ. ΣτΕ 3470/07 Ολ ΣτΕ 556, 404, 276/2008, 1901, 1733, 204/2009, 58, 59/2010 κ.α. για το αναλογικό παράβολο εφέσεως) και στο ύψος της αναλογικής δικηγορικής αμοιβής αντίστοιχα.
iv) Να καταργηθεί το άρθρο 169 ΚΠολΔ, άλλως να τεθεί ανώτατο όριο («οροφή») στο ύψος της εγγυοδοσίας και να περιορισθεί αποκλειστικά η εφαρμογή του μόνο στις περιπτώσεις άσκησης προδήλως αβάσιμων ή απαράδεκτων ή στρεψόδικων ή παρελκυστικών ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων με απόφαση του Δικαστηρίου και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ώστε να μην τίθεται ζήτημα παράβασης του άρθρου 20 παρ. 1 Συντ και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (βλ. για το θέμα αυτό αναλυτικά Καράκωστα Ι «Το άρθρο 169 ΚΠολΔ και η ανάγκη αναθεώρησης του» σε Εφ. Α. Δ. 12, 2009 σελ. 1318 επ)
Τέλος πρέπει να επισημανθεί προς κάθε κατεύθυνση ότι τυχόν κατάργηση του αντικειμενικού και αναλογικού τρόπου προσδιορισμού της Δικηγορικής αμοιβής θα θέσει εν αμφιβόλω, τουλάχιστον από δικαιοπολιτική άποψη, και τον αντικειμενικό και αναλογικό τρόπο φορολόγησης της μεταβίβασης ακινήτων με βάση την αντικειμενική ή αγοραία αξία τους και θα εμφανίσει το Ελληνικό κράτος να αντιφάσκει προς εαυτόν. Και τούτο διότι ό,τι η Πολιτεία απαγορεύει στους Δικηγόρους και Συμβολαιογράφους με το πρόσχημα της διευκόλυνσης της οικονομικής ανάπτυξης και της επιβολής βάρους στους πολίτες-αποδέκτες των υπηρεσιών, το πράττει για λογαριασμό της, με τα ίδια αποτελέσματα που υποτίθεται ότι θέλει να άρει, και μάλιστα σε μείζονα και «δαψιλή» βαθμό.

4. Η ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΜΕ ΤΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟΥ αρθρ. 63 par. 1,2,3, ΚΩΔ. ΔΙΚΗΓ.

Οι διατάξεις του αρθρου 63 παρ. 1,2,3 Κωδ. Δικηγ. αποσκοπούν στην διασφάλιση της απόλυτης και απερίσπαστης προσήλωσης του Δικηγόρου στα συμφέροντα του εντολέα του και στην αποτροπή σύγκρουσης συμφερόντων του εντολέα του Δικηγόρου με άλλους πελάτες του ίδιου, στα πλαίσια άλλης δραστηριότητας. Περαιτέρω οι ρυθμίσεις αυτές διασφαλίζουν την διαρκή και αποκλειστική προσήλωση του Δικηγόρου στις εξελίξεις της νομικής επιστήμης, στα πλαίσια του διεθνοποιημένου πλέον οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος, τη μη πολυδιάσπασή του με δραστηριότητες άσχετες με το λειτούργημά του, και στην συνεχή και «αειφώρο» εμπέδωση των ηθικών αρχών και παραδόσεων του δικηγορικού λειτουργήματος και τον διαρκή εμπλουτισμό τους με «προστιθέμενη αξία».
Για τον λόγο αυτόν πρέπει με το Π.Δ που θα εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 26 παρ. 1 Ν. 3844/2010 (βλ και κεφ. 2 β, γ του παρόντος) να μην επιτραπεί η άσκηση “πολλαπλών δραστηριοτήτων” στους Δικηγόρους.
Τυχόν κατάργηση των απαιτήσεων του άρθρου 63 παρ 1,2,3, του Κωδ. Δικηγόρων, πέραν των άλλων, θα οδηγήσει και σε εκρηκτική αύξηση του δικηγορικού πληθωρισμού και σε αναβίωση (έστω και μεταλλαγμένη) του παρωχημένου θεσμού «των δικολάβων» . Και τούτο θα συμβεί γιατί πολλοί πτυχιούχοι της Παντείου ή των Οικονομικών και Πολιτικών τμημάτων της Νομικής που ασκούν ήδη το επάγγελμα του οικονομολόγου, λογιστή κλπ. θα μπορούν να κάνουν χρήση (η κατάχρηση) των δυνατοτήτων που τους παρέχονται από τις οδηγίες 2005/36 και 98/5 να γίνουν δικηγόροι μετά από βραχύχρονες νομικές σπουδές (1-2 έτη) και να ασκούν ταυτόχρονα και τις δύο δραστηριότητες, με όλα τα αρνητικά επακόλουθα που προαναφέρθηκαν.

5. ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ
Σχετικά με το ζήτημα αυτό βλ. παρ. 4 κεφ. Δ της από 3-5-2010 ανακοίνωσης του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, με την πρόσθετη επισήμανση ότι με την Υ.Α. που θα εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 24 Ν. 3844/2010, μπορεί να εισαχθεί εξαίρεση από την υποχρεωτική ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου σε ότι αφορά τους Δικηγόρους για τους λόγους που αναφέρονται στην παραπάνω ανακοίνωση, (αρκεί βέβαια να ζητηθεί !!).

Rebel Assault
Εικόνα: Rebel Assault
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 09/10/2006

[size=14]Ο δε Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών τελεί εν πλήρη αφασία![/size] !lol

AlexiaM
Εικόνα: AlexiaM
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 08/01/2009

Ο σύλλογος αθηνών ευνοείται από τις εν λόγω αλλαγές (ιδίως οι μεγαλοδικηγόροι που αποτελούν και μέλη του Δ.Σ. του) οπότε ποιος να αντιδράσει????

CosmicVoyager
Εικόνα: CosmicVoyager
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 13/11/2008

Συμφωνώ με την Alexia....σκοπίμως υπάρχει άγνοια των νέων δικηγόρων στον ΔΣΑ....γιατί το ΔΣ εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μεγαλοδικηγόρων.....δεν θέλουν να ξέρουν οι νέοι τι συμβαίνει για να μην ξεσηκωθούν.....το πέρασαν στα μουλωχτά...

almos
Εικόνα: almos
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 07/10/2006

Είναι τραγικό... Η κατάσταση έχει φτάσει σε οριακό σημείο... Οι νέοι δικηγόροι πρέπει να αντιδράσουμε με κάθε θεμιτό και νόμιμο μέσο...

Αν όχι τώρα, πότε;

Marios
Εικόνα: Marios
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 12/03/2007

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2006/123(Ν. 3844/2010) ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ (Ν. 3845/2010)
ΘΕΜΑ: “Οι επιπτώσεις της οδηγίας 2006/123 σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ν. 3844/2010) και του “Μνημονίου συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής” (ν. 3845/2010 και εφ΄ εξής “Μνημόνιο”) στο Δικηγορικό λειτούργημα και στο κράτος δικαίου.

1.Σε συνέχεια της από 3-5-2010 ανακοίνωσης μας και της κοινής εισήγησης Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων προς την Ολομέλεια των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας, θεωρούμε χρέος μας να υπενθυμίσουμε ανακεφαλαιωτικά και να επισημάνουμε συνοπτικά και τα ακόλουθα:

2. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
Ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται πλέον σε οιονδήποτε σχετικά με το αν η κοινοτική οδηγία 2006/123 αφορά και θίγει άμεσα και τους Δικηγόρους. Και μας αφορά και μας θίγει άμεσα. Το παραπάνω μνημόνιο επιβεβαιώνει πλήρως του λόγου το αληθές. Τούτο πρακτικά σημαίνει ότι κρίσιμες διατάξεις της νομοθεσίας για τους Δικηγόρους από κανόνες κατέστησαν εξαιρέσεις, οι οποίες μάλιστα τελούν “υπό την διαλυτική αίρεση” της επαρκούς δικαιολόγησής τους από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και τα μέχρι σήμερα δεδομένα (κεκτημένα) κατέστησαν ζητούμενα, αμφίβολα και μετέωρα.

3. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ν. 3844/2010 ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΣ ΣΤΟΝ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΩΣ “ΑΜΙΣΘΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ” ΚΑΙ ΟΥΣΙΩΔΗ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

α) Η τυχόν κατάργηση των εδαφικών “περιορισμών” (τοπική αρμοδιότητα, μοναδική έδρα, διατοπικές/υπερτοπικές δικηγορικές εταιρείες) και μάλιστα απροϋπόθετα και χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες αποτροπής των λόγων που επέβαλαν τη θεσπίση τους, πέραν των άλλων, μεταβάλει (εμμέσως μεν, ουσιωδώς δε) την τοπική οργάνωση του Δικηγορικού Λειτουργήματος, γεγονός που κατά την άποψη μας κείται εκτός του βεληνεκούς της οδηγίας (αρθ. 4 παρ. 2 περιπτ. θ , 11 παρ. 7 ν. 3844/2010 και αρθ. 2 παρ. 2 περιπτ. θ και αρθ. 10 παρ. 7 της οδηγίας 2006/123).

β) Η τυχόν κατάργηση των ελαχίστων ορίων των δικηγορικών αμοιβών και ιδίως των ελαχίστων ορίων των τετραπλοτύπων γραμματείων προείσπραξης πέραν των άλλων, συνεπάγεται και την απώλεια διασφαλισμένων εσόδων (ύψους εκατομμυρίων ευρώ) και την αύξηση εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού. Η κατάργηση αυτή, συνεπάγεται και τον ουσιώδη περιορισμό ή την απώλεια της οικονομικής αυτοτέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, που αποτελούσε εγγύηση της επιτέλεσης του θεσμικού ρόλου τους και της αποστολής τους (βλ. και αρθ. 199 Κώδικα Δικηγόρων) όπως αναλύεται στα αναφερόμενα στην παρ. 1 της παρούσας κείμενα/προτάσεις.

γ) Η τυχόν άρση της απαγόρευσης ίδρυσης κεφαλαιουχικών δικηγορικών εταιρειών, πολυεπαγγελματικών εταιρειών και η άρση της απαγόρευσης άσκησης “πολλαπλών δραστηριοτήτων” από τους Δικηγόρους μεταξύ άλλων θα επιφέρει και της εξής δυσμενείς συνέπειες:

Α. ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΕΣ/ΠΟΛΥΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
i) Μεταβάλλεται η φύση του Δικηγόρου από ουσιώδη συλλειτουργού της Δικαιοσύνης σε απλό “πάροχο υπηρεσιών” εξαρτώμενο από μεγάλα κεφαλαιουχικά συμφέροντα και ενταγμένο λειτουργικά σ' αυτά. Μ' άλλα λόγια πλήττεται ανεπανόρθωτα η ανεξαρτησία του Δικηγόρου έναντι των πάσης φύσεως εξουσιών.

Β. ΠΟΛΥΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ – ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

ii) Φαλκιδεύεται η αποκλειστική προσήλωση του Δικηγόρου στα συμφέροντα του εντολέα του, η διαρκής ενημέρωσή του στις ραγδαίες και ταχύτατες εξελίξεις της νομικής επιστήμης στα πλαίσια ενός διεθνοποιημένου περιβάλλοντος, και η συνεχής και “αειφόρος” εμπέδωση των ηθικών αρχών και παραδόσεων του Δικηγορικού Σώματος και ο διαρκής εμπλουτισμός τους με “ προστιθέμενη αξία”.

iii) Η Δικηγορία κινδυνεύει να μετατραπεί σε “πάρεργο” γεγονός αδιανόητο και επικίνδυνο για τα συμφέροντα των πολιτών που προσφεύγουν σε Δικηγόρο να τους συνδράμει στην παροχή δικαστικής προστασίας.

iv) Τίθεται σε σοβαρή διακινδύνευση η αυστηρή διασφάλιση του δικηγορικού απορρήτου και η αποτροπή της σύγκρουσης συμφερόντων.
δ) Η υποχρεωτική ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου, νόημα έχει μόνο αν αφορά την ασφάλιση για κάθε αμέλεια. Σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 4 Εισ.Ν. ΚΠολΔ, οι δικηγόροι ευθύνονται μόνο για δόλο ή βαρειά αμέλεια. Δικαιολογητικός λόγος της διάταξης αυτής είναι η διασφάλιση της ανεξαρτησίας του δικηγόρου κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, η οποία και παύει να υφίσταται πλέον, με ότι αυτό συνεπάγεται τόσο για το δικηγόρο όσο και για την υπεράσπιση των συμφερόντων των πολιτών.

4. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑΣ ΑΠΟ ΠΛΕΥΡΑΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

α) Στην παρ. 3, iii “Για την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις ανοικτές αγορές” του μνημονίου η Ελληνική Κυβέρνηση ανέλαβε την υποχρέωση να μειώσει σημαντικά τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 15 (εδαφικοί περιορισμοί, νομική μορφή και κατοχή κεφαλαίου εταιρείας, ελάχιστα όρια αμοιβών, πολλαπλή έδρα) και 25 (πολυεπαγγελματικές εταιρείες, πολλαπλή άσκηση δραστηριοτήτων) της οδηγίας 2006/123.

β) Με τις παραπάνω διατάξεις της οδηγίας όμως προβλέπεται η υποχρέωση του κράτους – μέλους απλώς να καταγράψει, να αξιολογήσει και να δικαιολογήσει την ύπαρξη τέτοιων “απαιτήσεων” και παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια ακόμη και να τις διατηρήσει, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη τις σχετικές προϋποθέσεις και τα κριτήρια της οδηγίας, και όχι να μειώσει σημαντικά τις απαιτήσεις αυτές, όπως αναφέρεται στο μνημόνιο.

γ) Συμβαλλόμενα μέρη στο μνημόνιο αυτό είναι κοινοτικά όργανα (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), κράτος – μέλος της Ε.Ε. (Ελληνική Δημοκρατία) και το μνημόνιο ρητά παραπέμπει στην οδηγία 2006/123, θέτοντας όμως, επιπρόσθετο περιορισμό (“σημαντική μείωση των απαιτήσεων”) χωρίς τούτο να προβλέπεται στην οδηγία. Σημειωτέο επίσης ότι το παραπάνω μνημόνιο συντάχθηκε στα πλαίσια υλοποίησης του “μηχανισμού στήριξης” της Ελληνικής Δημοκρατίας που αποφασίστηκε από τους Αρχηγούς Κρατών “της Ζώνης του Ευρώ” και, κατ' ουσίαν αποτελεί συνέχεια της θέσης της Ελλάδας σε “καθεστώς επιτήρησης” λόγω μεγάλου δημοσιονομικού ελλείμματος, σύμφωνα με την Συνθήκη. Συνεπώς το εν λόγω μνημόνιο εμπίπτει στη σφαίρα εφαρμογής του Κοινοτικού Δικαίου.

δ) Η έκταση των υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας σε ότι αφορά την παραπάνω οδηγία καθορίζεται αποκλειστικά και περιοριστικά από την ίδια την οδηγία και ως εκ τούτου τα κοινοτικά όργανα ή τα κράτη – μέλη εμποδίζονται να απαιτούν επιπρόσθετους περιορισμούς, που δεν προβλέπονται στην οδηγία (π.ρ.β.λ. ΔΕ.Κ αποφ. της 16ης Δεκεμβρίου 2008, τμήμα μείζονος συνθέσεως, υποθ. C - 213/2007, γνωστή και ως “βασικός μέτοχος” , σκέψη 43).

ε) Ως γνωστόν, φυσικός δικαστής κάθε διαφοράς που αναφύεται κατά την εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου είναι είτε τα Εθνικά Δικαστήρια (τα οποία και οφείλουν να υποβάλλουν προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και τελικά το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (είτε μετά από υποβολή προδικαστικού ερωτήματος, είτε κατόπιν προσφυγής ακυρώσεως ή μη συμμόρφωσης με το Κοινοτικό Δίκαιο). Το εν λόγω μνημόνιο, περιεβλήθη με τον “νομικό μανδύα” τυπικού νόμου και ως εκ τούτου δεν είναι νοητή η απ΄ ευθείας αμφισβήτησή του στα Εθνικά Δικαστήρια, (μόνος τρόπος είναι η αμφισβήτησή του στα πλαίσια ασκήσεως παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου συμβατότητας προς το Κοινοτικό Δίκαιο, στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης, τούτο όμως, απαιτεί πολλά χρόνια, ενόψει της “γνωστής σε όλους” καθυστέρησης απονομής της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα).
Συνεπώς, μόνος τρόπος ταχείας άρσης κάθε διαφωνίας σχετικά με την ορθή ή μη συμμόρφωση με την κοινοτική οδηγία είναι η παραπομπή της Ελλάδας στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης. από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λόγω μη ορθής συμμόρφωσης.

στ) Στο εν λόγω μνημόνιο δεν προβλέπεται τρόπος άρσης κάθε διαφοράς ως προς την ορθή ή μη συμμόρφωση με την οδηγία αυτή και ιδίως σε ότι αφορά την έκταση των υποχρεώσεων που αυτή θέτει. Υπό την εκδοχή ότι φυσικός δικαστής της διαφοράς αυτής εξακολουθεί να είναι το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο οφείλει η Επιτροπή να εισάγει την διαφορά προς επίλυση, δεν υφίσταται κανένα πρόβλημα. Με δεδομένο όμως ότι το μνημόνιο στην πραγματικότητα περιέχει όρους δανεισμού “με ανοικτό λογαριασμό”, και δεδομένης της δυσχερούς θέσης στην οποία βρίσκεται η Ελληνική Κυβέρνηση, ως “οφειλέτης” και της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας και της δυσμενέστατης θέσης στην οποία βρίσκεται η Ελληνική Δημοκρατία λόγω της οικονομικής κρίσης και της ανάγκης για άμεση εκταμίευση των κατ' ιδίαν “κονδυλίων” της “σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό”. Πιθανολογείται σφόδρα, ότι η άρση των διαφορών αυτών δεν θα γίνεται στα πλαίσια του Κοινοτικού Δικαίου από το Δικ της Ε.Ε. ( παραφυλαττομένων έτσι και όλων των εγγυήσεων της δίκαιης δίκης), αλλά μονομερώς από τους “δανειστές -επιτηρητές” (δηλ. από την Ευρ. Επιτρ., την Ε.Κ.Τ. και το Δ.Ν.Τ.) που εκ των πραγμάτων κατέχουν κυρίαρχη και υπερέχουσα θέση έναντι της Ελλάδας (λόγω της άφευκτης ανάγκης για άμεση εκταμίευση των “δόσεων” του δανεισμού) και με βάση τους όρους του μνημονίου, που δεν στηρίζονται στο Κοινοτικό Δίκαιο (και ιδίως στην παραπάνω οδηγία, παρότι οι “απαιτήσεις” της, κατέστησαν και όροι δανεισμού) όπως προαναφέρθηκε. Υπό την εκδοχή αυτή, η Ελληνική Δημοκρατία, εμμέσως πλην σαφώς, στερείται του “ φυσικού δικαστή” της άρσης κάθε διαφοράς σχετικά με την έκταση των υποχρεώσεων που απορρέουν από κοινοτική οδηγία και de facto εξαιρείται του κοινοτικού κεκτημένου, κατά παράβαση του Κοινοτικού Δικαίου.

ζ) Σκοπός του μνημονίου είναι, πρωτίστως και προεχόντως, η “δημοσιονομική αναδιάρθρωση” δηλ. η αύξηση εσόδων και η μείωση δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού. Η κατάργηση όμως των ελαχίστων ορίων δικηγορικών αμοιβών και ιδίως των γραμματειών προείσπραξης, σημαίνει, όπως προαναφέρθηκε, απώλεια διασφαλισμένων εσόδων ύψους εκατομμυρίων ευρώ και, ενδεχομένως, αύξηση των δαπανών (αν αναληφθεί από το Κράτος η κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των Δικηγορικών Συλλόγων, λόγω της απώλειας ή ουσιώδους μειώσεως των αυτοτελών οικονομικών πόρων τους). Και στην περίπτωση αυτή θεωρούμε ότι παραβιάζεται η συνταγματική και κοινοτική αρχή της αναλογικότητας, διότι το μέσο αυτό (κατάργηση των ελαχίστων ορίων αμοιβών) όχι απλώς είναι πρόδηλως απρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (αύξηση εσόδων, μείωση δαπανών) αλλά κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, και θέτει εκποδόν τον σκοπό αυτό.

η) Τέλος, πιστεύουμε ότι δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητος ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο μνημόνιο, ιδίως σε ότι αφορά τη σύνδεση της κοινοτικής οδηγίας 2006/123 μ' αυτό, δηλ. στην πραγματικότητα τη σύνδεση της ορθής εφαρμογής του Κοινοτικού Δικαίου με όρους διεθνούς δανεισμού.
Σύμφωνα με τη Συνθήκη Ε.Ε., η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ο “θεματοφύλακας” του κοινοτικού δικαίου και κάθε δράση της οφείλει να κινείται εντός των πλαισίων αυτού και ιδίως όταν πρόκειται για θεμελιώδη ζητήματα του πρωτογενούς και παραγώγου Κοινοτικού Δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμμετέχοντας (διάβαζε: επιβάλλοντας) στη διαμόρφωση των όρων του μνημονίου, δεν λειτούργησε ως θεματοφύλακας του κοινοτικού δικαίου, αλλά ως “δανειστής” που επιβάλει τους όρους του στον “οφειλέτη” εξερχόμενη κατά την γνώμη μας, των ορίων του κοινοτικού δικαίου και του θεσμικού ρόλου της.

θ) Όλα τα παραπάνω αποτελούν ζητήματα μείζονος σημασίας και σπουδαιότητας που αφορούν άμεσα το Δημόσιο συμφέρον, το Δικηγορικό Σώμα, αλλά και την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου και ως εκ τούτου, πιστεύουμε, ότι όλοι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι (αρθ. 199 Κωδ. Δικ.) και η Ολομέλεια των Προέδρων (αρθ. 206 Κωδ. Δικ.), πρέπει, να εκφράσουν, το ταχύτερο δυνατόν, την γνώμη τους επ' αυτών, λαμβάνοντας υπόψη τους και ότι η ένταξη της Ελληνικής Δημοκρατίας στον “μηχανισμό στήριξης” και η θέση της σε καθεστώς επιτήρησης λόγω μεγάλου ελλείμματος δεν σημαίνει ότι αναστέλλεται ως προς αυτήν το κοινοτικό δίκαιο, ούτε εξαιρείται από το κοινοτικό κεκτημένο, το οποίο και οφείλουν, πρωτίστως, να σέβονται όλα τα κοινοτικά όργανα.

5. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΣΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

α) Προκαταβολικά και εμφατικά θεωρούμε χρέος μας να επισημάνουμε ότι η ένταξη της Ελληνικής Δημοκρατίας στον “μηχανισμό στήριξης” δεν σημαίνει ότι “αναστέλλεται” η ισχύς των διατάξεων του Συντάγματος, που διασφαλίζουν διαδικαστικά και ουσιαστικά συνταγματικά δικαιώματα ή οι διατάξεις της ΕΣΔΑ και του διεθνούς Δικαίου, ή ο Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινοτικών Δικαιωμάτων, που συναποτελούν και το “κοινοτικό κεκτημένο”.
Επίσης, οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν οι κρατικές αρχές στα πλαίσια διεθνούς δανεισμού, δεν μπορούν από μόνες τους να δικαιολογήσουν περιορισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων (βλ. Συνταγματικό Δικαστήριο της Λετονίας, αποφ της 21-12-2009, υποθ. 2009-41-01, Γιαννακόπουλο Κ. “Το Κράτος Δικαίου και η εθνική κυριαρχία” σε Εφημ. Δ.Δ. 1/2010 σελ. 2,3).

β) Στην παρ. 3 ii “Διαρθρωτικές δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις” του μνημονίου αναφέρεται ότι “Το Κοινοβούλιο θα υιοθετήσει νομοθεσία για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της φορολογικής διαχείρισης (διάβαζε είσπραξης απαιτήσεων και των ελέγχων) εφαρμόζοντας τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΔΝΤ.

γ) Επειδή πολλά γράφονται στις εφημερίδες και πολλά λέγονται στις τηλεοράσεις και στα ραδιόφωνα για το περιεχόμενο των (“μυστικών”) αυτών συστάσεων και τον τρόπο της “φορολογικής διαχείρισης”, θεωρούμε χρέος μας να εστιάσουμε την προσοχή μας και στα παρακάτω ζητήματα, που άπτονται του Κράτους Δικαίου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ώστε το δημοσιονομικό έλλειμμα να μην γίνει και έλλειμμα Δικαιοσύνης και η οικονομική κρίση να μην μεταβληθεί και σε κρίση του Κράτους Δικαίου.

i) Η επιβολή “επιτοπίων” προστίμων παραβιάζει το συνταγματικό διαδικαστικό δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης.

ii) Η δημοσιοποίηση ονομάτων προσώπων στα οποία αποδίδονται φορολογικές παραβάσεις, χωρίς προηγουμένως οι απαιτήσεις να έχουν καταστεί “βέβαιες και εκκαθαρισμένες” με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας και αποτελεί “προκαταβολή ποινής” (διαπόμπευση) χωρίς δικαστικές εγγυήσεις και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Σημειωτέον ότι οι υποθέσεις αυτές είναι “ποινικής φύσης” και καλύπτονται από τις εγγυήσεις της ΕΣΔΑ (νδ. 53/74) και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/97).

iii)Κάθε απόπειρα περιορισμού ή φαλκίδευσης του δικαιώματος παροχής προσωρινής ή οριστικής δικαστικής προστασίας ή του δικαιώματος πρόσβασης σε Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 και 14 της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα αντίστοιχα και του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν. 1705/87), που έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ, και εφαρμόζονται και στις φορολογικές διαφορές (όταν πρόκειται για επιβολή προστίμων ή προσαυξήσεων) σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α, ως “ποινικής φύσεως” διοικητικές υποθέσεις.

iv) Το κλείσιμο επιχειρήσεων, γραφείων, καταστημάτων κλπ., και η τυχόν επιβολή υπέρογκων ποινών και η προηγούμενη καταβολή τους (= έκτιση ποινής) χωρίς να προηγηθεί δίκη, η κατάσχεση στα χέρια τρίτων χωρίς δικαστικές εγγυήσεις κλπ., παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, (αλλά και το τεκμήριο της αθωότητας και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, αν η κύρωση επιβάλλεται χωρίς να προηγηθεί αμετάκλητη δίκη και καταδίκη) τόσο σε ότι αφορά το ύψος της ποινής όσο και σε ότι αφορά την επίτευξη των σκοπών του μνημονίου (από το κλείσιμο μιας επιχείρησης δεν εισπράττονται έσοδα, αλλά αντίθετα χάνονται και διευρύνεται η ανεργία, που επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό). Υπάρχουν ηπιότερα και αποτελεσματικότερα μέτρα είσπραξης, που επιτυγάνουν τον σκοπό του μνημονίου, με σεβασμό στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα (π.χ θεώρηση στοιχείων κατά μονάδα (“μπλοκ”) και θεώρηση του επόμενου εφ΄ όσον καταβληθεί π.χ 10% του τζίρου των συναλλαγών του προηγούμενου ή λήψη δανείου με τον όρο εκχώρησης ενός ποσοστού στο Δημόσιο κ.λ.π.) τα οποία το Δικηγορικό Σώμα οφείλει να μελετήσει και προτείνει, επιτελώντας τον θεσμικό του ρόλο.

v) Τα εντόνως φημολογούμενα για δημιουργία “ειδικών φορολογικών δικαστηρίων” (προφανώς εννοείται ειδικών τμημάτων των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων) και για “φορολογικές δίκες εξπρές” (προφανώς εννοείται η ταχεία εκδίκαση αυτών των κατηγοριών υποθέσεων) προκειμένου να εισπράξει το Δημόσιο 33 δις ευρώ, που “λιμνάζουν” στα Δικαστήρια επί 13-15 έτη (βλ. πληθώρα πρόσφατων δημοσιευμάτων στον τύπο) θέτουν, μετ΄ επιτάσεως, το πρόβλημα της “ταχείας δίκης” και της σημασίας της για την οικονομική ανάπτυξη και το δημόσιο συμφέρον.
Πράγματι, είναι σε όλους μας γνωστό, ότι στα δικαστήρια εκκρεμούν εκατομμύρια υποθέσεις, ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ (πολιτικά, ποινικά και διοικητικά δικαστήρια). Σημαντικός πλούτος “λιμνάζει” στα Δικαστήρια επί σειρά ετών (ενίοτε και δύο δεκαετίες!). Η “απελευθέρωση” του πλούτου αυτού θα είχε ως αποτέλεσμα ο νικητής διάδικος είτε να εισπράττει δικαστικά τα οφειλόμενα και να τα διαθέτει για την οικονομική ανάπτυξη, είτε να απελευθερώνεται από οικονομικά βάρη, ώστε απερίσπαστος να επενδύει προς όφελος της οικονομικής ανάπτυξης. Εφ΄ όσον “νικητής διάδικος” είναι το δημόσιο, η ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων συνεπάγεται την άμεση είσπραξη των νομίμων απαιτήσεών του. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων θα έχει ως αποτέλεσμα το Δημόσιο να εισπράττει άμεσα και ταχύτερα τα διασφαλισμένα έσοδα από την προείσπραξη των ελάχιστων ορίων της δικηγορικής αμοιβής, που ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια, ίσως και σε αρκετά δις ευρώ. Επίσης, η “ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων”θα έχει και ως παρεπόμενο αποτέλεσμα την ταχεία εξάλειψη φαινομένων διαφθοράς και κακοδιοίκησης και την εμπέδωση της αρχής της νομιμότητας και του Κράτους Δικαίου από όλους τους πολίτες και τα κρατικά όργανα. Κατά συνέπεια, η “ταχεία δίκη” πρέπει να αφορά όλες τις κατηγορίες υποθέσεων όλων των δικαιοδοσιών και όχι μόνο μια κατηγορία, που ενδιαφέρει την διάδικο Δημόσια Αρχή. Κάθε αντίθετη λύση θα παραβίαζε και την αρχή της ισότητας των διαδίκων ενώπιον των Δικαστηρίων και θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη επιβράδυνση των ρυθμών εκδίκασης των λοιπών υποθέσεων, που δυστυχώς σήμερα γίνεται με ρυθμούς ¨χελώνας”, σε βάρος των πολιτών κατά παράβαση της ΕΣΔΑ για την οποία η Ελληνική Δημοκρατία έχει καταδικαστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο του Στρασβούργου, έχοντας καταστεί πλέον “υπότροπος κατ΄ εξακολούθηση”.
Στο σημείο αυτό, θεωρούμε χρέος μας να επισημάνουμε, εμφατικά ότι η ταχεία δίκη αποτελεί δικαίωμα του πολίτη έναντι του κράτους και όχι προνόμιο του κράτους έναντι του πολίτη. Με τα δεδομένα αυτά, οφείλουμε ως Δικηγορικό Σώμα να αξιώσουμε άμεσα την ταχεία εκδίκαση όλων των υποθέσεων (παραφυλλατομένων αυτονοήτως όλων των εγγυήσεων της δίκαιης δίκης και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών), επιτελώντας τον θεσμικό μας ρόλο ως Δικηγόρων, που, προεχόντως, συνίσταται στην διασφάλιση και υπεράσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών και του Κράτους Δικαίου, με εγγυητές τα Δικαστήρια.
vi) Τέλος, οι προβλέψεις του μνημονίου για “τοπικά σύμφωνα” που αποκλίνουν από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, για πρόβλεψη ελάχιστου μισθού κάτω του κατωτάτου ορίου για τους νέους εργαζόμενους και τους μακροχρόνια άνεργους, και, η μείωση του επιπέδου της προστασίας από τις απολύσεις καθώς και η γενίκευση της προσωρινής απασχόλησης (σύμβαση ορισμένου χρόνου) και στον ιδιωτικό τομέα, θέτουν σοβαρά προβλήματα συνταγματικότητας, αντίθεσης με Διεθνείς συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για την προστασία του ελάχιστου μισθού και των εργαζομένων από τις απολύσεις, αλλά και με την κοινοτική οδηγία 1999/70. Τα παραπάνω προβλήματα αποτελούν ζητήματα μείζονος σημασίας και σπουδαιότητας (νομικής και κοινωνικής), και υπάγονται στην αρμοδιότητα των Δικηγορικών Συλλόγων και της Ολομέλειας των Προέδρων αυτών (άρθρ. 199 και 206 του Κώδικα Περί Δικηγόρων) και πρέπει να διατυπώσουμε τη γνώμη μας γι΄ αυτά και να αγωνισθούμε για την επίλυσή τους, ασκώντας τον θεσμικό ρόλο μας, όπως αναμένει η κοινωνία να τον ασκήσουμε.
Η Ολομέλεια καλείται ή να αποδεχθεί τις θέσεις – προτάσεις που περιέχονται στα αναφερόμενα στην παρ. 1 κείμενα (με τα οποία γίνεται καταγραφή, αξιολόγηση και δικαιολόγηση των ρυθμίσεων που μας αφορούν) και να υποβληθεί κοινή πρόταση στην διυπουργική επιτροπή ή να διαμορφώσει θέσεις με συγκεκριμένους και ιεραρχημένους στόχους, χαράζοντας ταυτόχρονα και τις “κόκκινες γραμμές” και προβάλλοντας εναλλακτικές προτάσεις για τις υπόλοιπες θέσεις, όπως αναφέρονται παρακάτω.

Δικαστικές ενέργειες:

1. Αίτηση ακυρώσεως κατά του Προεδρικού Διατάγματος για τις πολυεπαγγελματικές εταιρίες και την άσκηση πολλαπλών δραστηριοτήτων αν περιλαμβάνονται σ΄ αυτό και δικηγόροι.

2.Αίτηση ακυρώσεως κατά της Υπουργικής απόφασης για την ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου αν δεν εξαιρεθούν από αυτήν οι δικηγόροι.

3. Σε περίπτωση που οι κεφαλαιουχικές εταιρίες επιτραπούν με τροποποίηση του π.δ 81/2005 να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως κατά του τροποποιητικού διατάγματος. Αν γίνει με νόμο να αρνηθούμε ως δικηγορικοί σύλλογοι τη χορήγηση άδειας σύστασης και αν χορηγηθούν από άλλους δικηγορικούς συλλόγους ή από άλλη αρχή να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως κατά της χορήγησης της άδειας.

4. Να αρνηθούμε την κατάργηση των ελαχίστων ορίων των γραμματίων προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής κρίνοντας τις σχετικές διατάξεις αντίθετες στο Σύνταγμα και το Κοινοτικό Δίκαιο και να εξακολουθήσουμε να αποδίδουμε τους παρακρατούμενους φόρους, εισφορές κλπ., όπως γίνεται μέχρι σήμερα. Αν υπάρξει άρνηση αποδοχής των εσόδων αυτών να υποβάλλουμε μήνυση κατά παντός υπευθύνου για απιστία σε βάρος των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου (το τελευταίο είναι εντελώς επικοινωνιακό).

5. Να υποβληθεί αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από τους Δικηγορικούς Συλλόγους είτε από Ευρωβουλευτή σχετικά με τα ζητήματα που αναφύονται από το μνημόνιο και αφορούν τον σεβασμό του Κοινοτικού Δικαίου και του Κοινοτικού κεκτημένου.

6.Η ταχεία και δίκαιη δίκη και ο πλήρης σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων και του Κράτους Δικαίου πρέπει να αποτελέσει πλέον την αιχμή του δόρατος των διεκδικήσεων του Δικηγορικού Σώματος. Για το σκοπό αυτό πρέπει να γίνει καταγραφή, αξιολόγηση και άρση όλων των δικονομικών και ουσιαστικών διατάξεων που εμποδίζουν την ταχεία και δίκαιη δίκη και είναι αντίθετες προς τα ουσιαστικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται από υπερνομοθετικής ισχύος κείμενα.

7. Αποτελεσματική εκστρατεία ενημέρωσης της κοινής γνώμης και ιδίως των φορέων που θίγονται άμεσα ή έμμεσα από το μνημόνιο (εμπορικά, βιοτεχνικά, βιομηχανικά επιμελητήρια, ΓΕΣΕΒΕ, ΓΕΣΕΕ, Εργατικά Κέντρα) ώστε να οικοδομήσουμε και ισχυρές κοινωνικές συμμαχίες (αφού βεβαίως τα βρούμε πρώτα μεταξύ μας)

8. Ενημέρωση από κάθε Δικηγορικό Σύλλογο όλων των Δικαστικών Ενώσεων και των δικαστών που υπηρετούν στην περιφέρειά τους τόσο για τα ζητήματα των ελαχίστων ορίων των γραμματίων προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής (θέμα που τους αφορά έμμεσα αφού από τα γραμμάτια αυτά αποδίδονται άμεσα σημαντικά έσοδα στον Κρατικό Προϋπολογισμό από τον οποίο προέρχεται και ο μισθός τους και στο Ταμείο Νομικών στο οποίο είμαστε όλοι “συνεταίροι” όσο και για τα ζητήματα που άπτονται του Κράτους Δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των οποίων εμείς είμαστε οι υπερασπιστές και εκείνοι οι εγγυητές.

gpan
Εικόνα: gpan
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 06/10/2009

Οι εποχες αλλαζουν και οσοι δεν γουσταρουν ας φυγουν
Ναι πες οτι εγω κ αλλος ενας δικηγορος θελω να φτιαξω μια εταιρια παροχης υπηρεσιων με δυο λογιστες, γτ να μην μπορω
Ο ελευθερος ανταγωνισμος θα παταξει την μιζερια του δικηγορικου επαγγελματος

CosmicVoyager
Εικόνα: CosmicVoyager
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 13/11/2008

Τι σχέση έχει η δικηγορία με τους λογιστές?????Να ήθελες να κάνεις μία εταιρεία με συμβολαιογράφο και μηχανικό να το καταλάβω...το οποίο στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη ήδη γίνεται με την μορφή συνεργασίας....όλα αυτά πάντως ευνοούν τους μεγαλοδικηγόρους που αν δεν έχουν ήδη τέτοια μεγάλα γραφεία θα το κάνουν τώρα....οι νέοι με τι λεφτά να κάνουν μία τέτοια εταιρεία να τους ανταγωνιστεί???/εκτός και αν νομίζεται ότι με συνεργασία 3 ατο΄μων και ένα γραφειάκι θα τους ανταγωνιστείς.....αυτοί έχουν ολόκληρα κτίρια και 50 ατομα που δουλεύουν μεσα....

Marios
Εικόνα: Marios
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 12/03/2007

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Δ.Σ.Ι. ΓΙΑ ΤΗΝ "ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ" ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ
Θέμα: Η διαβούλευση για την "απελευθέρωση" του "κλειστού" δικηγορικού επαγγέλματος από τις "απαιτήσεις" της δικηγορικής νομοθεσίας σύμφωνα με την κοινοτική οδηγία 2006/123, τον Ν. 3844/2010 και τον Ν. 3845/2010: Προτάσεις για το πλαίσιο και τα κριτήρια της διαβούλευσης και τους επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν τις "απαιτήσεις" αυτές.

Ι) ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
1. Το Δικηγορικό Σώμα βρίσκεται στην πιο κρίσιμη ίσως καμπή της ιστορικής του πορείας. Με την κοινοτική οδηγία 2006/123 (Ν. 3844/2010) και τον Ν. 3845/2010 θεμελειώδεις διατάξεις της νομοθεσίας για την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος, από κανόνες κατέστησαν εξαιρέσεις, οι οποίες μάλιστα τελούν "υπό την διαλυτική αίρεση" της επαρκούς δικαιολόγησης τους από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και τα μέχρι σήμερα δεδομένα (κεκτημένα) κατέστησαν ζητούμενα, αμφίβολα και μετέωρα.

2. Τυχόν κατάργηση κρίσιμων "απαιτήσεων" της Δικηγορικής Νομοθεσίας σχετικά με την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος (εδαφική αρμοδιότητα, ελάχιστα όρια δικηγορικών αμοιβών, απαγόρευση σύστασης και λειτουργίας "πολυεπαγγελματικών εταιριών" και της άσκησης "πολλαπλών δραστηριοτήτων" από τους δικηγόρους, αστική ευθύνη Δικηγόρου) θα έχει, μεταξύ άλλων, και ως αποτέλεσμα την "μετάλλαξη" του Δικηγόρου από δημόσιο λειτουργό και υπερασπιστή του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών ελευθεριών των πολιτών, σε "επαγγελματία νομοτεχνικό", και την μη αναγνώριση του ιδιαίτερου ρόλου της φύσης και της αποστολής του δικηγορικού λειτουργήματος.

3. Ενόψει των εξελίξεων αυτών, το Δικηγορικό Σώμα οφείλει “ σ΄ όσους (συναδέλφους) πέρασαν, θα ρθούνε, θα περάσουν" να αναλάβει την ιστορική του ευθύνη και να υπερασπιστεί τις θεμελιώσεις "απαιτήσεις" για την άσκηση του λειτουργήματος ώστε να μην "παραδώσουμε επάγγελμα, ενώ παραλάβαμε λειτούργημα".

ΙΙ) ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ
4. Στις πρόσφατες ολομέλειες των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Θεσ/νικης και της Καβάλας, ο Γενικός Γραμματέας και ο Υπουργός Δικαιοσύνης αντίστοιχα κατέστησαν σαφές ότι, ενόψει της τρέχουσας οικονομοπολιτικής συγκυρίας, επικρατεί η άποψη ότι είναι δύσκολο να διατηρηθούν όλες οι ισχύουσες κρίσιμες ρυθμίσεις της δικηγορικής νομοθεσίας σχετικά με τους όρους όρους άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος και ότι καλείται το Δικηγορικό Σώμα να αποφασίσει αν θα συναινέσει σ΄ έναν “πολιτικό συμβιβασμό", διατηρώντας μερικές μόνο από τις ισχύουσες σήμερα "απαιτήσεις" ή, αν θα αναλάβει να υποστεί το κόστος των συνεπειών της παραπομπής της Ελληνικής Δημοκρατίας στο ΔΕΕ και τον κίνδυνο της απώλειας όλων των κρίσιμων απαιτήσεων, σε περίπτωση μη επιτυχούς έκβασης της εμμονής στο σημερινό νομικό status quo".

5. Πρόσφατα επίσης ο κ. Πρωθυπουργός δήλωσε ότι η κυβέρνηση αποφάσισε την "απελευθέρωση" ("άνοιγμα") όλων των κλειστών επαγγελμάτων με δική της πολιτική πρωτοβουλία και όχι στα πλαίσια συμμόρφωσης με την κοινοτική οδηγία 2006/123 (Ν. 3844/2010) ή σύμφωνα με τον Ν. 3845/2010 ("μνημόνιο συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής" και εφεξής "μνημόνιο").

6. Τέλος αναφέρθηκε από τα Μ.Μ.Ε. ότι το λεγόμενο "άνοιγμα" των "κλειστών" επαγγελμάτων θα γίνει με νόμο πλαίσιο και ακολούθως θα εξειδικευθούν οι κατευθυντήριες αρχές σε κάθε "απελευθερούμενο" επάγγελμα ξεχωριστά.

7. Οι παραπάνω (βλ. παρ. 4 της παρούσας) θέσεις του Γ.Γ. και του Υπουργού Δικαιοσύνης, προφανώς αναφέρονται στην δέσμευση που ανέλαβε η Ελληνική Δημοκρατία έναντι των διεθνών πιστωτών της να μειώσει σημαντικά τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 15 και 25 της οδηγίας 2006/123 (βλ. παράρτημα ΙV, παρ. 3, iii “για την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις ανοικτές αγορές”, ν. 3845/2010, ΝοΒ 58, σελ. 756). Η δέσμευση όμως αυτή αντίκειται στο κοινοτικό Δίκαιο. Και τούτο διότι με τις παραπάνω διατάξεις της οδηγίας προβλέπεται απλώς η υποχρέωση του κράτους μέλους να καταγράψει, να αξιολογήσει και να δικαιολογήσει την ύπαρξη τέτοιων "απαιτήσεων” με επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια να τις διατηρήσει όλες (λαμβάνοντας βέβαια υπόψη τις σχετικές προϋποθέσεις και τα κριτήρια της οδηγίας) και όχι να μειώσει σημαντικά τις απαιτήσεις αυτές, όπως αναφέρεται στο μνημόνιο (βλ. αναλυτικά την από 28-5-2010 ανακοίνωση Δ.Σ.Ι. με θέμα " Οι επιπτώσεις της οδηγίας 2006/123 (Ν. 3844/2010) και του μνημονίου συνεννόησης στις συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής (Ν. 3845/2010) στο Δικηγορικό Λειτούργημα και στο Κράτος Δικαίου, κεφ. 4 με υπότιτλο "οι επιπτώσεις του Μνημονίου στην άσκηση της δικηγορίας από πλευράς κοινοτικού Δικαίου, ιστοσελίδα Δ.Σ.Ι.). Για το λόγο αυτό η απλή "ποσοτικοποίηση" του εν λόγω ζητήματος δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελέσει το πλαίσιο της διαβούλευσης, αλλά το Δικηγορικό Σώμα πρέπει να εμμείνει στην διαβούλευση εντός των πλαίσιων του κοινοτικού Δικαίου και με τα κριτήρια που αυτό θέτει. Και τούτο διότι όλες οι "απαιτήσεις" άσκησης του Δικηγορικού Λειτουργήματος είναι “δεκτικές υπεράσπισης” ενώπιον του Δ.Ε.Ε. και δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως θα αναλυθεί διεξοδικά και την συνέχεια. Περαιτέρω και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι είναι δυνατός και συμφέρων ένας "πολιτικός συμβιβασμός ", είτε στα πλαίσια του Μνημονίου, είτε σε αμιγώς πολιτικό πλαίσιο και πάλι δεν διασφαλίζεται το Δικηγορικό Σώμα από τον κίνδυνο απώλειας εν λόγω "απαιτήσεων". Και τούτο συμβαίνει διότι μόνη η έκδοση της οδηγίας 2006/123 και η μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη (με τον Ν. 3844/2010) αρκεί να θέσει υπό δικαστική αμφισβήτηση όλες τις "απαιτήσεις" της δικηγορικής νομοθεσίας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
Ειδικότερα η αμφισβήτηση των εδαφικών περιορισμών άσκησης της Δικηγορίας, ή των ελαχίστων ορίων της δικηγορικής αμοιβής μπορεί να εκδηλωθεί στο πλαίσιο οποιασδήποτε εκκρεμούς διαφοράς, οπότε και τα σχετικά ζητήματα θα κριθούν στα πλαίσια της εκκρεμούς δίκης, είτε ευθέως από τα Ελληνικά Δικαστήρια, είτε από το Δ.Ε.Ε., εφόσον υποβληθεί σχετικό προδικαστικό ερώτημα. Η αμφισβήτηση των απαιτήσεων σχετικά με τη μορφή των δικηγορικών εταιριών ή, την απαγόρευση σύστασης "πολυεπαγγελματικών" εταιριών και την άσκηση "πολλαπλών δραστηριοτήτων" στους δικηγόρους, μπορεί να εκδηλωθεί με την υποβολή σχετικού αιτήματος και σε περίπτωση απόρριψης , η νομιμότητα της άρνησης θα κριθεί και πάλι, είτε ευθέως από τα ελληνικά Δικαστήρια, στα πλαίσια άσκησης του οικείου ένδικου βοηθήματος, είτε από το Δ.Ε.Ε στα πλαίσια υποβολής σχετικού προδικαστικού ερωτήματος.

8. Ενόψει των παραπάνω το Δικηγορικό Σώμα πρέπει να ζητήσει από την κυβέρνηση την διατήρηση των υφισταμένων "απαιτήσεων" (έστω και με βελτιωτικές τροποποιήσεις, όπως θα αναλυθεί και στην συνέχεια) και σε περίπτωση διαφωνίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει η σχετική διαφορά να κριθεί από τον "φυσικό Δικαστή" αυτής, δηλ. από το Δ.Ε.Ε. στα πλαίσια δίκαιης δίκης, ώστε να επιλυθεί οριστικά και να εμπεδωθεί το αίσθημα της ασφάλειας και βεβαιότητας δικαίου σε ότι αφορά τους όρους άσκησης του Δικηγορικού Λειτουργήματος. Σημειωτέο ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ότι αφορά τον καθορισμό ελαχίστων ορίων δικηγορικών αμοιβών και την “μερική συμμόρφωση” με την οδηγία 2006/123 κινήθηκε αυστηρά στα πλαίσια του κοινοτικού Δικαίου (αποστολή αιτιολογημένης γνώμης ) και δεν συνέδεσε τις σχετικές αιτιάσεις με το Μνημόνιο ή τους όρους εκταμίευσης κάθε δόσης της δανειακής σύμβασης με τους πιστωτές της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει και ενισχύει την ορθότητα και βασιμότητα του παραπάνω αιτήματος και πρέπει η ίδια διαδικασία να τηρηθεί και ως προς την επίλυση κάθε διαφωνίας, σχετικά με την συμμόρφωση προς την οδηγία 2006/123 και το πρωτογενές κοινοτικό Δίκαιο.

9. Η προαναφερθείσα δήλωση του κ. Πρωθυπουργού (βλ. παρ. 5 της παρούσας) δεν μπορεί να αφορά τους Δικηγόρους, αφενός μεν διότι η σχετική διαδικασία γίνεται στα πλαίσια της οδηγίας 2006/123 , στην οποία ρητά αναφέρεται ότι αφορά και τους Δικηγόρους (βλ. αναλυτικά και την από 3-5-2010 ανακοίνωση του Δ.Σ.Ι. στην ιστοσελίδα του) και αφετέρου διότι και το σχετικό εδάφιο του μνημονίου (βλ. παρ. 7 της παρούσας) ρητά παραπέμπει στην οδηγία αυτή. Επομένως είναι εμφανές οτι η παραπάνω δήλωση του κ. Πρωθυπουργού προφανώς αφορά τα επαγγέλματα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, δηλ. τους μεταφορείς (αρθ. 2 παρ. 2, περ. ε), τους φαρμακοποιούς (αρθ. 2 παρ. 2 περ. στ. ) και του συμβολαιογράφους και τους δικαστικούς επιμελητές (αρθ. 2 παρ. 2 περ. ιβ), λαμβανομένου υπόψη και ότι η παραπάνω δήλωση έγινε με αφορμή και τις πρόσφατες κινητοποιήσεις των ιδιοκτητών Φ.Δ.Χ. και βυτιοφόρων. Σε κάθε όμως περίπτωση υπενθυμίζεται ότι όταν ένα ζήτημα ρυθμίζεται από κοινοτική οδηγία με συγκεκριμένα κριτήρια, δεν δύναται ένα κράτος μέλος να θέτει όρους και προϋποθέσεις που δεν αναφέρονται σ΄αυτήν με δική του πρωτοβουλία, έστω και πολιτική (βλ. κεφ. 4 της από 28-5-2010 ανακοίνωση Δ.Σ.Ι. ο.π.)

10. Τέλος τα "θρυλούμενα" περί "ανοίγματος" ή "απελευθέρωσης" των "κλειστών" επαγγελμάτων με νέο νόμο πλαίσιο (βλ. παρ. 6 της παρούσας) αφενός μεν αφορούν τα επαγγέλματα που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής οδηγίας 2006/123 (βλ. παρ. 9 της παρούσας) και αφετέρου δεν μπορεί να αφορούν το Δικηγορικό Λειτούργημα διότι ήδη υφίσταται νόμος – πλαίσιο, δηλ. η οδηγία 2006/123 (οριζόντια οδηγία-πλαίσιο) και ο Ν. 3844/2010 (μεταφορά της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη με οριζόντιο νόμο – πλαίσιο), στον οποίο καθορίζονται με σαφήνεια οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια εφαρμογής τους, όπως θα αναλυθεί διεξοδικά και στην συνέχεια. Κάθε άλλη αντίθετη εκδοχή θα οδηγήσει στο προδήλως άτοπο και νομικά καινοφανές (και κενοφανές) αποτέλεσμα να εκδίδεται νόμος πλαίσιο για την υλοποίηση προηγούμενου νόμου που θέτει το πλαίσιο ρύθμισης του ίδιου θέματος. Συνεπώς το Δικηγορικό σώμα πρέπει να ζητήσει την μην ένταξη του Δικηγορικού Λειτουργήματος στον νέο νόμο - πλαίσιο, και η διαβούλευση να γίνει αυστηρά εντός των πλαισίων του κοινοτικού Δικαίου, όπως προαναφέρθηκε. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι οι "απαιτήσεις" της δικηγορικής νομοθεσίας σχετικά με την οργάνωση και άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος τελούν υπό εντελώς διαφορετικές πραγματικές και νομικές συνθήκες, σε σχέση με τα λοιπά "υπό απελευθέρωση " επαγγέλματα, σε ότι αφορά τους λόγους που επιβάλλουν την θέσπισή τους, όπως θα αναλυθεί διεξοδικά και στην συνέχεια, και ως εκ τούτου τυχόν υπαγωγή του δικηγορικού Λειτουργήματος και στον νέο αυτόν νόμο πλαίσιο αποτελεί εξομοίωση ανόμοιων περιπτώσεων. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων ή παρανοήσεων διευκρινίζεται ότι η επισήμανση αυτή δεν έχει την έννοια της αντιπαράθεσης των Δικηγόρων με άλλους επαγγελματικούς κλάδους αλλά έχει αυστηρά νομική σημασία, με την έννοια της πραγματοποίησης της διαβούλευσης αυστηρά εντός των πλαισίων του κοινοτικού δικαίου και με τα κριτήρια που αυτό θέτει.

11. Οι απαιτήσεις της δικηγορικής νομοθεσίας σε ότι αφορά τους όρους οργάνωσης και άσκησης του Δικηγορικού Λειτουργήματος έχουν τεθεί προέχοντως χάριν της χρηστής και εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης, όπως αναλυθεί διεξοδικά στη συνέχεια. Για τον λόγο αυτό ο ευρύτερος φυσικός χώρος οποιασδήποτε διαβούλευσης σχετικά με τα θέματα αυτά είναι και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Ενωσιακού Δικαίου και ενωσιακό κεκτημένο (βλ. αρθ. 6 Συνθ. Λισ. και αρθ. 47 Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε, ν. 3671/2008). Συνεπώς το Δικηγορικό Σώμα οφείλει κατά την διαβούλευση να θέσει και να αναδείξει και όλα τα σχετικά προβλήματα που παρακωλύουν και παραλύουν την χρηστή και εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης και να προτείνει συγκεκριμένες και άμεσα υλοποιήσιμες λύσεις. Ειδικότερα είναι "γνωστό τοις πάσι " η τεράστια καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων εντός εύλογου χρόνου, που έχει “μεταλαχθεί” πλέον σε "συστημική οιονεί αρνησιδικία", η οποία αφενός μεν έχει απορυθμίσει την χρηστή και εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης και αφετέρου αποτελεί τροχοπέδη της ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής Οικονομίας, της καταπολέμησης της διαφθοράς και της ταχείας εκκαθάρισης και νόμιμης είσπραξης δημοσίων εσόδων.
Πιστεύουμε ότι η ένταξη της σχετικής διαβούλευσης στο φυσικό πλαίσιο αυτής είναι αναγκαία, αφενός μεν διότι τούτο είναι επιβεβλημένο από τον ιδιαίτερο ρόλο, φύση και αποστολή του Δικηγορικού Σώματος (αρθ. 199 και 206 Κωδ.Δικηγ.) και αφετέρου διότι χωρίς την ένταξη της διαβούλευσης στο φυσικό της ευρύτερο πλαίσιο υφίσταται ο κίνδυνος της απαξίωσης των θέσεών μας, με την μομφή της "συντεχνιακής διεκδίκησης και διατήρησης συντεχνιακών κεκτημένων"
Διαφορετικά θα παρατηρηθεί και το προδήλως άτοπο φαινόμενο το Δικηγορικό Σώμα να διαβουλεύεται για το μέρος και το έλασσον και να παραβλέπει το όλον και το μείζον.
Τέλος, στα πλαίσια αυτά το Δικηγορικό Σώμα πρέπει να καταστήσει σαφές, προς κάθε κατεύθυνση, ότι η “ταχεία δίκη” αποτελεί θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα των πολιτών έναντι του Κράτους και όχι προνόμιο του Κράτους έναντι των πολιτών και ως εκ τούτου είναι αντίθετη προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/74) το άρθρο 14 και 26 του Δ.Σ.Α.Π.Δ. (Ν. 2462/97) κάθε προσπάθεια ταχείας εκδίκασης μια συγκεκριμένης κατηγορίας υποθέσεων που ενδιαφέρουν την διάδικο δημόσια αρχή ή ο περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης των πολιτών σε Δικαστήριο, με οποιοδήποτε πρόσχημα και ιδίως της "επιτάχυνσης" της δίκης (βλ. και κεφ. 5 της από 28-5-2010 και την από 17-6-2010 ανακοίνωση Δ.Σ.Ι. στην ιστοσελίδα του σχετικά με τα θέματα αυτά).

12. Συμπερασματικά και ενόψει των παραπάνω πιστεύουμε ότι φυσικό πλαίσιο της διαβούλευσης είναι το κοινοτικό δίκαιο και τα κριτήρια που αυτό θέτει και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/74) και τα άρθρα 2 παρ. 3 α,β, 14 και 26 του Δ.Σ.Α.Π.Δ. (2462/97) σε συνδυασμό με το άρθρο 6 Συν. Λισ. και 47 του χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης.

III) ΚΑΤΗΓΟΡΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΕΩΝ ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΥ ΚΑΘΙΣΤΟΥΝ ΕΠΙΒΕΒΛΗΜΕΝΗ ΤΗΝ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥΣ

Α. ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ

13. Οι “απαιτήσεις” της Δικηγορικής νομοθεσίας σχετικά με τους όρους οργάνωσης και άσκησης του Δικηγορικού Λειτουργήματος, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 15 και 25 της οδηγίας 2006/123 και στις οποίες επίσης αναφέρεται και το “μνημόνιο”, επιγραμματικά είναι οι ακόλουθες: Τοπική αρμοδιότητα Δικηγόρου, μια και αποκλειστική έδρα, σύμπραξη με τοπικό Δικηγόρο, νομοθετικός καθορισμός ελαχίστων και ανωτάτων ορίων Δικηγορικών αμοιβών, απαγόρευση σύστασης κεφαλαιουχικών Δικηγορικών εταιρειών, απαγόρευση σύστασης Δικηγορικής εταιρείας μεταξύ Δικηγόρων, εγγεγραμμένων σε διαφορετικούς Δικηγορικούς συλλόγους και διορισμένων σε διαφορετικές πρωτοδικειακές περιφέρειες, απαγόρευση σύστασης πολυεπαγγελματικής (πολυτομεακής) εταιρείας, καθορισμός ασυμβίβαστων προς Δικηγόρο έργων (απαγόρευση άσκησης πολλαπλών δραστηριοτήτων στους Δικηγόρους), καθορισμός αστικής ευθύνης Δικηγόρων μόνο για δόλο ή βαριά αμέλεια και ουσιαστική απαγόρευση της διαφήμισης.

14.Ομαδοποιώντας τις παραπάνω απαιτήσεις μπορούμε να τις εντάξουμε στις εξής κατηγορίες:
α) ΕΔΑΦΙΚΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ: (τοπική αρμοδιότητα Δικηγόρου, μία και αποκλειστική έδρα, σύμπραξη με τοπικό Δικηγόρο . Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται και η απαγόρευση σύστασης Δικηγορικής εταιρείας μεταξύ Δικηγόρων μελών διαφορετικών Δικηγορικών Συλλόγων και διορισμένων σε διαφορετικές πρωτοδικειακές περιφέρειες , διότι η απαγόρευση αυτή είναι συνέπεια της τοπικής αρμοδιότητας και της μιας και αποκλειστικής έδρας).

β) ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΕΣ ΑΜΟΙΒΕΣ: (νομοθετικός καθορισμός ελαχίστων και ανωτάτων ορίων Δικηγορικής αμοιβής)

γ) ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ (απαγόρευση σύστασης πολυεπαγγελματικών Δικηγορικών εταιρειών, καθορισμός έργων ασυμβίβαστων προς Δικηγόρο και απαγόρευση άσκησης πολλαπλών δραστηριοτήτων)

δ) ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΜΟΡΦΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ (απαγόρευση σύστασης κεφαλαιουχικών δικηγορικών εταιρειών)

ε) ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ/ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ(Αστική ευθύνη δικηγόρου μόνο για δόλο ή βαριά αμέλεια σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ 4 Εισαγ. Ν. Κ.Πολ.Δ)

στ) ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣΗΣ (σύμφωνα με το αρθ. 9 Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων)

15. Μέχρι στιγμής έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση οι περιορισμοί για τις ελάχιστες δικηγορικές αμοιβές, οι γεωγραφικοί περιορισμοί άσκησης του Δικηγορικού Λειτουργήματος και η ουσιαστική απαγόρευση της διαφήμισης ( βλ παράρτημα ΙV Μνημονίου παρ 3 iii ,με υπότιτλο ΄΄ για την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού στις ανοιχτές αγορές)
Οι περιορισμοί που αφορούν “νομικές απαιτήσεις” ως προς τη μορφή και σε πολυτομεακές δραστηριότητες, ναι μεν αναφέρονται στο παραπάνω σχετικό εδάφιο του μνημονίου , πλην όμως ως προς αυτές δεν έχει τεθεί ακόμη σχετικό θέμα. Το ίδιο συμβαίνει και σχετικά με τους περιορισμούς της αστικής ευθύνης Δικηγόρου. Για το λόγο αυτό πιστεύουμε ότι το Δικηγορικό Σώμα πρέπει να ζητήσει την άμεση αποσαφήνιση του αντικειμένου της διαβούλευσης, ώστε να υπάρχει σαφής και συγκεκριμένη βάση της διαβούλευσης αυτής.

16. Τέλος, επισημαίνεται και ότι ως “περιορισμοί’’ στα πλαίσια της εν λόγω διαβούλευσης, ενδέχεται να θεωρηθούν και οι απαιτήσεις για την άδεια ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος , την υποχρεωτική διενέργεια διαδικαστικών πράξεων μόνο με δικηγόρο και την υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου στα συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων και στα καταστατικά κεφαλαιουχικών εταιρειών (Α.Ε και Ε.Π.Ε)

Β. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ “ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ’’ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΥΤΩΝ ΜΕ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ

Β.1 ΟΙ ΕΔΑΦΙΚΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ

17. Η απαγόρευση άσκησης της δικηγορίας εκτός των εδαφικών ορίων του πρωτοδικείου στο οποίο είναι διορισμένοι οι Δικηγόροι και έχουν την έδρα τους, αποτελεί πράγματι ΄΄περιορισμό’’ κατά την έννοια της οδηγίας 2006/123 . Ο περιορισμός αυτός όμως έχει τεθεί για την εξυπηρέτηση επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην χρηστή, άμεση και εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης και στην ταχεία, άμεση και αποτελεσματική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών όλων των πολιτών και ιδίως των κατοίκων των λιγότερο προνομιούχων (από οικονομικής πλευράς) ή απομονωμένων (γεωγραφικά) περιοχών . Με άλλα λόγια οι επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν τον περιορισμό αυτό, συνίστανται στην προστασία των συμφερόντων των πολιτών και στην διασφάλιση της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης (βλ προίμιο της οδηγίας 2006/123, αιτιολογική σκέψη 40)

18. Ειδικότερα, η αποτελεσματική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, που δικαιούνται όλα τα πρόσωπα, απαιτεί όπως όλοι οι πολίτες να έχουν ταχεία, άμεση και αποτελεσματική πρόσβαση στις υπηρεσίες του Δικηγόρου. Και τούτο διότι χωρίς την ταχεία και άμεση πρόσβαση σε δικηγόρο είναι αδύνατη και η πρόσβαση σε δικαστήριο και η παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (άρθρο 6 παρ 1 ΕΣΔΑ και 14 Δ.Σ.Δ.Π.Δ). Για τον λόγο αυτό οι κυβερνήσεις οφείλουν να εξασφαλίσουν την ύπαρξη δραστικών διαδικασιών και μηχανισμών για αποτελεσματική και ίση για όλους πρόσβαση σε δικηγόρους, για όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται στην επικράτεια τους, χωρίς διάκριση οποιουδήποτε είδους, και ιδίως λόγω της κατοικίας τους ( βλ όγδοο Συνέδριο του ΟΗΕ ΄΄ βασικές αρχές αρχές για τον ρόλο των Δικηγόρων και την πρόσβαση σε Δικηγόρους που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών με την 45/121 της 14ης Δεκεμβρίου 1990 απόφαση της, σε Αλεξιάδη Στέργιο ΄΄Βασικές αρχές για τον ρόλο των Δικηγόρων , Αρμενόπουλος 1995, σελ 133 επ και ιδίως σελ 137 ).

19 Ο Έλληνας νομοθέτης, από πολύ νωρίς με τον Κώδικα Δικηγόρων, μερίμνησε για την ύπαρξη τέτοιων διαδικασιών και μηχανισμών, επιδιώκοντας την εκπλήρωση του παραπάνω σκοπού, που υπηρετεί επιτακτικό δημόσιο συμφέρον. Ειδικότερα, μερίμνησε για τον διορισμό των Δικηγόρων σε κάθε πρωτοδικειακή περιφέρεια και για την μόνιμη εγκατάσταση τους σ αυτήν, και τους προσέδωσε την ιδιότητα του “άμισθου δημοσίου υπαλλήλου”, ώστε μεταξύ άλλων, και να έχουν συγκεκριμένη εδαφική αρμοδιότητα και μόνιμη εγκατάσταση (έδρα), όπως κάθε δημόσιος υπάλληλος . Περαιτέρω, η τοπική αρμοδιότητα και η αποκλειστική έδρα, αποτελούν και κίνητρα εγκατάστασης των Δικηγόρων, στις πρωτοδικειακές περιφέρειες των λιγότερων προνομιούχων ή των λιγότερο ελκυστικών (από από την άποψη των δυνατοτήτων επαγγελματικής απασχόλησης ) και των απομονωμένων (γεωγραφικά) περιοχών (επειδή ο διορισμός γίνεται σε πρωτοδικείο της επιλογής τους), ώστε να καλύπτονται άμεσα και αποτελεσματικά και χωρίς διακρίσεις οι ανάγκες των κατοίκων όλων των περιοχών της χώρας σε ότι αφορά την δυνατότητα της ταχείας, άμεσης και αποτελεσματικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη μέσω των Δικηγόρων. Διαφορετικά , χωρίς τους παραπάνω γεωγραφικούς περιορισμούς στις λιγότερο προνομιούχες και απομονωμένες περιοχές, είτε δε θα υπήρχε κανένας Δικηγόρος, είτε δεν θα υπήρχε Δικηγόρος με μόνιμη εγκατάσταση και παρουσία με αποτέλεσμα τον΄΄ δικηγορικό υδροκεφαλισμό’’ των μεγάλων αστικών κέντρων και την ΄΄ερημοποίηση΄΄ των λοιπών πρωτοδικειακών περιοχών σε ότι αφορά την επαρκή στελέχωσή τους με δικηγόρους, με όλες τις αρνητικές επιπτώσεις σε ότι αφορά την πρόσβαση πολιτών αυτών σε Δικαστήριο, μέσω του Δικηγόρου και την άμεση κάλυψη των νομικών αναγκών τους. Για τον λόγο αυτό η τοπική αρμοδιότητα των Δικηγόρων ταυτίζεται με την κατά τόπο αρμοδιότητα του πρωτοδικείου στο οποίο είναι διορισμένοι και η έδρα τους (ως άμισθων δημοσίων υπαλλήλων) με την έδρα του πρωτοδικείου. Τέλος, και επειδή η άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος επιδιώκει στην εκπλήρωση του παραπάνω σκοπού που αφορά επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, ο νομοθέτης, κινούμενος στα παραπάνω πλαίσια, οργάνωσε τους Δικηγόρους σε ΝΠΔΔ, δηλαδή σε τοπικούς δικηγορικούς συλλόγους των οποίων η εδαφική περιφέρεια, η έδρα και η ονομασία συμπίπτει με την τοπική περιφέρεια και έδρα των πρωτοδικείων και των διορισμένων σε αυτά Δικηγόρων, προκειμένου να καταστεί εφικτός και αποτελεσματικός ο δημόσιος έλεγχος της άσκησης του Δικηγορικού Λειτουργήματος, από ΝΠΔΔ, σωματειακής υφής, μέλη του οποίου είναι υποχρεωτικά όλοι οι διορισμένοι σε συγκεκριμένη πρωτοδικειακή περιφέρεια Δικηγόροι.

20. Δευτερευόντως και συμπληρωματικώς της εδαφικής αρμοδιότητας, η υποχρέωση μόνιμης και αποκλειστικής εγκατάστασης των Δικηγόρων στην έδρα του πρωτοδικείου και του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου επιβλήθηκε αφ ενός μεν και για αποτραπεί το ήκιστα κολακευτικό φαινόμενο των “πλανόδιων’’ Δικηγόρων (βλ πρακτικά συνεδρίασης Λ Θ της Βουλής της 23/9/1954) και αφετέρου για να διασφαλιστεί η ευχερής και άμεση επικοινωνία με τις δικαστικές αρχές, τα Δικαστήρια και με τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο υπόκειται και ο Δικηγόρος ως προϊσταμένη αυτού αρχή προς εκπλήρωση των προς αυτών υποχρεώσεών του (βλ .και άρθρο 60, 201 και 202 Κώδικα Δικηγόρων, και άρθ. 13, 14, 15, 16 Κωδ. Δεοντολ. Δικηγ.). Με άλλα λόγια και η υποχρέωση μόνιμης εγκατάστασης και παρουσίας του Δικηγόρου στην έδρα του Πρωτοδικείου στο οποίο είναι διορισμένος, αφορά και αυτή την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης, την άμεση εξέλιξη της δίκης και την διευκόλυνση του ελέγχου της άσκησης της δικηγορίας και την άμεση εκπλήρωση των υποχρεώσεων των δικηγόρων έναντι του Δικηγορικού Συλλόγου, των Δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών. Επίσης η υποχρέωση της μόνιμης εγκατάστασης και παρουσία του Δικηγόρου στην έδρα του Δικαστηρίου στο οποίο είναι διορισμένος αποσκοπεί και στην ενσωμάτωση του δικηγόρου στην τοπική κοινωνία και στην καλύτερη δυνατή γνώση της ειδικής νομοθεσίας που διέπει την περιοχή αυτή, των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, της τοπικής νομολογία των δικαστηρίων για την καλύτερη δυνατή υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εντολέων του αλλά και των τοπικών προβλημάτων της περιφέρειας του (βλ. και άρθρο 199 Κωδ. Δικηγόρων ).
Τέλος πρέπει να επισημανθεί και ότι η εγκατάσταση δικηγόρου στην έδρα άλλου Δικαστηρίου εκτός εκείνου που είναι διορισμένος άγει σε καταστρατήγηση των περί εδαφικής αρμοδιότητας διατάξεων και του προαναφερθέντος σκοπού που αυτές υπηρετούν και συνιστά άρση του κινήτρου εγκατάστασης δικηγόρων στις λιγότερο προνομιούχες η απομονωμένες περιοχές με όλες τις αρνητικές περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν (βλ. και γνωμοδότηση ΕισΑΠ 39/1949 ΘΞ 663).

21 Κανόνας δικαίου χωρίς κύρωση είναι προδήλως αναποτελεσματικός (“όπλο με άσφαιρα πυρά’’) και δεν δύναται να πετύχει την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου δημόσιου σκοπού. Με άλλα λόγια η παράλειψη πρόβλεψης αποτελεσματικής κύρωσης σε περίπτωση παράβασης του κανόνα αντίκειται στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ 1 Συντ.) που αποτελεί και θεμελιώδη ενωσιακή δικαϊκή αρχή του πρωτογενούς ενωσιακού Δικαίου και είναι σύμφυτη σ ΄ολες τις διατάξεις της ΕΣΔΑ.

22. Για το σκοπό αυτό η δικηγορική νομοθεσία προστατεύει αποτελεσματικά την τήρηση των κανόνων της εδαφικής αρμοδιότητας. Ειδικότερα η άσκηση διαδικαστικών πράξεων (δηλαδή πράξεων που συμβάλουν στην πρόοδο της δίκης και στην περάτωση αυτής με έκδοση οριστικής απόφασης) εντός των συγκεκριμένων εδαφικών ορίων και εντός της έδρας της εδαφικής περιφέρειας του Δικηγόρου(όπως αυτά καθορίζονται από την τοπική αρμοδιότητα και την έδρα δημόσιων αρχών και άμισθων δημοσίων υπαλλήλων κατά τα προαναφερφέντα), αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας, η παράβαση του οποίου συνεπάγεται και την ακυρότητα αυτών. Με άλλα λόγια η τοπική αρμοδιότητα, αποτελεί δικονομικό κανόνα που αφορά την δικολογική ικανότητα του Δικηγόρου προς διενέργεια των πράξεων αυτών και η παράβαση του έχει ως συνέπεια (κύρωση) την ακυρότητα της πράξης αυτής και το απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος ή μέσου (βλ για τις λοιπές κυρώσεις και άρθρα 42,43,56 Κωδ. Δικηγόρων). Η καθ' οποιονδήποτε τρόπο άρση της κύρωσης αυτής καθιστά αναποτελεσματικό τον κανόνα, κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής της αναλογικότητας και άγει σε de facto κατάργηση αυτού, όπως προαναφέρθηκε.

23. Οι παραπάνω ρυθμίσεις σε ότι αφορά την τοπική αρμοδιότητα (και την έδρα) είναι σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν πλήττουν στον πυρήνα του, ούτε το δικαίωμα του πολίτη στην επιλογή Δικηγόρου, ούτε το δικαίωμα του Δικηγόρου να ασκεί το επάγγελμά του σ’ ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Συγκεκριμένα:

Α. Σε ότι αφορά το δικαίωμα επιλογής δικηγόρου

Το δικαίωμα του πολίτη στην ελεύθερη επιλογή Δικηγόρου στις αστικής φύσεως υποθέσεις (ανεξαρτήτως δικαιοδοσίας) δεν θίγεται, διότι έχει πάντοτε το δικαίωμα αυτό, υπό την προϋπόθεση της σύμπραξης τοπικού Δικηγόρου. Και ναι μεν τούτο συνιστά μιας μομφής περιορισμό (με την έννοια της υποχρεωτικής επιλογής Δικηγόρου και από τους τοπικούς Δικηγόρους), πλην όμως ο περιορισμός αυτός είναι απόρροια της ύπαρξης τοπικής αρμοδιότητας, που έχει τεθεί χάριν επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, όπως προαναφέρθηκε. Περαιτέρω, η σύμπραξη τοπικού Δικηγόρου είναι γνωστή και στο κοινοτικό δίκαιο (πρβλ άρθ 5 οδηγίας 77/249/ΕΟΚ και αρθ 3 παρ 1 και 5 της οδηγίας 98/5/ΕΚ και 8η αιτιολογική σκέψη αυτής) και αποσκοπεί επίσης στη διασφάλιση ενός αποδεκτού επιπέδου προστασίας των πολιτών και στην εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης (βλ και ΣτΕ 1558/2008 σκέψη 8 όπου και παραπομπές προς συσχέτιση στη νομολογία του ΔΕΚ). Ειδικότερα, η σύμπραξη τοπικού Δικηγόρου συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη προστασία των πολιτών, αφού ο τοπικός Δικηγόρος είναι, κατά τεκμήριο, γνώστης της τυχόν ειδικής νομοθεσίας και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής (π.χ. εφαρμογή οθωμανικής νομοθεσίας για την ύπαρξη εμπραγμάτων δικαιωμάτων στις «νέες χώρες», ειδικές πολεοδομικές, ρυμοτομικές ή χωροταξικές ή περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για κάθε περιοχή κλπ) καθώς και της νομολογίας κάθε τοπικού δικαστηρίου (βλ διαφοροποιήσεις νομολογίας από πρωτοδικείο σε πρωτοδικείο ή μεταξύ τμημάτων του ίδιου πρωτοδικείου ή μεταξύ των δικαστών του ίδιου πρωτοδικείου όταν δικάζουν υπό διαφορετικές συνθέσεις ή ως Μονομελές Δικαστήριο).
Η σύμπραξή αυτή τέλος όχι μόνο δεν επιφέρει υπέρμετρο οικονομικό βάρος στον πολίτη, αλλά, αντίθετα, είναι και η πλέον οικονομικά συμφέρουσα γι’ αυτόν για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. 413/V/2008 απόφαση της Ολομ της Επιτρ Ανταγωνισμού, (βλ. Ελ. Δνη 50, 2009, 304 επ)
Σημειωτέο ότι σύμφωνα και με την πάγια νομολογία του Ευρ.Δ.Α.Δ., το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη, ειδικότερη εκδήλωση του οποίου αποτελεί και το δικαίωμα επιλογής Δικηγόρου στις αστικές υποθέσεις, είναι δεκτικό περιορισμών από λόγους δημοσίου συμφέροντος, αρκεί αυτοί να μην πλήττουν το δικαίωμα στην ουσία του και να μην είναι υπέρμετρα επαχθείς. (βλ. Ευρ.Δ.Α.Δ. Μουσταφά Αππά κατά Ελλάδας, αποφ. Της 4-12-2008 σε Αρμ. 2010, 2 σελ 283 επ).
Όλες αυτές οι προϋποθέσεις συντρέχουν εν προκειμένω. Αντίθετα στις ποινικής φύσεως υποθέσεις (ως τέτοιων νοούμενων πλέον και των ποινικής φύσεως διοικητικών υποθέσεων) το δικαίωμα στην επιλογή δικηγόρου είναι απόλυτο σύμφωνα και με το άρθρο 6 παρ 3γ της ΕΣΔΑ. Ο Έλληνας νομοθέτης έλαβε υπόψη του το άρθρο αυτό και με το άρθρο 56 του Κωδ. Δικηγόρων διατηρεί την ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος του πολίτη στην απόλυτη επιλογή Δικηγόρου και στην εκπλήρωση των δημοσίου συμφέροντος σκοπών που υπηρετούν οι περί τοπικής αρμοδιότητας και μιας επαγγελματικής έδρας διατάξεις, επιτρέποντας μεν την χωρίς εδαφικούς περιορισμούς παράσταση Δικηγόρου στις υποθέσεις αυτές, χωρίς όμως αυτές να λάβουν την μορφή μόνιμης εγκατάστασης εκτός της επαγγελματικής έδρας (αρθ. 56 Κωδ. Δικηγ).
Εξάλλου ο κανόνας της εδαφικής αρμοδιότητας κάμπτεται και στις ακυρωτικές διαφορές λόγω της φύσεώς τους (τεκμήριο ακυρωτικής αρμοδιότητας ΣτΕ, που έχει περιφέρεια όλη την Ελλάδα). Συνεπώς ο κανόνας της εδαφικής αρμοδιότητας δεν είναι απόλυτος και άκαμπτος αλλά λειτουργικός, εύκαμπτος και προσαρμοσμένος στην ιδιαίτερη φύση των υποθέσεων και με πλήρη σεβασμό στην ΕΣΔΑ σε ότι αφορά το δικαίωμα του πολίτη στην επιλογή Δικηγόρου.

Β. Σε ότι αφορά το δικαίωμα του δικηγόρου στην άσκηση του επαγγέλματος σε ολόκληρη την επικράτεια

Οι κανόνες της τοπικής αρμοδιότητας και της μιας έδρας δεν περιορίζουν το δικαίωμα διενέργειας διαδικαστικών πράξεων σε όλη την επικράτεια, αφενός μεν διότι ως προς μεγάλες κατηγορίες υποθέσεων αυτή είναι εντελώς ελεύθερη, και αφ' ετέρου διότι ως προς άλλες κατηγορίες επιτρέπεται με τη σύμπραξη τοπικού Δικηγόρου και, σε κάθε περίπτωση οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφυτοι με την ιδιότητά του ως άμισθου δημοσίου υπαλλήλου, έχουν τεθεί χάριν επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, δεν πλήττουν τον πυρήνα του δικαιώματος, ούτε είναι υπέρμετρα επαχθείς, όπως προαναφέρθηκε.

24. Η συνταγματικότητα και η συμβατότητα των εδαφικών περιορισμών στην άσκηση επαγγέλματος έχει απασχολήσει την νομολογία του Α.Π., του ΣτΕ, του Δ.Ε.Ε. (πρώην ΔΕΚ) και του Ευρ. Δ.Α.Δ., και ιδίως σε οτι αφορά και το Δικηγορικό Λειτούργημα.

25. Σύμφωνα με τη νομολογία του Α.Π. και του ΣτΕ, η διενέργεια διαδικαστικής πράξης από Δικηγόρο διορισμένο στο οικείο Πρωτοδικείο (ή με τη σύμπραξη τοπικού δικηγόρου) αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας, η παράβαση του οποίου οδηγεί στην ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίοιυ (βλ. παρ 21,22 της παρούσας και ΣτΕ 1005/88, Ολ.ΣτΕ 2212/92, ΑΠ 908/2004, ΑΠ 284/2005, ΑΠ 786/2003, ΑΠ 368/2007, ΑΠ 817/2007). Επίσης κρίθηκε ότι ο περιορισμός αυτός δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντ και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 1332/2007).
26. Πρόσφατη όμως απόφαση του ΣτΕ (1558/2008) φαίνεται να αποκλίνει από τα παραπάνω δεχόμενη ότι η παράβαση της τοπικής αρμοδιότητας αποτελεί παράβαση επαγγελματικού κανόνα και όχι διαδικαστικού (δικονομικού) κανόνα, η δε κήρυξη της ακυρότητας της διαδικαστικής πράξης (απαράδεκτο ενδίκου βοηθήματος ή μέσου) παραβιάζει το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντ και το αρθ 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι καταλύει το δικαίωμα του πολίτη προς ελεύθερη επιλογή δικηγόρου, ως επί μέρους έκφανση του ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια.

27. Αντίθετα το Ευρ. Δ.Α.Δ. ( Μουσταφά Αππά κατά της Ελλάδας) δέχθηκε ότι η τοπική αρμοδιότητα υπηρετεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος, διότι αποτελεί κίνητρο εγκατάστασης Δικηγόρων και άσκησης του Λειτουργήματος τους στις λιγότερο προνομιούχες ή απομονωμένες περιοχές (αποδεχόμενο τον σχετικό ισχυρισμό της Ελληνικής Κυβέρνησης).
Επίσης έκρινε ότι δεν είναι αυθαίρετη ή αντίθετη προς το αρθ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ η κήρυξη της ακυρότητας διαδικαστικής πράξης που έχει διενεργηθεί από δημόσιο λειτουργό (δικηγόρο) κατά παράβαση της τοπικής αρμοδιότητας του.

28. Το ΔΕΕ, κρίνοντας γεωγραφικούς περιορισμούς που ισχύουν για τους φαρμακοποιούς δέχθηκε ότι οι κανόνες αυτοί επιδιώκουν την αποφυγή υπερσυγκέντρωσης φαρμακείων σε μεγάλα αστικά κέντρα ή μόνο σε ελκυστικές περιοχές και την εξασφάλιση της άμεσης πρόσβασης των κατοίκων των απομονωμένων ή λιγότερο ελκυστικών περιοχών στις φαρμακευτικές υπηρεσίες. Κατά το ΔΕΕ ο λόγος ύπαρξης αυτών των περιοχών αποτελεί επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί τους περιορισμούς αυτούς και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (Δ.Ε.Ε., αποφ. της 1ης Ιουνίου 2010, C-570/07 και C-571/07, Perez και Gomez). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου και a fortiori, οι παραπάνω παραδοχές καλύπτουν και τους γεωγραφικούς περιορισμούς στην άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος.
Και τούτο συμβαίνει διότι με τις σχετικές ρυθμίσεις της Δικηγορικής νομοθεσίας δεν επιδιώκεται απλώς η διασφάλιση της άμεσης πρόσβασης των κατοίκων των λιγότερο ελκυστικών (από επαγγελματική πλευρά) και των απομονωμένων (γεωγραφικά) περιοχών, αλλά η άμεση πρόσβαση των πολιτών σε πολιτειακή λειτουργία, δηλαδή η πρόσβαση, μέσω του Δικηγόρου, στη Δικαιοσύνη που είναι η τρίτη εξουσία όπως προαναφέρθηκε (βλ. παρ.17,18,19 της παρούσας).

29. Σχετικά με τον περιορισμό της ύπαρξης μιας και αποκλειστικής μόνιμης εγκατάστασης (έδρας ) το ΔΕΚ (κρίνοντας επί διασυνοριακής διαφοράς και εξετάζοντας αυτοτελώς τον περιορισμό αυτόν και ασυνδέτως προς την εδαφική αρμοδιότητα του Δικηγόρου και τους λόγους που επιβάλλουν την θέσπιση της) δέχθηκε ότι ναι μεν η έδρα αποσκοπεί στη διασφάλιση της επικοινωνίας του Δικηγόρου με τον εντολέα του, και τις Δικαστικές Αρχές καθώς επίσης και στην άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου, πλην όμως τα σημερινά μέσα μεταφοράς και τηλεπικοινωνιών προσφέρουν τη δυνατότητα επαρκούς εγγυήσεως διασφάλισης της επικοινωνίας και επαφής του Δικηγόρου με τις αρμόδιες Δικαστικές αρχές και τους εντολείς του, ενώ, η ύπαρξη δεύτερης επαγγελματικής εγκατάστασης δεν δημιουργεί εμπόδια στην εφαρμογή των κανόνων δεοντολογίας του Κράτους μέλους υποδοχής δηλαδή δεν εμποδίζει την άσκηση τον πειθαρχικού ελέγχου (βλ. συναφώς ΔΕΚ, αποφ. της 12ης Ιουλίου 1984, C107/83, Κ/088 σκ 19, της 20ης Μαϊου 1992 C-106/91, Ramratn σκ 20 έως 22 και 28, της 18ης Ιανουαρίου 2001, C-162/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 64. 20, της 7ης Μαρτίου 2002, C-145/1999, Επιτροπή κατά Ιταλίας).

30. Από την συγκριτική επισκόπηση της αμέσως παραπάνω νομολογιακής εξέλιξης συνάγονται τα εξής:
α) Η ΣτΕ 1558/2008 αποκλίνει από τη νομολογία του Α.Π. (1332/07) και του Ευρ.Δ.Α.Δ. ( Μουσταφά Αππά κατά Ελλάδας) ως προς τον δικαιολογητικό λόγο της εδαφικής αρμοδιότητας (την οποία και συνδέει συγχητικά με τον δικαιολογητικό λόγο ύπαρξης της αποκλειστικής έδρας), ως προς την φύση της κύρωσης της ακυρότητας της διαδικαστικής πράξης που διενεργήθηκε κατά παράβαση των περί εδαφικής αρμοδιότητας διατάξεων (την οποία θεωρεί ότι αφορά παράβαση επαγγελματικού και όχι δικονομικού/ δικαστικού κανόνα) , και ως προς την αντίθεση της κύρωσης αυτής στο αρθ 20 παρ. 1 του Συντ και στο αρθ 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
β) Το Ευρ.Δ.Α.Δ ( Μουσταφά Αππά κατά Ελλάδας) έκρινε την τοπική αρμοδιότητα του Δικηγόρου και την κύρωση για την παράβαση της συμβατή με το αρθ 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού προηγουμένως προέβη σε συγκριτική έρευνα της τοπικής αρμοδιότητας του Δικηγόρου σ' όλα τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και διαπίστωσε την ύπαρξη σχετικών κανόνων και σ' άλλα Κράτη (Γαλλία, Λουξεμβούργο). Για τον λόγο αυτόν επισημαίνεται ότι τυχόν άρση του εν λόγω εδαφικού περιορισμού και στα Κράτη αυτά, ενδέχεται να σηματοδοτήσει και αλλαγή νομολογίας του Ευρ.Δ.Α.Δ.
Επίσης το Ευρ.Δ.Α.Δ συνεκτίμησε και την 1332/07 απόφαση του Α.Π. (βλ. παρ. 25 της παρούσας).
Τυχό

Marios
Εικόνα: Marios
Εκτός σύνδεσης
Ημ. Εγγραφής: 12/03/2007

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ Δ.Σ.Ι. ΓΙΑ ΤΗΝ "ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ" ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ (2ο μερος)
Β2. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ
Β2α. ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΟΡΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ

41. Το ζήτημα του συστήματος νομοθετικού καθορισμού των ελαχίστων ορίων των δικηγορικών αμοιβών μετά την απάντηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στην αιτιολογημένη γνώμη της Ευρ. Επιτροπής φαίνεται να έχει εξαντληθεί σε επίπεδο εσωτερικής διαβούλευσης και είναι επιδεκτικό μερικών “κοσμητικών” και ενισχυτικών νομοθετικών επεμβάσεων ώστε να εκσυγχρονισθεί και να ορθολογικοποιηθεί σε ορισμένα σημεία του.

42. Ειδικότερα οι θέσεις του Δικηγορικού σώματος για το εν λόγω ζήτημα περιέχονται αυτούσιες στην απάντηση της Ελληνικής Δημοκρατίας προς την Ευρ. Επιτροπή. Οι θέσεις αυτές διαμορφώθηκαν στην συνάντηση των Ιωαννίνων και στην ολομέλεια της Θεσ/κης (βλ την από 17-6-2010 ανακοίνωση του ΔΣΙ). Όπως αναλυτικά επισημαίνεται στην απαντητική επιστολή το σύστημα νομοθετικού καθορισμού των ελαχίστων ορίων δικηγορικών αμοιβών δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι επιγραμματικά είναι οι ακόλουθοι: Η αντικειμενική πληροφόρηση του εντολέα του Δικηγόρου λόγω της ασυμμετρίας πληροφόρησης που υφίσταται στη σχέση του με το Δικηγόρο, η αποτροπή της ενδεχόμενης μείωσης του επιπέδου των παρεχόμενων νομικών υπηρεσιών εξαιτίας του εξοντωτικού ανταγωνισμού, η εύρυθμη και χρηστή λειτουργία της δικαιοσύνης, ο καθορισμός τεκμηρίων ως προς το ύψος της αμοιβής προς εκπλήρωση φορολογικών σκοπών (φορολόγηση στην πηγή και άμεση απόδοση εσόδων στα Δημόσια Ταμεία), η διασφάλιση ενός ελαχίστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης δημοσίου λειτουργού και η εκπλήρωση της συνταγματικής επιταγής της αλληλεγγύης προς τους νεότερους και οικονομικά ασθενέστερους δικηγόρους.

43. Συμπληρωματικά των θέσεων αυτών, το Δικηγορικό Σώμα πρέπει να εξετάσει αν συντρέχει λόγος “κοσμητικών” και ενισχυτικών επεμβάσεων στο σύστημα των αμοιβών, προκειμένου να εκσυγχρονισθεί και να ορθολογικοποιηθεί σε ορισμένα σημεία. Ειδικότερα:
α). Κύρια αιτίαση της Ευρ. Επιτροπής είναι ότι το σύστημα καθορισμού των ελαχίστων ορίων των δικηγορικών αμοιβών είναι απόλυτο, άκαμπτο και δεν επιτρέπει καμία εξαίρεση.
Με το δεδομένο αυτό, πρέπει να εξετασθεί αν η πρόβλεψη τέτοιων εξαιρέσεων (με τροποποίηση των άρθρων 98 και 201 παρ 6 του Κωδ. Δικηγόρων) θα ενίσχυε τις θέσεις της Ελλ. Δημοκρατίας έναντι της Ευρ. Επιτροπής και ακολούθως έναντι του Δικ. Ε.Ε. (αν επακολουθήσει παραπομπή) ή, ενδεχομένως, θα απέτρεπε ακόμη και την παραπομπή για το θέμα αυτό.
Ειδικότερα, πρέπει να εξετασθεί το θέμα της τροποποίησης του αρθ. 98 Κωδ. Δικηγ., ώστε η δυνατότητα του Δικαστηρίου να αυξάνει τα ελάχιστα όρια δικηγορικής αμοιβής (με βάση τον αντικειμενικό και αναλογικό καθορισμό αυτής) να αποκτήσει και αντίστροφη (μειωτική) πορεία, πάντοτε με βάση τα κριτήρια του άρθρου αυτού, αλλά σε καμία περίπτωση αυτός ο τρόπος καθορισμού δεν πρέπει να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων των γραμματίων προείσπραξης. Με βάση τα μέχρι σήμερα νομολογιακά δεδομένα, τα δικαστήρια δύσκολα αυξάνουν τα ελάχιστα όρια των αναλογικών και αντικειμενικών δικηγορικών αμοιβών. Επομένως, πιθανολογείται σφόδρα ότι η ίδια ''γραμμή'' θα ακολουθηθεί και προς την αντίστροφη κατεύθυνση. Έτσι, η εξαίρεση αυτή θα ενισχύσει και δεν θα αποδυναμώσει τον κανόνα, χωρίς τούτο να σημαίνει πάντως ότι δεν δημιουργείται ρωγμή. Σημειωτέο πάντως και ότι από τον δικαστικό προσδιορισμό της δικαστικής δαπάνης δεν ωφελείται άμεσα ο Δικηγόρος, αλλά ο εντολέας του στον οποίο και επιδικάζεται.
Περαιτέρω, με τροποποίηση του άρθρου 201 παρ. 6 του Κωδ. Δικηγόρων να ανατεθεί η αρμοδιότητα στα Δ.Σ. των Δικηγορικών Συλλόγων να επιτρέπουν ενδεχομένως και δικηγ. αμοιβή κατώτερη των γραμματίων προείσπραξης όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι που ανάγονται στην αποδεδειγμένη ιδιαίτερη προσωπική σχέση του Δικηγόρου με τον εντολέα του ή στην αποδεδειγμένη ιδιαίτερη οικονομική κατάσταση του εντολέα. Έτσι, η σχετική αρμοδιότητα θα ανατεθεί στα Δ.Σ. των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων, γεγονός που αφ΄ εαυτού, αποτελεί επαρκή εγγύηση αποφυγής καταχρήσεων και καταστρατηγήσεων.
β). Άλλη αιτίαση της Ευρ. Επιτροπής στηρίζεται στο γεγονός ότι γίνονται παρακρατήσεις από την αμοιβή των κοινοτικών Δικηγόρων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, των οικείων Δικηγ. Συλλόγων και των ταμείων συνεργασίας και αλληλοβοηθείας (ΛΕΑΔ.), χωρίς αυτοί να είναι μέλη τους και χωρίς να είναι αποδέκτες καμίας παροχής για την οποία καταβάλλουν εισφορά. Ανεξαρτήτως της βασιμότητας της αιτιάσεως αυτής και των όσων αναφέρονται στην απαντητική επιστολής της Ελλ. Δημοκρατίας, και με δεδομένο, ότι η εν λόγω αιτίαση αφορά ένα ζήτημα ανύπαρκτης ουσιαστικά οικονομικής σημασίας, ίσως θα πρέπει να ορισθεί ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν γίνεται να καμία παρακράτηση πλην του φόρου εισοδήματος ή του Φ.Π.Α.
γ). Οι διατάξεις του Κωδ. Δικηγόρων σχετικά με τον πάγιο δραχμικό (και μάλιστα με βάση την μεταλλική!! δραχμή) υπολογισμό των δικηγορικών αμοιβών είναι άκρως παρωχημένες, ανεπίκαιρες και στην πραγματικότητα αποτελούν «άταφους νεκρούς», αφού έχουν καταργηθεί δια αχρησίας. Συνεπώς ο Κώδικας Δικηγόρων, ως προς το σημείο αυτό πιστεύουμε ότι πρέπει να εκσυγχρονισθεί.
δ). Ο αναλογικός και αντικειμενικός καθορισμός των ελαχίστων ορίων της δικηγορικής αμοιβής με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων, ενίοτε άγει σε άδικα, ανεπιεική και αντίθετα προς την ΕΣΔΑ αποτελέσματα και λειτουργεί όχι αποτρεπτικά αλλά απαγορευτικά σε ότι αφορά το δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο (βλ. άρθ 169 ΚΠολΔ, Καράκωστα Ι «το άρθρο 169 ΚΠολΔ και η ανάγκη αναθεώρησής του σε Εφ. Α. Δ. 12, 2009 ελ. 1318 επ, πρβλ και Ολ ΣτΕ 3470/07 για το αναλογικό παράβολο εφέσεως, και Ευρ Δ.Α.Δ απόφ. της 4ης Αυγούστου 2009, αριθμ. προσφ. 24768/06, Perdigao κατά Πορτογαλίας για τις «παρενέργειες» του αντικειμενικού και αναλογικού καθορισμού δικηγορικής αμοιβής σε Ε.Ε.Ευρ.Δ. 1:2010 σελ 105,106).
Περαιτέρω σχετικές μελέτες που έχουν εκπονηθεί για λογαριασμό της Ευρ. Επιτροπής δείχνουν ότι η επιβάρυνση της αγοράς ακινήτων από τις αμοιβές νομικών υπηρεσιών στην Ελλάδα είναι η υψηλότερη στην Ε.Ε. και ενίοτε καθίστανται προκλητικές (Η σχετ. είδηση δημοσιεύθηκε στον Τύπο και επισημαίνεται με κάθε επιφύλαξη για την αλήθειά της).
ε) Τα παραπάνω καθιστούν επιβεβλημένο τον εκσυγχρονισμό του Κωδ. Δικηγόρων με την τροποποίηση των άρθρων 98 και 201 παρ 6 Κωδ. Δικηγόρων, την κατάργηση του πάγιου δραχμικού υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής και την κατάργηση ή τροποποίηση του άρθρου 169 του ΚΠολΔ. Ενδεχομένως, πρέπει να επανεξετασθεί και ο αναλογικός και αντικειμενικός καθορισμός της δικηγορικής αμοιβής, ώστε πάνω από ένα ορισμένο ύψος να μειώνεται προοδευτικά όσο αυξάνει η αξία του αντικειμένου της διαφοράς ή της σύμβασης, προκειμένου να αποφευχθούν οι τυχόν ακραίες καταστάσεις, που ενδεχομένως να συμπαρασύρουν σε πτώση ολόκληρο το σύστημα και οι προκλητικές, ιδίως στην σημερινή δύσκολη οικονομική συγκυρία, δικηγορικές αμοιβές (οι οποίες άλλωστε αφορούν ελάχιστους Δικηγόρους και όχι την συντριπτική πλειοψηφία του Δικηγορικού Σώματος).

Β2β. ΑΝΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΑΜΟΙΒΩΝ

44. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι και ο καθορισμός ανώτατων ορίων δικηγορικών αμοιβών αντίκειται στα άρθρα 43 και 49 Συνθ. Ε.Κ. (και ήδη 49 και 56 ΣΛΕΕ) και παρέπεμψε για τον λόγο αυτό την Ιταλία (βλ την από 19-12-2008προσφυγή της Επιτροπής κατά Ιταλίας, C-565/2008 και τις από 6-7-2010 προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα του Δικ.Ε.Ε).

45. Αντίστοιχη ρύθμιση υφίσταται και στον ελληνικό Κωδ. Δικηγόρων (αρθ 92 παρ 3 εδαφ β για τα «εργολαβικά δίκης»).

46. Παρότι ο καθορισμός ανωτάτων ορίων δικηγ. αμοιβών δεν είναι ζωτικής σημασίας για το δικηγορικό σώμα, η ρύθμιση του αρ. 92 παρ 3 εδαφ β του Κωδ. Δικηγόρων υποδηλώνει ότι σκοπός του νομοθετικού καθορισμού των δικηγ. αμοιβών είναι και η προστασία του πολίτη, γεγονός που επιρρωννύει τις θέσεις μας για τα ελάχιστα όρια δικηγορικής αμοιβής. Υπό την έννοια αυτή χρήσιμο θα είναι η διάταξη να μείνει ως έχει, αφού η Ευρ. Επιτροπή στην αιτιολογική γνώμη δεν θέτει τέτοιο θέμα.

47. Αν όμως κριθεί ότι η κατάργηση των ανωτάτων ορίων σε συνδυασμό με τις παραπάνω τροποποιήσεις των άρθρων 98 και 201 παρ 6 του Κωδ. Δικηγόρων, θα βοηθούσε τις υπερασπιστικές θέσεις μας, ενώπιον του ΔΕΕ, ή, ενδεχομένως θα απέτρεπε εντελώς την παραπομπή, τότε χρήσιμο θα ήταν να εξετασθεί και η κατάργηση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 92 Κωδ. Δικηγόρων, λαμβανομένου υπόψη ότι η κατάργηση αυτή όχι μόνο δεν βλάπτει τους Δικηγόρους (από οικονομική άποψη) αλλά αντίθετα τους ωφελεί.

Β.3. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΔΡΑΣΗΡΙΟΤΗΤΩΝ

Β.3.1 ΠΟΛΥΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ (ΠΟΛΥΤΟΜΕΑΚΕΣ) ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

48. Στην Ελλάδα δεν επιτρέπεται η ίδρυση πολυεπαγγελματικής εταιρείας σε ότι αφορά την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος (αρθ. 12 παρ. 4 β' του π.δ. 152/2000 και αρθ 2 παρ. 1 του π.δ. 81/2005)

49. Ο περιορισμός αυτός έχει τεθεί χάριν επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην διασφάλιση της ελευθερίας και ανεξαρτησίας του δικηγόρου έναντι των πάσης φύσεως συμφερόντων, στην προστασία των συμφερόντων του εντολέα, στην αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, στη διασφάλιση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, στην διασφάλιση της αποκλειστικής ενασχόλησης του Δικηγόρου αποκλειστικά με τα συμφέροντα του εντολέα του και στην ιδιαίτερη φύση, ρόλο και αποστολή του Δικηγόρου, ως άμισθου δημοσίου υπαλλήλου και ουσιώδη συλλειτουργού της δικαιοσύνης. Ειδικότερα λόγω της ιδιαίτερης λειτουργηματικής φύσης και αποστολής του δικηγορικού επαγγέλματος, ο Δικηγόρος, αν και επαγγελματίας που ασκεί την δραστηριότητά του φέροντας τον κίνδυνο αυτής, οφείλει να ασκεί το λειτούργημά του όχι ως “επιχειρηματίας” που επιδιώκει το ατομικό κέρδος, αλλά σύμφωνα με την επιστημονική του κατάρτιση, την επαγγελματική του εμπειρία, την προσωπική του ευθύνη, ως δημόσιος λειτουργός (π.χ. Απιστία Δικηγόρου, τήρηση επαγγελματικού απορρήτου) και την τήρηση των κανόνων της επαγγελματικής δεοντολογίας και των παραδόσεων του Δικηγορικού Σώματος. Η παράβαση των κανόνων αυτών δεν θέτει απλώς σε κίνδυνο τα οικονομικά συμφέροντα του Δικηγόρου, αλλά την ίδια την επαγγελματική του υπόσταση.
Για τον λόγο αυτό η άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος επιτρέπεται μόνο σε φυσικό πρόσωπο ή επαγγελματική ένωση φυσικών προσώπων που διαθέτουν τα απαιτούμενα από το νόμο προσόντα και παρέχουν όλα τα εχέγγυα της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και της προσωπικής ευθύνης. Τυχόν συμμετοχή δικηγόρου σε εταιρεία που ασκεί πολλαπλές (πολυτομεακές) δραστηριότητες, πέραν των άλλων, θέτει και σε διακινδύνευση την επαγγελματική ανεξαρτησία του Δικηγόρου, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή, οφείλει να υπηρετεί και τα συμφέροντα των άλλων κλάδων (τομέων) της εταιρείας και θα υπόκειται στις πιέσεις των άλλων εταίρων για μεγιστοποίηση του κέρδους της εταιρείας, γεγονός που αντίκειται στον ιδιαίτερο ρόλο, φύση και αποστολή του, ως δημόσιος λειτουργός. Μ' άλλα λόγια συμμετοχή δικηγόρου σε πολυτομεακή εταιρεία είναι ασύμβατη προς την άσκηση του Δικηγορικού Λειτουργήματος. Για τον λόγο αυτό η κοινοτική οδηγία 2006/123 επιτρέπει την απαγόρευση αυτή σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα όταν τούτο επιβάλλεται για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς του κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας και συμπεριφοράς και στην διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας τους (αρθ. 25 παρ. 1 α). Τέτοια νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα είναι ιδίως του Δικηγόρου και του φαρμακοποιού, τα οποία, προφανώς, είχε υπόψη του ο κοινοτικός νομοθέτης, κατά την θέσπιση του άρθρου αυτού (βλ. ΔΕΚ, αποφ. της 29-2-2002, C-309/1999 Wouters, για τους Δικηγόρους και π.ρ.βλ και Δ.Ε.Ε., απόφ. της 19ης Μαϊου 2009, τμήμα μείζονος συνθέσεως, C-531/2006, επιτροπή κατά Ιταλίας και ΔΕΕ αποφ. της 19ης Μαϊου 2009, τμήμα μείζονος συνθέσεως, C-171/07 και C-172/07 για τους φαρμακοποιούς).

50. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι τυχόν άρση της απαγόρευσης αυτής σε ότι αφορά τους Δικηγόρους αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού, με τον τρόπο αυτό εξομοιώνονται οι Δικηγόροι με απλούς επιχειρηματίες, ενώ τελούν υπό διαφορετικές νομικές και πραγματικές συνθήκες σε ότι αφορά την άσκηση του λειτουργήματός τους σε σχέση μ' αυτούς (εξομοίωση ανόμοιων). Στην περίπτωση αυτή το Δικηγορικό Σώμα οφείλει να αντιδράσει και δικαστικά.

51. Τέλος, επισημαίνεται ότι η άρση του περιορισμού αυτού θα έχει ως αποτέλεσμα και την “μετάλλαξη” του Δικηγόρου, από δημόσιο λειτουργό, επιστήμονα και υπερασπιστή των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών και του κράτους δικαίου σε “επιχειρηματία-νομοτεχνικό”, και ως εκ τούτου το Δικηγορικό Σώμα πρέπει να αντιταχθεί στην “μετάλλαξη” αυτή. Σημειωτέο και ότι η συμμετοχή δικηγόρων σε πολυεπαγγελματικές εταιρείες απαγορεύεται στα περισσότερα κράτη μέλη της ένωσης και ανάλογη απαγόρευση προβλέπεται και στον Ευρωπαϊκό Κώδικα Δεοντολογίας Ευρωπαίων Δικηγόρων του CCBE (αρθ. 3.6.1 αυτού)

Β.3.2. ΕΡΓΑ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ ΠΡΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟ

52. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου τα παραπάνω ισχύουν και για την απαγόρευση άσκησης έργων ασυμβίβαστων προς Δικηγόρο (αρθ. 63 παρ. 1,2,3 Κωδ. Δικηγ.)

53. Κατά τα λοιπά, παραπέμπουμε αυτολεξεί σε ότι αφορά την άσκηση πολλαπλών δραστηριοτήτων στους Δικηγόρους και στην από 3-5-2010 ανακοίνωση Δ.Σ.Ι. κεφ. Β, στην από 13-5-2010 κοινή Εισήγηση 8 Προέδρων Δικηγ. Συλλόγων προς την Ολομέλεια, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α κεφ. 2 Β και 4 και στην από 28-5-2010 ανακοίνωση Δ.Σ.Ι κεφ. 3,γ,Β, ii,iii,iv).

Β.4. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΟΡΦΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ (ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ)

54. Σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία (π.δ. 518/1989 και π.δ. 81/2005) απαγορεύεται η σύσταση κεφαλαιουχικών Δικηγορικών εταιρειών (Α.Ε και Ε.Π.Ε) και επιτρέπεται μόνο σύσταση προσωπικής Αστικής Επαγγελματικής Εταιρείας.

55. Η απαγόρευση αυτή τέθηκε επειδή ο Έλληνας νομοθέτης θεωρεί ασύμβατη την άσκηση του Δικηγορικού Έργου από Α.Ε. ή Ε.Π.Ε., λόγω της διαφορετικής νομικής προσωπικότητας αυτών και της διαφορετικής ευθύνης τους από τους εταίρους τους Δικηγόρους.

56. Εφ' όσον όμως η πολιτεία επιθυμεί τη σύσταση ενός “υβριδικού εταιρικού μορφώματος” ας το πράξει με δική της ευθύνη, αλλά με τις ακόλουθες εγγυήσεις: Μέλη της κεφαλαιουχικής εταιρείας είναι μόνο Δικηγόροι, η κατοχή μετοχικού κεφαλαίου επιτρέπεται μόνο σε Δικηγόρο, οι μετοχές να είναι ονομαστικές μέχρι τον τελευταίο μέτοχο, παρακατάθεση των μετοχών στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο ως θεματοφύλακα, διαφάνεια ως προς την προέλευση του μετοχικού κεφαλαίου, απαγόρευση άμεσου ή έμμεσου ελέγχου του μετοχικού κεφαλαίου ή των δραστηριοτήτων της εταιρίας από τρίτο, μη δικηγόρο, απαγόρευση σύστασης θυγατρικής δικηγορικής εταιρείας από άλλη Α.Ε. ή Ε.Π.Ε., αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη της εταιρείας, και των εταίρων, με τον Δικηγόρο που χειρίζεται υπόθεση της εταιρείας, κλ.π.).

57. Οι εγγυήσεις αυτές πιστεύουμε ότι διαφυλάσσουν την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του Δικηγόρου και αποτρέπουν τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της δικηγορικής κεφαλαιουχικής εταιρείας, από οιονδήποτε τρίτο μη δικηγόρο. Χωρίς την διασφάλιση των εγγυήσεων αυτών το Δικηγορικό Σώμα πρέπει να αντιταχθεί στην σύσταση κεφαλαιουχικών Δικηγορικών Εταιρειών.

58. Κατά τα λοιπά παραπέμπουμε στην από 3-5-2010 ανακοίνωση Δ.Σ.Ι., στην από 13-5-2010 κοινή εισήγηση 8 Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων προς την Ολομέλεια ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α, κεφ. 2, Α και στην από 28-5-2010 ανακοίνωση Δ.Σ.Ι., υποκεφ. Α, i.

Β. 5. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ / ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

59. Σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 4 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., οι Δικηγόροι ευθύνονται αστικά μόνο για δόλο ή βαρειά αμέλεια.

60. Ο περιορισμός αυτός τέθηκε προεχόντως προς διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του Δικηγόρου και της ελευθερίας έκφρασης γνώμης κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του. Ειδικότερα σύμφωνα με τους κανόνες για τις βασικές αρχές και τον ρόλο των Δικηγόρων, που εγκρίθηκαν από τη Γ.Σ. του Ο.Η.Ε. με απόφαση της 45/121 της 14-12-1990 “οι δικηγόροι δεν θα πρέπει να φέρουν αστική......... ευθύνη για συναφείς δηλώσεις οι οποίες γίνονται με καλή πίστη σε γραπτές ή προφορικές αγορεύσεις ή κατά τις επαγγελματικές εμφανίσεις τους ενώπιον Δικαστηρίου, δικαστικής Επιτροπής ή άλλης νομικής ή δικαστικής αρχής”. Επίσης, σύμφωνα με την ιδία απόφαση οι Κυβερνήσεις οφείλουν, ως εγγύηση για την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος να εξασφαλίσουν ότι οι δικηγόροι θα μπορούν να ασκούν τα καθήκοντα τους χωρίς εκφοβισμούς, εμπόδια, παρενοχλήσεις και ότι δεν θα απειλούνται με δίωξη ή άλλες κυρώσεις για οποιαδήποτε ενέργεια στην οποία προέβησαν σύμφωνα με τα καθιερωμένα επαγγελματικά καθήκοντα, πρότυπα και ηθικούς κανόνες (βλ. αναλυτικά Αλεξιάδη Στέργιο “Βασικές αρχές για τον ρόλο των Δικηγόρων σε Αρμ 1995, 2 σελ 138).

61. Τέτοια εγγύηση της ανεξαρτησίας του Δικηγόρου είναι και ο περιορισμός της αστικής ευθύνης του μόνο για δόλο ή βαρειά αμέλεια. Ο περιορισμός αυτός είναι επιβεβλημένος και λόγω της ιδιαίτερης φύσης του λειτουργήματος και ειδικότερα εξ αιτίας του γεγονότος ότι το αποτέλεσμα της ενέργειας του Δικηγόρου, ιδίως σε ότι αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δεν εξαρτάται, από αυτόν αλλά από άλλο πρόσωπο (δικαστή, διοικητικό αποφασιστικό όργανο κ.λ.π.). Για τον λόγο αυτό γίνεται παγίως δεκτό ότι ως “βαρειά αμέλεια” νοείται μόνο η ιδιαίτερα μεγάλη και ασυνήθως σοβαρή παράλειψη της προσήκουσας επιμέλειας με μέτρο το υπαγορευόμενο από την κοινή πείρα και λογική, ενόψει και των περιστάσεων που συντρέχουν κάθε φορά. Ειδικότερα για την ύπαρξη βαρειάς αμέλειας σε περίπτωση αποδιδόμενης εσφαλμένης ερμηνείας κανόνα δικαίου πρέπει να πρόκειται για ακραία περίπτωση, κατά την οποία η ερμηνευτική εκδοχή που χρησιμοποίησε ο δικηγόρος βρίσκεται σε έκδηλη αντίθεση προς την σαφή και ανεπίδεκτη αμφιβολίας αληθή έννοια του νόμου, κατά την ομόφωνη γνώμη της θεωρίας και νομολογίας, ώστε να μην δύναται η εκδοχή αυτή να θεωρηθεί αντικειμενικά υποστηρίξιμη. Μ' άλλα λόγια ως βαρειά αμέλεια σε ότι αφορά την ερμηνεία του νόμου για την θεμελίωση αστικής ευθύνης Δικηγόρου δεν νοείται οποιαδήποτε αποδιδόμενη παράβαση της αντικειμενικής νομιμότητας, αλλά μόνο εκείνη η νομική ενέργεια ή παράλειψη, η οποία αντίκειται καταδήλως στη σαφή και ανεπίδεκτη αμφιβολιών έννοια του νόμου και στους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην δύναται η ενέργεια αυτή να θεωρηθεί αντικειμενικά υποστηρίξιμη (π.ρ.β.λ. 9/97 Ειδ. Δικ. Κακοδ. σκέψη 6, γνωμ Ολ ΑΠ 18/93 ΣτΕ 1782, 1783/75, 1363/88 κα)

62. Ανάλογος περιορισμός αστικής ευθύνης υπάρχει και σ΄ άλλες κατηγορίες προσώπων, για τον ίδιο λόγο (δημόσιοι υπάλληλοι, Δήμαρχοι, συμβολαιογράφοι, υποθηκοφύλακες, δικαστικοί υπάλληλοι, δικαστικοί επιμελητές).

63. Με βάση τα δεδομένα αυτά, αν η υποχρεωτική ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου αφορά την ευθύνη του Δικηγόρου μόνο για δόλο ή βαριά αμέλεια (άρθρ. 23 οδηγίας 2006/123), πιστεύουμε ότι δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα. Αν όμως η ασφάλιση αυτή αφορά την ευθύνη του Δικηγόρου για κάθε αμέλεια, τότε πρόκειται για άρση του περιορισμού της αστικής ευθύνης, και το Δικηγορικό Σώμα οφείλει να απορρίψει την εξέλιξη αυτή, διότι η άρση του περιορισμού αυτού σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζεται πλέον ο ιδιαίτερος ρόλος και η φύση του έργου του Δικηγόρου, ο οποίος εξομοιώνεται έτσι αδικαιολόγητα με οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία και εξαιρείται, επίσης αδικαιολόγητα, από τις ρυθμίσεις του άρθρου 73 παρ 4 Εισ.Ν Κ.ΠολΔ, ενώ τελεί υπό τις αυτές συνθήκες με τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό (αδικαιολόγητη εξαίρεση). Τούτο όμως αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 Συντ και το Δικηγορικό Σώμα οφείλει σε μια τέτοια περίπτωση, να αντιδράσει και δικαστικά.

64. Κατά τα λοιπά παραπέμπουμε ως προς το εν λόγω ζήτημα στην από 3-5-2010 ανακοίνωση του ΔΣΙ παρ 4, Δ, στην από 13-5-2010 κοινή εισήγηση 8 Προέδρων Δικηγ. Συλλόγων προς την Ολομέλεια, ΠΑΡΑΤΗΜΑ Α ΚΕΦ 5 και στην από 28-5-2010 ανακοίνωση ΔΣΙ ΚΕΦ 3,Δ

Β. 6 ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

65.Καμία διάταξη του Κωδ. Δικηγόρων δεν απαγορεύει την διαφήμιση. Η απαγόρευση αυτή προβλέπεται από το άρθρο 9 του Κωδ. Δεοντ. Δικηγόρων, το οποίο εισάγει πράγματι απόλυτη απαγόρευση, που δεν δικαιολογείται ως προς την απολυτότητα, από επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος.

66. Συνεπώς, η διαφήμιση πρέπει να επιτραπεί με τις εγγυήσεις που θέτει και το άρθρο 24 παρ 2 της οδηγίας 2006/123 (διαφύλαξη του κύρους και της ανεξαρτησίας του λειτουργήματος, διασφάλιση απορρήτου, αποφυγή υπερβολών ή δημιουργία τεχνητών αναγκών κλπ)

67. Πιστεύουμε ότι στα πλαίσια αυτά πρέπει να επιτραπεί η διαφήμιση με την μορφή δημοσιοποιήσεως του βιογραφικού του Δικηγόρου, χωρίς ακρότητες και υπερβολές και στο οποίο πρέπει να αναφέρονται οι σπουδές, η επαγγελματική εμπειρία και η εξειδίκευση, χωρίς αναφορά σε προσφορές τιμών ή σε συγκεκριμένες δίκες ή ονόματα εντολέων.