Δίκαιο Αυτοκινητικών Ατυχημάτων | Εισήγηση Σεμιναρίου ΕΑΝΔΑ

Αθήνα, 07 Μαίου 2015

ΠΛΑΝΟ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ  ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ ΕΑΝΔΑ

Αντικείμενο : Δίκαιο Αυτοκινητικών Ατυχημάτων

 

·        1. Έννοια της ευθύνης :

1.1 υποκειμενική ευθύνη  ΑΚ 914 –

1.2 ευθύνη από διακινδύνευση (ΓΝ/1911)

1.3 Νομοθετική Ρύθμιση – Σύγκριση κι εφαρμογή

·        2. Υποχρέωση ασφάλισης οχημάτων για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη (ν. 489/1976)  –

2.1 έννοια όρων ασφάλισης ν. 489/76

2.1.1 έννοια οχήματος υποκείμενου σε  υποχρεωτική ασφάλιση-εξαιρέσεις  

2.1.2 έννοια ασφαλιζομένου προσώπου – ασφαλιζόμενου τρίτου-έννοια ατυχήματος  

2.1.3 μικτή ασφάλιση

2.1.4. εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη

α. έλλειψη ικανότητας οδήγησης

β. μέθη

γ. διαφορετική χρήση του οχήματος από τον προορισμό του

δ. αυτόγνωμη κατάληψη οχήματος/κλοπή

ε. εκ προθέσεως πρόκληση ατυχήματος

·        3. ασφαλιζόμενος κίνδυνος / σύγκρουση κι μη σύγκρουση – α. κεφάλαια αποζημίωσης – Δικαιούχοι αποζημίωσης

β. υλικές - θετικές κι αποθετικές ζημίες

γ. μη υλικές ζημίες (ιδίως Ηθική Βλάβη κι Ψυχική Οδύνη)

·        4. παραγραφή

·        5. ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ - 681Α ΚΠολΔ

·        6. Ένδικα μέσα  

·        7. Εξαιρέσεις υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων

·        8. Συνοριακή Ασφάλιση- Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης - Έννοια Συστήματος Διεθνούς Ασφάλισης

·         9. Ζημία από ανασφάλιστο όχημα – Επικουρικό Κεφάλαιο - Εξαιρέσεις κάλυψης - Ν. 4092/2012

·         10. Έναρξη κι λήξη ασφαλιστικής Κάλυψης

·         11. Λύση κι Καταγγελία της Ασφαλιστικής Σύμβασης

·         12. Ανανέωση ασφαλιστικής Σύμβασης

·         13. Σύνοψη        

 

Έννοια της ευθύνης :

1.1      Υποκειμενική ευθύνη - ΑΚ 914

 

Η αποκατάσταση της ζημίας αποτελεί καίριο σημείο του Νομικού μας Πολιτισμού. Πρόκειται τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά για έναν από τους γενεσιουργούς λόγους Ύπαρξης της έννοιας της Δικαίου, στην αλυσίδα του οποίου προσδέθηκε διαχρονικά η λειτουργία της Δικαιοσύνης κι των Συλλειτουργών αυτής, τίνες εκ των οποίων διατελούν οι Νομικοί παραστάτες/Δικηγόροι.

Η Ζημία αποτελεί ακόλουθο των πηγών διακινδύνευσης του Πολιτισμού όπως αυτός εξελίχθηκε κι λειτουργεί.

Κρίσιμο μέρος των κινδύνων αυτών αποτελεί ο κίνδυνος από την κίνηση οχημάτων. Ειδικά για την οδήγηση και την κίνηση με μηχανικά μέσα έχει διατυπωθεί και γίνεται απολύτως αποδεκτή η αρχή της εμπιστοσύνης (Vertauensgrundsatz), ήτοι ότι οδηγός ο οποίος τηρεί τους κανόνες επιτρέπεται να έχει εμπιστοσύνη ότι και οι έτεροι οδηγοί θα τηρούν αυτούς. Η αρχή αυτή ισχύει σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες, οι οποίες εμπεριέχουν ένα ποσοστό διακινδύνευσης κατά την λειτουργία τους, διακινδύνευση ωστόσο αναμενόμενη και αποδεκτή από την έννομη τάξη. Ένας τέτοιος τομέας ‘επικίνδυνης δράσης’ είναι ιδίως ο τομέας των συγκοινωνιών (Χωραφάς, Μαγκάκης, Τιμητ. Τομ. Αρείου Πάγου. 103επ.-Τούσης, Γεωργίου, Ποιν. Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο.85επ.).

Θεμέλιο της υποχρέωσης προς ανόρθωση της ζημίας ο νομοθέτης έθεσε στον Αστικό μας Κώδικα ήδη από την απαρχή του Αστικού Κώδικα, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα (23.02.1946), την ύπαρξη υπαιτιότητας ή πταίσματος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας συνδέεται με ενέργεια του υπαιτίου, η οποία με βάση το Νόμο ελέγχεται κι μόνο εφόσον υφίσταται αιτιώδης σύνδεση (αιτιώδης συνάφεια) της ζημίας με την ενέργεια, ο ενεργών (κι υπαίτιος) καλείται πλέον σε αποκατάσταση της ζημίας. Πρόκειται για την λεγόμενη υποκειμενική ευθύνη.

 

1.2      Ευθύνη από διακινδύνευση – ν. ΓΝ/1911

Ειδικά ωστόσο στην περίπτωση της ζημίας η οποία προκλήθηκε από την κίνηση οχήματος ο νομοθέτης, ήδη από το έτος 1911 με την εισαγωγή του ως άνω Νόμου, ο οποίος συνεχίζει ισχύων σήμερα (με κάποιες τροποποιήσεις) προέβλεψε τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις επί τη βάσει των οποίων ο ζημιωθείς δικαιούται σε αποκατάσταση της ζημίας του κι ο υπαίτιος καλείται να αποκαταστήσει αυτήν. Σε αυτές, δεν περιλήφθηκε η υπαιτιότητα ή ακόμη κι η γενικότερη έννοια του πταίσματος.  Εισήχθη έτσι κι έως κι σήμερα συνεχίζει υφιστάμενη η πρόβλεψη της λεγόμενης Αντικειμενικής Ευθύνης, ήτοι της ευθύνης η οποία αρκείται στην ύπαρξη ανθρώπινης συμπεριφοράς κι συνδέει ακόμη κι μη παρόντα κατά την πρόκληση της ζημίας ή μη υπαίτιο για την πρόκληση αυτή με την υποχρέωση αποκατάστασης.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα, προκειμένου να γίνει αντιληπτό το πεδίο αυτής της έννοιας της ευθύνης (η λεγόμενη κι αιτιώδης ευθύνη/ευθύνη από διακινδύνευση) είναι η ευθύνη του ιδιοκτήτη οχήματος (ανθρώπινη συμπεριφορά νοείται η απλή ιδιοκτησία οχήματος κι η θέση αυτού σε κίνηση, από την οποία γίνεται δεκτό ότι ενδέχεται κίνδυνος ), ακόμη και εάν δεν είναι ο οδηγός του οχήματος την επίδικη στιγμή, αλλά κι η ευθύνη από τυχαίο περιστατικό, άνευ ευθύνης του οδηγού  (π.χ. η έκρηξη ελαστικού από μηχανική αστοχία κι η συνεπεία αυτής απώλειας ελέγχου του οχήματος κι η πρόκληση ζημίας)[1].

Εν ολίγοις λοιπόν, η ειδική αυτή νομοθετική πρόβλεψη εδράζεται σε ένα τεκμήριο ευθύνης, τεκμήριο το οποίο είναι μεν μαχητό, ωφελεί ωστόσο αρχικώς κατά την αναζήτηση της αποκατάστασης της ζημίας τον ζημιωθέντα, αφού δεν απαιτείται κατά την έγερση της απαίτησης να αποδείξει υπαιτιότητα[2], αρκούμενη στην συνδρομή της περίστασης της οδήγησης οχήματος.

 

 

 

1.3      Σύγκριση κι εφαρμογή 

Κατ’ αρχήν οι ζημίες οι οποίες αποκαθίστανται με την επίκληση της νομικής βάσης της ΑΚ 914 είναι οι ίδιες με αυτές οι οποίες αποκαθίστανται με την επίκληση του ν. ΓΝ/1911. Ο ζημιωθείς ωστόσο κατά την επίκληση της νομικής βάσης της ΑΚ 914 οφείλει να αποδείξει κι υπαιτιότητα του υπαίτιου της ζημίας, ενώ με την επίκληση του ν. ΓΝ/1911 δεν απαιτείται στην δικονομική φάση της έγερσης αγωγής η επίκληση υπαιτιότητας. Η έκταση της αποζημίωσης είναι η καταρχήν η ίδια[3].

Συμπερασματικά: στα πλαίσια της παρούσης Εισήγησης κι επειδή σκοπός είναι η πρακτική βοήθεια προς τους νεότερους συναδέλφους , προτείνεται η αποφυγή επίκλησης ως κύριας βάσης της αγωγής αυτής των διατάξεων ν. ΓΝ/1911, παρά μόνο εάν προκύπτει από τα δεδομένα της υπόθεσης εγγενές πρόβλημα ως προς την διαπίστωση υπαιτιότητας στο πρόσωπο του προκαλέσαντος την ζημία οδηγού (π.χ. είσοδος εντόμου στο μάτι του οδηγού κι εξ αυτού πρόκλησης ατυχήματος). Επιτρέπεται βεβαίως η επικουρική σώρευση των 2 βάσεων, με προτεινόμενη την χρησιμοποίηση της βάσης της ΑΚ 914 κι των συνοδών αυτής διατάξεων (ΑΚ 922, 932, 937 κ.λ.π).

 

 

2. Υποχρέωση ασφάλισης οχημάτων για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη (ν. 489/1976).

Στο πρότερο του 1976 ισχύον δίκαιο, ο ζημιωθείς τρίτος δεν έφερε έναντι του ασφαλιστή ευθεία αξίωση αποζημιώσεως. Ο ασφαλισμένος εδικαιούτο να αξιώσει από τον ασφαλιστή να καταβάλλει προς το ζημιωθέντα , εν είδει σύμβασης ελευθερώσεως, τα όσα στην ασφαλιστική σύμβαση προβλέπονταν ως ασφαλιζόμενα κεφάλαια. Έτσι η προστασία του τρίτου δεν ήταν ούτε επαρκής ούτε ανεξάρτητη, αλλά εναπόκειτο στην συναλλακτική εντιμότητα του ζημιώσαντος.

Ο ελληνικός νόμος 489/1976 (ήδη κωδικοποιημένος με το πδ. 237/86) κατέστησε υποχρεωτική την ασφάλιση του οχήματος σε ειδικά αδειοδοτημένο για τον σκοπό αυτό Ασφαλιστή (ασφαλιστική Εταιρία), καθιστώντας έτσι την αποκατάσταση της ζημίας ευχερέστερη για τον παθόντα κι το σημαντικότερο, εγκαθιστώντας έναν φερέγγυο οφειλέτη έναντι του ζημιωθέντος/ παθόντος, έναν οφειλέτη από τον οποίο ο παθών δύναται να αναζητήσει αποκατάσταση εγείροντας απευθείας αξίωση, επιλέγοντας μάλιστα κατά πλήρη διακριτική ευχέρεια, να μην καταστήσει εναγόμενο κι τον υπαίτιο της ζημίας/λήπτη της ασφάλισης (ήτοι τον ασφαλισμένο της ασφαλιστικής εταιρίας). Ο ν.489/76 δεν αποτελεί νόμο ασφάλισης του οχήματος ως πράγματος. Τέτοια ασφάλιση δύναται να συμφωνηθεί[4], αλλά δεν είναι υποχρεωτική εκ του Νόμου.

 

 

2.1 ΚΡΙΣΙΜΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ν. 489/76

 

ØΗ ασφάλιση του πεδίου ν. 489/76 έχει ένα κυρίως σκοπό : την κάλυψη του τρίτου, πλήρως ή εν μέρει αναίτιου και πάντα εξ αμελείας, ζημιωθέντος[5]. Πρόκειται για μία αναγκαστική σύμβαση, η υποχρεωτικότητα της οποίας έχει κριθεί ότι δεν περιορίζει την συνταγματικά κατοχυρωμένη οικονομική ελευθερία του προσώπου, επειδή εξυπηρετείται κοινό καλό, μείζον του περιορισμού του ατομικού Δικαιώματος της Ελευθερίας.

ØΚαλύπτεται ζημία σε τρίτο κι όχι στον λήπτη της ασφάλισης (σύμβαση ελευθερώσεως ή μη γνήσια υπέρ Τρίτου Σύμβαση, αναλόγως της θεωρητικής σχολής με την οποία συντάσσεται καθείς)

ØΚαλύπτεται ζημία για συγκεκριμένο ποσοτικό όριο : από 01.01.2012 όλες οι συμβάσεις καλύπτουν κατ’ ελάχιστο ποσό αποζημίωσης /ασφάλισμα 1.000.000 € / ασφαλιστική περίοδο κι ανεξαρτήτως αριθμού δικαιούχων. Τυχόν αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη έναντι κάθε τρίτου ζημιωθέντος.

ØΔυνατότητα του παθόντος να επιλέξει την αποκατάσταση μόνον από τον ασφαλιστή, του τελευταίου επέχοντος θέση εγγυητή, παραιτηθέντος από το δικαίωμα της διζήσεως.

ØΓια το υπέρ του ασφαλίσματος ποσού , εξακολουθεί να ευθύνεται ο κατά την επιλεγείσα νομική βάση υπεύθυνος προς αποζημίωση , εφόσον εξαντληθεί το ανωτέρω ασφάλισμα.

ØΜε την ασφαλιστική σύμβαση καλύπτεται πάντα η ευθύνη από την κυκλοφορία του οχήματος κι ποτέ το πρόσωπο του ασφαλισμένου.

ØΣυμπληρωματική εφαρμογή του ΑΚ, του παλαιότερου ΕμπΚωδικα κι του νεότερου 2496/97 περί ιδιωτικής ασφάλισης, εφόσον προκύπτει αρρύθμιστο ζήτημα κι η πρόβλεψη των ανωτέρω δεν αντίκειται ευθέως στο πνεύμα του ν. 489/76.

 

 

 

2.1.1 Έννοια οχήματος υποκείμενου σε υποχρεωτική ασφάλιση-εξαιρεσεις 

 

        Σκοπός κι έννοια του Νόμου , ως προκύπτει από τον τίτλο του   είναι η ‘υποχρεωτική Ασφάλιση της   εξ' ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης’ .

Ως αυτοκίνητο όμως ο Νόμος δεν θεωρεί το τετράτροχο μόνο. Αλλά ως αυτοκίνητο ορίζει το επί του εδάφους και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια κινούμενο όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών. Ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο   μετά   του κυρίως αυτοκινήτου, ή μη ως και ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα.

Εν ολίγοις, αυτοκίνητο είναι το δυνάμενο να κινηθεί αυτοδύναμα όχημα , ήτοι με την χρήση μηχανικής ενέργειας, αλλά και κάθε συζευγχθέν όχημα (κλασσική περίπτωση τα ρυμουλκούμενα των χερσαίων μεταφορών ), το οποίο δεν διαθέτει αυτοδύναμη κίνηση. Σχολικό παράδειγμα, όλως επίκαιρο στις ημέρες μας , το εάν ένα κλασσικό ποδήλατο πρέπει να ασφαλίζεται ή όχι, επόμενο δε ερώτημα προκύπτει για την περίπτωση που το ποδήλατο αυτό προξενήσει ατύχημα, ποίος είναι ο φέρων την ευθύνη αποζημίωσης. Κατά Νόμο, το ποδήλατο δεν υπάγεται στην υποχρέωση ασφάλισης του ν. 489/76(π.δ. 237/86) κι σε περίπτωση προκλήσης υπαίτιου ατυχήματος, δεν υφίσταται δυνατότητα έγερσης αγωγής εναντίον ασφαλιστή[6].

Δεύτερη προϋπόθεση , προκύπτουσα από την διατύπωση του Νόμου, είναι ότι την υποχρέωση για ασφαλιστική κάλυψη έχει ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού. Τέτοια κυκλοφορία νοείται κι η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούται να συχνάζουν σ` αυτό. Ωστόσο δεν είναι ορθή η ταύτιση της έννοιας της λειτουργίας με αυτήν της κίνησης. Σχολικό παράδειγμα, λοιπόν ο γερανός, ο οποίος είναι μόνιμα εγκατεστημένος εντός εργοστασίου , αλλά προβαίνει σε σχετικής κλίμακας μετακίνηση μηχανημάτων κι όγκων. Κατά την γνώμη των περισσότερων έγκριτων συγγραφέων του Κλάδου, πρόκειται για εργαλείο το οποίο δεν υπόκειται σε ασφάλιση, εφόσον δεν εκτείνει την κυκλοφορία του σε οδό προσβάσιμη σε όλους αλλά μόνον εντός του εργοταξίου ή εργοστασίου[7].

Τέλος, ως κυκλοφορία του αυτοκινήτου οχήματος, δεν νοείται μόνον η κύλιση του, αλλά κι όλες οι εκ της κυκλοφορίας συνήθεις ενέργειες κι αποτελέσματα (π.χ. στάθμευση σε παράνομο σημείο, η οποία προκαλεί σύγκρουση οχημάτων λόγω περιορισμού ορατότητας, κακή ασφάλιση του οχήματος λόγω μη χρήσης χειρόφρενου κι περαιτέρω κύλιση του, κ.ο.κ.).

Διαφορετικό θέμα αποτελεί η εκ του Νόμου εξαίρεση από την Υποχρέωση ασφάλισης αυτοκινήτων οχημάτων, μνεία για την οποία θα γίνει κατωτέρω (υπό τον τίτλο ‘ειδικά θέματα’).

 

 

2.1.2 έννοια ασφαλιζομένου προσώπου – ασφαλιζόμενου τρίτου – ατυχήματος

Ασφαλισμένα πρόσωπα, καλυπτόμενα από τους ορισμούς του Νόμου είναι ο ιδιοκτήτης, ο κάτοχος, ο οδηγός αλλά ακόμη κι ο προστηθείς στην οδήγηση του οχήματος, αλλά κόμη κι ο υπεύθυνος της φύλαξης αυτού, ο οποίος προδήλως έχει κι την ευχέρεια χρήσης του (π.χ. ο υπάλληλος της επιχείρησης στάθμευσης ή ο μηχανικός ο οποίος δοκιμάζει το όχημα μετά από επισκευή).

Η εξειδίκευση των εννοιών αυτών δεν λαμβάνει χώρα στο νόμο της υποχρεωτικής ασφάλισης, αλλά εξειδικεύεται κατά τους κρατούντες κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξης (εν προκειμένω κυρίως του Αστικού Κώδικα).

Ειδική περίπτωση , η οποία θα αναλυθεί κατωτέρω αποτελεί αυτή της αυτόγνωμης κατάληψης οχήματος (ήτοι η κλοπή[8]). Ως γενική σημείωση πάντως αναφέρουμε ότι ακόμη κι σε αυτήν την περίπτωση ο ζημιωθείς τρίτος έχει ευθεία αξίωση εναντίον του ασφαλιστή[9].

Ασφαλιζόμενος τρίτος είναι ο κάθε ζημιωθείς . Στον κανόνα αυτόν περιλαμβάνονται ακόμη κι οι επιβάτες του ζημιογόνου οχήματος. Ο Νόμος ειδικώς ορίζει ποίοι δεν νοούνται ως τρίτοι, ώστε με την περιοριστική αυτή αρνητική αναφορά, να καθίσταται σαφές ότι άπαντες οι λοιποί ζημιωθέντες καλύπτονται , ανεξαρτήτως ιδιότητας. Έτσι , δεν καλύπτονται επειδή δεν θεωρούνται τρίτοι, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγρ. 1 και του άρθρου 6 παράγρ. 2 οι : α) Οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε την ζημιά. β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης. γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την Ασφαλιστική σύμβαση.  δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρείας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα.

Από την περιοριστική απαρίθμηση προκύπτει ότι δεν εξαιρείται η κάλυψη ως τρίτων των συγγενών του υπαιτίου. Αυτή η ειδική ρύθμιση, απετέλεσε καθυστερημένη ενσωμάτωση στην Ελληνική έννομη τάξη σχετικής οδηγίας της τότε ΕΟΚ (84/5/EEG/30.12.1983) κι πλέον αποτελεί αναγκαστικό δίκαιο , μη δυνάμενου να τροποποιηθεί συμβατικά (με ειδική συμφωνία μεταξύ των μερών). Ειδική μνεία ωστόσο πρέπει να γίνει στην κοινή αποδοχή ότι   οι συγγενείς του θανατωθέντος οδηγού οχήματος, δεν νομιμοποιούνται στην αναζήτηση αποζημίωσης ψυχικής οδύνης έναντι του ασφαλιστή του οχήματος, αφού ο θανατωθείς διετέλεσε το πρόσωπο η ευθύνη του οποίου καλύφθηκε με την σύμβαση ασφάλισης, το δε δικαίωμα επί της ψυχικής οδύνης αποτελεί δικαίωμα έμμεσης ζημίας των συγγενών, ο δε ασφαλιστή ςέχει ασφαλίσει την ευθύνη του οδηγού έναντι τρίτων κι όχι έναντι του ευατού του.

Ατύχημα ως έννοια, δεν οριοθετείται στο Νόμο. Οι έννοιες κίνδυνος κι ατύχημα είναι ρευστές (κατ’ αρχήν) έννοιες, οι οποίες βεβαίως μετά από δεκαετίες εφαρμογής του νομοθετικού πλαισίου, έχουν απολύτως και ευκρινώς οριοθετηθεί από τη Νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων. Γενικώς λοιπόν , εάν επιχειρούσε κανείς πρακτικά να οριοθετήσει την έννοια , θα έφθανε σε έναν ορισμό ο οποίος θα συνοψιζόταν στο ότι Ατύχημα είναι κάθε, εξ αμελείας[10] προκληθείσα, διατάραξη της συνήθους λειτουργίας των πραγμάτων, εξέλιξη μη αναμενόμενη κι συνδεόμενη οπωσδήποτε με πρόκληση κάποιας ζημίας από αυτοκίνητο όχημα, ακόμη κι ελάχιστης. Άνευ ζημίας, έννοια ασφαλιστικής κάλυψης κι συνδρομή όρων ασφάλισης, δεν νοείται.

 

2.1.3 έννοια μικτής ασφάλισης

Ορθότερος νομικός όρος είναι αυτός της ασφάλισης ίδιων Ζημιών. Η κάλυψη των ίδιων ζημιών, δεν καλύπτεται ούτε προβλέπεται από τις διατάξεις ν. 489/76. Πρόκειται για προαιρετική ασφάλιση. Αντίθετα με την λειτουργία της υποχρεωτικής κάλυψης των ζημιών που έχουν υποστεί τρίτοι, αντικείμενο της σύμβασης κάλυψης ίδιων ζημιών είναι σε δύο προοδευτικά στάδια, οι κοινοί κι άνευ υπαιτιότητας του ασφαλιζόμενου κίνδυνοι, όπως είναι η κλοπή , τα πλημμυρικά φαινόμενα, η πυρκαγιά , οι κακόβουλες ενέργειες τρίτων αλλά και οι μη κοινοί κίνδυνοι, προκληθέντες από υπαιτιότητα του ασφαλιζομένου, όπως η κακή ή ανεπαρκής οδηγική συμπεριφορά του τελευταίου, η οποία δύναται με ειδική συμβατική σχέση των μερών να καλυφθεί.

 

 

 

2.1.4. εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη

 

Κατά Νόμο (αρθ. 6α) εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται:

 α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί. Νοείται κάθε περίπτωση κατά την οποία ο οδηγός δεν διαθέτει την στιγμή του ατυχήματος [11] την άδεια οδήγησης , αντίστοιχη για το όχημα το οποίο οδηγεί. Κλασσικά παραδείγματα αποτελούν η οδήγηση οχήματος δικύκλου άνω των 250 κ.ε με άδεια οδήγησης για δίκυκλα μικρότερου κυβισμού, η οδήγηση σε περίοδο κατά την οποία η άδεια οδήγησης δεν έχει ανανεωθεί , η οδήγηση οχήματος κατηγορίας άνω των 3.500 μεικτού βάρους (κατηγορία Γ) με άδεια οδήγησης κατηγορίας Β (κάτω των 3.500 κιλών μεικτού βάρους.

 β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α`), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το αυτοκίνητο όχημα που εμπλέκεται στο ατύχημα ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών αυτοκινήτων οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου οχήματος, εφόσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο.

 γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Κλασσική περίπτωση η τροποποίηση του προορισμού οχήματος, όπως π.χ. η μεταφορά επιβατών σε ανοικτή καρότσα ημιφορτηγού.

        Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη. Σημαντική ωστόσο κι πρακτικά χρήσιμη ειδική πρόνοια λαμβάνεται για τον τρίτο ζημιωθέντα, ο οποίος εμπλέκεται σε ατύχημα με ασφαλισμένο, ο οποίος έχει παραβεί τους ανωτέρω όρους ασφάλισης. Ο Νόμος προβλέπει ότι ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο. Βεβαίως , εν συνεχεία είναι δεδομένο ότι εδραζόμενη στην συμβατική σχέση, ο ασφαλιστής θα αναζητήσει αναγωγικά την όποια καταβληθείσα αποζημίωση από τον αντισυμβαλλόμενο του ασφαλιζόμενο.

δ) Περαιτέρω κατά δε το άρθ. 6 εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία αλλά και

ε) αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως.

για τις ανωτέρω περιπτώσεις, ειδική μνεία λαμβάνει χώρα στο γεγονός ότι ο μεν αυτουργός της κλοπής αποτελεί κάτοχο του οχήματος και κατά τούτο η σύμβαση ασφάλισης εκτείνεται στο πρόσωπο του κι έτσι ο τρίτος ζημιωθείς ευθέως αναζητεί εκ του Ασφαλιστή [12], δεν καλύπτονται όμως όσοι επιβιβάσθηκαν στο όχημα με γνώση ότι έχει τούτο κτηθεί με χρήση βίας ή με μη νόμιμο τρόπο (διά παράνομης αφαίρεσης.

Επίσης για την περίπτωση της εκ προθέσεως πρόκλησης ατυχήματος, γίνεται ειδική σημείωση ότι ουδείς ασφαλιστής ευθύνεται , ούτε πλέον όμως το έως πρότινος (έως την ισχύ του ν. Ν.4092/2012) Επικουρικό Κεφάλαιο. Εν ολίγοις, επί ζημίας προκληθείσας από υπαίτιο με πρόθεση (πρακτικά με το όχημα ως μέσο διάπραξης του αδικήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας ή της επικίνδυνης σωματικής βλάβης ) μόνος υπεύθυνος προς αποζημίωσηείναι ο αυτουργός/οδηγός του οχήματος κι ο ιδιοκτήτης αυτού είτε επί τη βάσει των όρων διάταξης ΑΚ 922 είτε επί τη βάσει των ορισμών ν. ΓΝ/1911.

 

 

3. ασφαλιζόμενος κίνδυνος / σύγκρουση κι μη σύγκρουση

α. κεφάλαια αποζημίωσης – Δικαιούχοι αποζημίωσης

β. υλικές - θετικές κι αποθετικές ζημίες

γ. μη υλικές ζημίες (ιδίως Ηθική Βλάβη κι Ψυχική Οδύνη)

 

Αντικείμενο κάθε ασφαλιστικής κάλυψης είναι ο κίνδυνος ή η λεγόμενη επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Εν προκειμένω ο κίνδυνος αυτός είναι η πρόκληση ζημίας, αιτιωδώς συνδεόμενη, με και κατά την διάρκεια της λειτουργίας του αυτοκινήτου. Πρόκειται για κλασσική περίπτωση ασφάλισης παθητικού[13], υπό τον όρο της πρόκλησης της από αμέλεια, ελαφρά ή κι βαρεία, σε κάθε περίπτωση όμως όχι εκ προθέσεως.

Χαρακτηριστικό αυτής της υποχρεωτικής προϋπόθεσης της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της λειτουργίας του αυτοκινήτου κι της επελθούσης ζημίας, είναι ότι είναι δυνατόν να έλκεται σε εφαρμογή η ασφαλιστική σύμβαση, ακόμη κι εάν δεν έχει μεσολαβήσει σύγκρουση / επαφή μεταξύ των εμπλεκομένων οχημάτων, αφού κρίσιμο (κι αποδεικτέο βεβαίως) ζήτημα/στοιχείο της ζημίας είναι η αιτιώδης επίδραση της εκ του αυτοκινήτου λειτουργίας στην επέλευση της ζημίας. Κλασσικό παράδειγμα είναι η ζημία σε δίκυκλο, ο οδηγός του οποίου λόγω απότομης πέδησης έχασε τον έλεγχο , εν όψει αιφνίδιας αλλαγής πορείας αντίρροπου οχήματος, άνευ επαφής των 2 οχημάτων ή το αιφνίδιο άνοιγμα θύρας οχήματος, το οποίο οδηγεί σε αλλαγή πορείας (προς αποφυγή της συγκρούσεως) κι πρόσκρουση σε σταθερό εμπόδιο κάποιου έτερου οχήματος.

Τα κεφάλαια της αποζημίωσης τα οποία συνέχονται με την ασφαλιστική περίπτωση έχουν τόσο εκ του Νόμου όσο και εκ της Νομολογίας οριοθετηθεί από ετών κι δύναται να καταταγούν σε δύο ευρύτατες κατηγορίες, κατά την διάκριση που ακολουθεί κι ο Αστικός Κώδικας στις Γενικές Αρχές του : στις υλικές (θετικές κι αποθετικές) κι στις μη υλικές/μη αποτιμητές  ζημίες, οι οποίες ωστόσο δεν παύουν να είναι κατά Νόμο αποκαταστατέες κι συνεπώς να δικαιολογούν χρηματική καταβολή.

Οι υλικές θετικές ζημίες είναι ό,τι ο ζημιωθείς κατέβαλλε με υλική πράξη προς αποκατάσταση της ζημίας κι ιδίως η δαπάνη για την αποκατάσταση των ζημιών του οχήματος, η δαπάνη για την μεταφορά του οχήματος προς χώρο φύλαξης, η δαπάνη προς μίσθωση μεταφορικού μέσου ελλείψει του ζημιωθέντος οχήματος, η δαπάνη προμήθειας φαρμακευτικών σκευασμάτων [14], η δαπάνη για αμοιβές ιατρών κι εξετάσεων, χειρουργικών επεμβάσεων, χωρίς να αποκλείονται ειδικές κατηγορίες θετικών ζημιών[15].

Οι υλικές αποθετικές ζημίες είναι ό,τι ο ζημιωθείς δεν εισέπραξε ή δεν έλαβε, συνδεόμενης της έλλειψης αυτής με το ατύχημα. Ενδεικτικά αναφέρουμε την απώλεια εισοδήματος συνεπεία τραυματισμού κι απουσίας από την εργασία, την εμπορική υπαξία του οχήματος συνεπεία της επισκευής του με μεταχειρισμένα ανταλλακτικά και συνεπώς την πτώση της μεταπωλητικής του αξίας.

Η Ηθική βλάβη είναι η μη αποτιμητή σε χρήμα/μη υλική  ζημία που υφίσταται το πρόσωπο από την προσβολή σε προστατευόμενα έννομα αγαθά, μεταξύ των οποίων είναι κι η ιδιοκτησία, εκτός από την λογικώς αναμενόμενη ψυχική κι σωματική υγεία. Αξίωση για ηθική βλάβη θεμελιώνεται όνο στην περίπτωση κατά την οποία ευθέως εκ του Νόμου προβλέπεται τοιούτως. Έτσι δυνάμει τόσο της ΑΚ 932 όσο κι της § 2 αρθ. 6 ν. 489/76 , η ηθική βλάβη δύναται να καταστεί αντικείμενο της συγκεκριμένης αποζημίωσης. Χρήσιμη είναι η τεχνική διάκριση της λειτουργίας του συγκεκριμένου κεφαλαίου : δεν αποζημιώνεται η ηθική Βλάβη (καθόσον αυτή γίνεται δεκτό ότι είναι αναποτίμητη) αλλά επιδικάζεται εύλογη χρηματική ικανοποίηση προς την σχετική ψυχική κι συναισθηματική ανακούφιση. Πρόκειται για κεφάλαιο της σχετικής αξίωσης από την προκληθείσα ζημία , καταρχήν μη χρήζον απόδειξης [16], επιδικαζόμενο κατά την (καταρχήν) κυριαρχική κι μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικάζοντος Δικαστή της ουσίας. Η ηθική βλαβη αποτελεί κεφάλαιο αποζημίωσης άμεσα συνδεόμενο με τον ίδιο τον παθόντα.

Άλλο είδος κεφαλαίου αναποτίμητης ηθικής βλάβης είναι αυτό της Ψυχικής Οδύνης. Πρόκειται για ειδικό κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, συνδεόμενο με τους στενούς συγγενείς αποβιώσαντος προσώπου. Πρόκειται για ποσό το οποίο, κατά κυριολεξία, επιτελεί σκοπό χρηματικής παρηγοριάς. Χαρακτηριστικό είναι ότι αποτελεί μοναδική περίπτωση νομοθετικής πρόβλεψης κι πρόκειται κατά βάση για κάλυψη εκ της ασφαλιστικής σύμβασης τρίτων, μη εμπλακέντων άμεσα στο δυστύχημα, ακόμη κι εάν αυτοί δεν έχουν υποστεί καμία περιουσιακή ζημία.

Εδικές περιπτώσεις όπως αυτές της μέλλουσας ηθικής βλάβης κι της ηθικής βλάβης συνεπεία μόνιμης παραμόρφωσης ή αναπηρίας χρήζουν κατά πολύ ειδικότερης ανάλυσης, η οποία κρίνουμε ότι εκφεύγει των σκοπών κι ορίων της παρούσης ακροθιγούς περιγραφής βασικών εννοιών του δικαίου των αυτοκινητικών ατυχημάτων.

 

 

       4. παραγραφή

Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής, ήτοι των κοινών διατάξεων του ΑΚ.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο γεγονός ότι εφόσον επιλεγεί η νομική βάση ν. ΓΝ/1911, η παραγραφή είναι διετής.

 

 

 

•       5. Δικονομικά Ζητήματα  - 681Α  ΚΠολΔ

Μετά την κατάργηση του άρθ. 40Α του ΚΠολΔ (κατά το οποίο τοπική αρμοδιότητα εδύνατο να έλκει κι ο τόπος του συμβάντος ατυχήματος), για την επιλογή της κατά τόπο δωσιδικίας σε εφαρμογή έλκονται οι κανόνες γενικής δωσιδικίας αρθ. 22 ΚΠολΔ[17].

Ως προς την καθ’ ύλην αρμοδιότητα , από τον συνδυασμό των διατάξεων 16 § 12 κι 4 §§ 1,2 προκύπτει ότι για κάθε διαφορά με αγωγικώς αιτούμενο ποσό έως 20.000 ευρω αρμόδιο καθίσταται το Ειρηνοδικείου κι για όλες τις υπόλοιπες (ανεξαρτήτως ύψους μετά το όριο των 20.000 0 το Μονομελές (αποκλειστική αρμοδιότητα) Πρωτοδικείο.

Εφαρμόζονται οι προβλέψεις της ειδικής διαδικασίας της διάταξης αρθ. 681Α ΚΠολΔ, ήτοι οι διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται στις εργατικές διαφορές. Κριτήριο για την ένταξη στην ειδική διαδικασία είναι το ερώτημα εάν η ζημία έχει ως γενικό αίτιο το αυτοκίνητο όχημα[18] κι την λειτουργία του ως τέτοιου[19]. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο ότι με την διαδικασία αυτή δικάζονται κι οι αγωγές αναγωγής (παρεμπίπτουσες αγωγές, ανακοίνωση Δίκης κι πρόσθετη ή κύρια παρέμβαση) καθώς κι οι πλαγιαστικές αγωγές, αλλά όχι η αγωγή του ασφαλισμένου εναντίον του ασφαλιστή με αίτημα την μεταρρύθμιση ή την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης ή την επιστροφή μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων λόγω πρόωρης λύσης της σύμβασης (αφού ελλείπει το στοιχείο της λειτουργίας αυτοκινήτου).

Η διαδικασία αρθ. 681Α εισάγει το  σύστημα της εν μέρει ελεύθερης απόδειξης. Λαμβάνονται υπ’ όψιν και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του Νόμου (π.χ. μη επικυρωμένα αντίγραφα ) [20], ένορκες βεβαιώσεις μετά από κλήτευση 24 ωρών κι όχι 2 πλήρων εργασίμων ημερών, φωτογραφίες με μη βέβαια ημερομηνία κι βεβαίως κάθε επίσημο αποδεικτικό μέσο (κυρίως δε τα συνταχθέντα από την Τροχαία έγγραφα), ενώ η διαδικασία κατ’ αρχήν πρέπει να περατούται σε μία δικάσιμο, με την δυνατότητα έκδοσης απόφασης προς προσκομιδή περαιτέρω αποδείξεων ή διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης να αποτελεί εξαίρεση[21].

Επιτρέπεται η ομολογία κι η κατ’ εξαίρεση εξέταση του διαδίκου ανωμοτί[22]

Η κατάθεση προτάσεων στο Ειρηνοδικείο δεν είναι υποχρεωτική, πρακτικώς ωστόσο πρέπει να αποφεύγεται η άσκηση αυτής της ευχέρειας. Σε κάθε περίπτωση προτάσεις κι αποδεικτικά μέσα κατατίθενται έως την περάτωση της πρώτης συζήτησης κι επί του ακροατηρίου (όχι σε πρότερο χρόνο συνεπώς).

Έχει κριθεί ότι δεν εφαρμόζεται η διαδικασία των μικροδιαφορών, ακόμη κι εάν το αντικείμενο της Δίκης δεν υπερβαίνει το εκάστοτε όριο της διαδικασίας αυτής[23].

Είναι δυνατή η έγερση ανταγωγής με τις κατατειθέμενες επ’ ακροατηρίω προτάσεις.

Η ομοδικία ασφαλιζόμενου κι ασφαλιστή είναι απλή.

Δεν επιτρέπεται η διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή πλειόνων εναγομένων, ενώ προφανώς επιτρέπεται η ενεργητική ομοδικία (πλείονες ενάγοντες με ξεχωριστό αίτημα ο καθένας, με το υψηλότερο εξ αυτών να κρίνει την καθ’ ύλην δωσιδικία) καθώς κι η παθητική ομοδικία (πλείονες εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον δυνάμει ΚΠολΔ 926).

Οι ανήλικοι εκπροσωπούνται από τους γονείς τους, οι οποίοι κατά Νόμο ασκούν την επιμέλεια τους από κοινού, άλλως από το γονέα ο οποίος έχει εκ του Νόμου ή με δικαστική απόφαση την γονική μέριμνα του ανηλίκου (περίπτωση διαζευχθέντων γονέων ή μονογονεικών οικογενειών). Το αίτημα της καταβολής πρέπει διατυπώνεται με αναφορά ότι λαμβάνει χώρα για λογαριασμό του ανηλίκου κι εις ολόκληρον, ήτοι όχι διαιρετά σε κάθε ένα εκ των δύο γονέων.

Το ζήτημα της ικανότητας προς δικονομική παράσταση κρίνεται κατά το δίκιο του τόπου εκδίκασης (lex fori).

Το αντικείμενο της Δίκης κρίνεται κατά τις διατάξεις αρθ. 11 ΚΠολΔ.

 

•       6. Ένδικα μέσα 

Κατά των οριστικών [24]αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική αυτή Διαδικασία επιτρέπονται όλα τα προβλεπόμενα τακτικά ένδικα μέσα κι βοηθήματα (ανακοπή ερημοδικίας, έφεση, αναίρεση κι αναψηλάφηση).

Οι προθεσμίες είναι οι συνήθεις των 30 ημερών για την έφεση κι 15 ημερών για την ανακοπή, αρχόμενων από της επιδόσεως της απόφασης , διαδραμόντων ταυτοχρόνως κατά την ορθότερη άποψη.

Εφόσον δεν επιδοθεί η οριστική απόφαση, η προθεσμία έφεσης είναι τριετής κι αρχίζει από την επομένη της έκδοσης της απόφασης, ενώ η προθεσμία της ανακοπής δεν αρχίζει εάν δεν επιδοθεί η απόφαση.

Αντέφεση επιτρέπεται διά των προτάσεων, οι οποίες κατατίθενται επί της έδρας κατά την εκδίκαση στο Εφετείο ενώ επιτρέπεται κι η προκατάθεση των προτάσεων δυνάμει ΚΠολΔ 242 § 2[25] .

Λόγοι έφεσης άπαντες οι συνήθεις, ενώ είναι δυνατή κι η κατάθεση προσθέτων λόγων.

Λόγοι Αναίρεσης ή Αναψηλάφησης όσοι ορίζονται από την διάταξη ΚΠολΔ 559[26] κι 554 .

 

Iωάννης Ν. Πουλόπουλος

Δικηγόρος στον ΑΠ κι ΣτΕ-ΜΔΕ

 

 

 

 

7. Εξαιρέσεις υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων

                

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του Π.Δ. 237/1986, εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης τα αυτοκίνητα του Δημοσίου, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας τα αυτοκίνητα ιδιοκτησίας ξένων κρατών, όπως και αυτά που ανήκουν σε διακυβερνητικούς οργανισμούς, ενώ δύναται να παρεκκλίνουν των διατάξεων περί υποχρεωτικής ασφάλισης ορισμένοι τύποι οχημάτων ή ορισμένα οχήματα με ειδική πινακίδα κυκλοφορίας, όπως ειδικότερα ορίζεται σε απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Επίσης σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος, με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης, μπορεί να εξαιρούνται από την υποχρεωτική ασφάλιση σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παραρτήματος ΙΙ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν. 4147/1961, τα αυτοκίνητα νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών κοινής ωφελείας, διότι παρέχουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, έναντι των προσώπων που ζημιώνονται. [27]

Τέλος οι Εκτελεστικοί Φορείς Συγκοινωνιακού Έργου (ΕΦΣΕ) που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 2669/1998 «Οργάνωση Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων» (ΕΟΕΛ Α.Ε., ΗΛΠΑΠ Α.Ε., ΗΣΑΠ Α.Ε), υπάγονται στην εξαίρεση του άρθρου 3 για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης μέχρι και την υπογραφή νέας, μετά από διαγωνιστική διαδικασία και πάντως όχι για διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης.

 

 

 

8. Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης

 

Το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης (Γ.Δ.Α.) είναι Ν.Π.Ι.Δ. με έδρα την Αθήνα, το οποίο εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Συνεστήθη με το Νόμο 489/76 που ρυθμίζει την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα και η λειτουργία του είναι πλήρως εναρμονισμένη προς τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης λειτουργεί από την 20/8/1987 και μέλη του είναι υποχρεωτικά και αυτοδικαίως όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν στην Ελλάδα τον Κλάδο Ασφάλισης Αστικής Ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων.

Τι ακριβώς προσφέρει το ΓΔΑ και ποιες οι λειτουργίες του σύμφωνα με το άρθρο 27 του Π.Δ. 237/1986 :

- Χορηγεί στις ασφαλιστικές εταιρίες που λειτουργούν στην Ελλάδα Πράσινες Κάρτες για τους ασφαλισμένους τους.

-Διακανονίζει ζημίες που προκαλούνται στην Ελλάδα από οχήματα άλλων κρατών μελών του Συστήματος Πρασίνων Καρτών. Ειδικότερα Το Ελληνικό Γραφείο αναλαμβάνει τον διακανονισμό κάθε ατυχήματος που προκλήθηκε στην Ελλάδα από όχημα το οποίο φέρει πινακίδες άλλου κράτους μέλους του Συστήματος Πρασίνων Καρτών και είναι εφοδιασμένο με Πράσινη Κάρτα ή Πιστοποιητικό Συνοριακής Ασφάλισης ή προέρχεται από χώρα κράτους –μέλους της Ε.Ε. και Ε.Ο.Χ

 

Εγγυάται για την αποζημίωση των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων από την κυκλοφορία ελληνικών οχημάτων σε άλλα κράτη μέλη του Συστήματος. Εάν το ατύχημα, έχει συμβεί σε χώρα της ΕΕ ο παθών μπορεί να διεκδικήσει την αποζημίωσή του απευθυνόμενος είτε στους αντιπροσώπους ζημιών των ασφαλιστικών εταιριών κρατών-μελών της Ε.Ε. είτε στο Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης (Οργανισμός Αποζημίωσης), στην περίπτωση που η αλλοδαπή εταιρία δεν έχει διορίσει αντιπρόσωπο στην Ελλάδα.

 

- Εκδίδει Πιστοποιητικά Συνοριακής Ασφάλισης.

- Προσυπογράφει με τα αντίστοιχα Γραφεία του εξωτερικού την Ενοποιημένη Συμφωνία και κάθε άλλη διεθνή συμφωνία που αφορά στο Σύστημα.

- Έχει ορισθεί ως ο «Οργανισμός Αποζημίωσης» που προβλέπει η 4η Οδηγία της Ε.Ε. ήδη άρθρο 24 της Κωδικοποιημένης Οδηγίας Αυτοκινήτου 2009/103/ΕΚ και το Π.Δ. 10/2003 (ΦΕΚ.Α.7) για την προστασία των επισκεπτών, θυμάτων τροχαίου ατυχήματος εκτός της χώρας διαμονής τους.

 

 

Έννοια Συστήματος Διεθνούς Ασφάλισης

 

Το Σύστημα Διεθνούς Ασφάλισης Αυτοκινήτων, γνωστό και ως Σύστημα Πρασίνων Καρτών τέθηκε σε εφαρμογή το 1949,προκειμένου να διευκολύνει τις μετακινήσεις και τις διεθνείς μεταφορές στην Ευρώπη και να βοηθήσει στην αποζημίωση των θυμάτων από τροχαία ατυχήματα.

Το Σύστημα αυτό βασίζεται στην υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης αυτοκινήτων και ο στόχος του είναι:

- Να διευκολύνει την μετακίνηση των οχημάτων εκτός των συνόρων τους με τη χρήση ενός διεθνώς αναγνωρισμένου πιστοποιητικού ασφαλιστικής κάλυψης - Πράσινη Κάρτα ή αλλιώς Πιστοποιητικό Διεθνούς Ασφάλισης.

- Να εγγυάται ότι τα θύματα από τροχαία ατυχήματα που προκαλούνται στην Ελλάδα από οχήματα προερχόμενα από τις χώρες που μετέχουν στο σύστημα Πρασίνων Καρτών δεν θα βρίσκονται σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την αποζημίωση τους λόγω του ότι το υπαίτιο όχημα προέρχεται από το εξωτερικό.

Σε κάθε χώρα μέλος του Συστήματος ιδρύθηκε ένας Οργανισμός με το όνομα Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης με σκοπό:

- Να είναι υπεύθυνο για την έκδοση των Πιστοποιητικών Διεθνούς Ασφάλισης / Πράσινες Κάρτες και να τις χορηγεί στις ασφαλιστικές εταιρίες οι οποίες είναι μέλη του Γραφείου αυτού.

- Να χειρίζεται και να διακανονίζει ζημίες οι οποίες προκαλούνται στη χώρα του από αλλοδαπά οχήματα τα οποία είναι ασφαλισμένα για αστική ευθύνη προς τρίτους ή θεωρούνται κατά τεκμήριο ασφαλισμένα, επειδή ανήκουν σε χώρα που έχει υπογράψει το τμήμα ΙΙΙ της Ενοποιημένης Συμφωνίας μεταξύ των Γραφείων.

Σήμερα στο Σύστημα αυτό συμμετέχουν 45 χώρες με τα αντίστοιχα Γραφεία Διεθνούς Ασφάλισης, τα οποία έχουν υπογράψει μεταξύ τους Διεθνείς Συμβάσεις που ρυθμίζουν την σωστή εφαρμογή και λειτουργία του Συστήματος. Η Ενοποιημένη Συμφωνία (Internal Regulations, Règlement Général) είναι η τελευταία σύμβαση που τέθηκε σε εφαρμογή την 1/7/2003, αντικαθιστώντας όλες τις παλαιότερες συμβάσεις, τη Σύμβαση Ενιαίου Τύπου (Uniform Agreement) και την Πολυμερή Σύμβαση Εγγυήσεως (Multilateral Guarantee Agreement). Το Σύστημα συντονίζει ένα ανώτατο μη κυβερνητικό όργανο αναγνωρισμένο από τον Ο.Η.Ε. και τις οδηγίες της Ε.Ε., το Συμβούλιο των Γραφείων (Council of Bureaux).

 

 

 

9. ΖΗΜΙΑ ΑΠΟ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΟ ΟΧΗΜΑ - ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 

Mε το νόμο 489/1976 συστάθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων» και συντετμημένα «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ» το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδος (Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης), εδρεύει στη Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν την ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκίνητων, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν στην Ελλάδα την ασφάλιση με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, οι αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί που καλύπτουν τον αυτό κίνδυνο, καθώς και τα Ν.Π.Δ.Δ. ή οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας εφόσον τα αυτοκίνητα τους εξαιρεθούν της υποχρεωτικής ασφάλισης.

 

 

ΣΚΟΠΟΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986 Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν αποζημίωση λόγω θανάτωσης σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα όταν:

α) Αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος. Στην περίπτωση αυτή όμως δεν υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης λόγω υλικών ζημιών, εκτός αν προκλήθηκαν συγχρόνως και σωματικές βλάβες που απαιτούν νοσοκομειακή περίθαλψη, εφόσον έχει επιληφθεί αστυνομική αρχή και η περίθαλψη αυτή διήρκησε τουλάχιστον για χρονικό διάστημα πέντε ημερών σε δημόσιο νοσοκομείο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο.

β) Το ατύχημα προήλθε από ανασφάλιστα αυτοκίνητα. Εξαιρούνται της υποχρέωσης τα πρόσωπα που επιβιβάσθηκαν με τη θέληση τους στο όχημα που προκάλεσε τη ζημιά, εφόσον το Επικουρικό Κεφάλαιο αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο.

γ) Ο ασφαλιστής πτώχευσε ή σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παραβάσεως νόμου.

δ) Το ατύχημα προήλθε από ορισμένους τύπων οχημάτων ή ορισμένα οχήματα με ειδική πινακίδα κυκλοφορίας και των οποίων η ευθύνη δεν έχει καλυφθεί σύμφωνα με το άρθρο 2 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο αποζημίωσε ζημία που προκλήθηκε από όχημα ειδικού τύπου ή ειδική πινακίδα κυκλοφορίας άλλου κράτους - μέλους, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του αντίστοιχου Επικουρικού Κεφαλαίου του τόπου συνήθους στάθμευσης του οχήματος.

 

Εξαιρέσεις κάλυψης - Ν. 4092/2012

Σύμφωνα με το την παράγραφο 2 του άρθρου 19, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4092/2012 , η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο.

 

 Επίσης στις περιπτώσεις του εδαφίου γ` της παραγράφου 1, ήτοι όταν ο ασφαλιστής πτώχευσε ή σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παραβάσεως νόμου

 το συνολικό ποσόν για την αποζημίωση καταβάλλεται σύμφωνα με τα ακόλουθα:

 

 α) για αποζημίωση ύψους έως 4.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 90% αυτής,

 

 β) για αποζημίωση ύψους από 4.001 έως 10.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 87,5% αυτής, με κατώτατο όριο 3.600 ευρώ,

 

 γ) για αποζημίωση ύψους από 10.001 έως 30.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 85% αυτής, με κατώτατο όριο 8.750 ευρώ,

 

 δ) για αποζημίωση ύψους από 30.001 έως 60.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 80% αυτής, με κατώτατο όριο 25.000 ευρώ,

 

 ε) για αποζημίωση ύψους από 60.001 έως 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο προς το 70% αυτής, με κατώτατο όριο 48.000 ευρώ,

 

 στ) για αποζημιώσεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ καταβάλλεται συνολικό ποσόν ίσο με το 70% αυτής, με ανώτατο όριο τις 100.000 ευρώ.

 

 Το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης και πέραν των 100.000 ευρώ σε πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία, η φύση και ο βαθμός της οποίας, καθώς και το ύψος αποζημίωσης, θα οριστούν με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ). Η ανωτέρω γνώμη διατυπώνεται εντός 30 ημερών από την περιέλευση στο ΚΕΠΑ του σχετικού αιτήματος του Υπουργού Οικονομικών. Σε περίπτωση άπρακτης της προθεσμίας των 30 ημερών, η κοινή υπουργική απόφαση εκδίδεται χωρίς τη γνώμη αυτή.

 

Σημειώνεται ότι η παραπάνω απόφαση δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα παρά τις επίμονες προσπάθειες της Διοίκησης του Επικουρικού Κεφαλαίου.

 

 Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση.

 

Τέλος με το ν. 4092/2012 εισήχθη διαδικασία προδικασίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και ειδικότερα αυτή είναι παραδεκτή , μόνο εάν ο ενάγων έχει υποβάλει προ της άσκησης της στο Επικουρικό Κεφάλαιο έγγραφη αίτηση αποζημίωσης, με συνημμένα τα

έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση του. Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα την αίτηση εντός τριών μηνών από την υποβολή της. Μετά τη λήψη της απάντησης του Επικουρικού Κεφαλαίου ή την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, ο παθών δύναται να ασκήσει αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου.

 

 

 

 

10. ΕΝΑΡΞΗ ΚΑΙ ΛΗΞΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ

 

Με τις περιλαμβανόμενες στον πρόσφατο Ν.4261/2014 διατάξεις επιφέρονται σημαντικές τροποποιήσεις σε κρίσιμα θέματα όπως είναι η έναρξη , η διάρκεια ισχύος, η λύση , η λήξη της ασφαλιστικής συμβάσεως , οι προϋποθέσεις για την ολοκλήρωσή τους και η προβολή τους από τον ασφαλιστή κατά του ζημιωθέντος τρίτου.

Η παρ. 2 του άρθ. 5 του Ν.489/1976 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 169 του Ν.4261/2014 δημιουργεί την ανάγκη να τονισθούν τα παρακάτω κρίσιμα στοιχεία της ασφαλιστικής συμβάσεως׃ 1. Σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως, 2. Ασφαλιστική κάλυψη         ( έναρξη και προϋποθέσεις ), 3. Ισχύς της ασφαλιστικής καλύψεως, 4. Απόδειξη της ασφαλιστικής καλύψεως και 5. Έλεγχος από τα αρμόδια για την κυκλοφορία των οχημάτων όργανα. Ειδικότερα πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα ׃ Το περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως κατά τα ουσιώδη στοιχεία του ορίζεται από την παρ. 2 του άρθ. 1 του ΑσφΝ [ Ν.2496/1997 ]. Το περιεχόμενο της ασφαλιστικής καλύψεως , δηλαδή η αστική ευθύνη για την περίπτωση προκλήσεως σε τρίτο πρόσωπο ζημίας κατά τη λειτουργία αυτοκινήτου κατά την έννοια του νόμου. Για την έναρξη της ασφαλιστικής καλύψεως απαιτείται η προηγούμενη καταβολή στον ασφαλιστή ολοκλήρου του οφειλόμενου ασφαλίστρου. Δεν αρκεί επομένως η σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως ούτε η παράδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στον ασφαλισμένο πριν από την καταβολή ολοκλήρου του ασφαλίστρου . Μάλιστα κατά ειδική πρόβλεψη στο νόμο απαγορεύεται η παράδοση του ασφαλιστηρίου πριν την καταβολή όλων των ασφαλίστρων.

 Σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφαλίσεως καταβάλει το ασφάλιστρο, αλλά δεν παραλάβει συγχρόνως και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, τότε η απόδειξη της ασφαλίσεως γίνεται έναντι των τρίτων [παθόντων, οργάνων ελέγχου της τροχαίας] με την επίδειξη της αποδείξεως καταβολής ασφαλίστρων. Κατά τη διατύπωση του νόμου ο ασφαλιστής πρέπει να αποστείλει στον ασφαλισμένο το ασφαλιστήριο μέσα σε 5 ημέρες από την είσπραξη τους χωρίς να επέρχεται καμία βλάβη στον ασφαλισμένο αν η αποστολή γίνει βραδύτερα.

   Ειδικότερα με τη νέα διάταξη ορίζεται ότι για την ουσιαστική έναρξη της ασφαλίσεως απαιτείται η προηγούμενη καταβολή στον ασφαλιστή ολοκλήρου του οφειλομένου ασφαλίστρου. Δηλαδή δεν επιτρέπεται η καταβολή ούτε ακόμη μόνο μέρους του ασφαλίστρου. Πριν από μία τέτοια καταβολή απαγορεύεται η παράδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στον ασφαλισμένο ή λήπτη της ασφαλίσεως. Δηλαδή η κατοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου πρέπει να συνοδεύεται από την αντίστοιχη απόδειξη καταβολής των ασφαλίστρων. Ωστόσο η κατοχή και μόνο από τον ασφαλισμένο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν σημαίνει και καταβολή από αυτόν των ασφαλίστρων. Πρέπει να συνοδεύεται και από την απόδειξη καταβολής των ασφαλίστρων , εκτός αν στο ίδιο το ασφαλιστήριο αναφέρεται ότι έχουν καταβληθεί τα ασφάλιστρα. Δεν προβλέπεται πλέον από το νέο δίκαιο δυνατότητα τμηματικής καταβολής των ασφαλίστρων όταν έχει αρχίσει η ασφαλιστική σύμβαση και έχει παραδοθεί το ασφαλιστήριο. Κατά κανόνα λοιπόν η κατοχή από τον ασφαλισμένο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σημαίνει ότι έχει προηγηθεί η καταβολή των ασφαλίστρων στον ασφαλιστή. Σε μία τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι υπέρ του κατόχου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου [ λήπτη της ασφαλίσεως / ασφαλισμένου ] παράγεται οιονεί μαχητό τεκμήριο ότι καταβλήθηκαν τα νόμιμα ασφάλιστρα. Σε μια τέτοια περίπτωση την κατάρριψη του τεκμηρίου φέρει ο ασφαλιστής, δηλαδή πρέπει να αποδείξει ότι παρόλο ότι το ασφαλιστήριο βρίσκεται στα χέρια του λήπτη της ασφαλίσεως/ ασφαλισμένου, εντούτοις δεν καταβλήθηκαν τα ανάλογα ασφάλιστρα τη στιγμή μάλιστα που ο λήπτης της ασφαλίσεως /ασφαλισμένος δεν έχει εις χείρας του απόδειξη καταβολής ασφαλίστρων.

      

       Το άρθ. 5 παρ. 2 περ. Γ του Ν.489/1976 ορίζει ότι η ασφαλιστική κάλυψη αποδεικνύεται έναντι των οργάνων που είναι αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων της παραγράφου 4 του παρόντος από την κατοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου . Ωστόσο το ίδιο πρέπει να ισχύει και έναντι τρίτου παθόντος σε ατύχημα, στο οποίο εμπλέκεται ένα τέτοιο αυτοκίνητο.

       Το ίδιο πρέπει να ισχύει και στην περ. Δ της παρ. 2 του άρθ.5 του νόμου. Δηλαδή η απόδειξη της ασφαλιστικής καλύψεως δια της προσκομίσεως της αποδείξεως καταβολής ασφαλίστρων ισχύει όχι μόνο έναντι των οργάνων ελέγχου , αλλά και έναντι του παθόντος τρίτου.

      Σημειώνεται ότι η έναρξη της ασφαλιστικής καλύψεως με την παράδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή της αποδείξεως καταβολής των ασφαλίστρων καθιστά πλέον περιττή την ανάγκη παραδόσεως από τον ασφαλιστή του γνωστού ειδικού σήματος και υποχρεωτικής επικολλήσεώς του σε εμφανές μέρος του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Έτσι εξηγείται και η κατάργηση της περιεχούσης σχετική πρόβλεψη για τα θέματα αυτά παραγράφου 2 του άρθ. 5 του Ν.489/1976.

       Η έναρξη και η διάρκεια της ασφαλίσεως ορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο [ π.χ. από την τάδε ώρα της τάδε ημέρας μέχρι την τάδε ώρα της τάδε ημέρας ]. Πρόκειται για τη λεγόμενη διάρκεια ισχύος της παρεχόμενης από τον ασφαλιστή ασφαλιστικής καλύψεως.

        Η ύπαρξη της ασφαλίσεως αποδεικνύεται από την κατοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο ο ασφαλιστής είναι υποχρεωμένος να παραδώσει στον ασφαλισμένο ή λήπτη της ασφαλίσεως είτε μετά την είσπραξη των ασφαλίστρων είτε εντός πέντε [5 ] ημερών από την είσπραξη αυτού.

          Ο λήπτης της ασφαλίσεως ή ο ασφαλισμένος που έχει καταβάλει τα ασφάλιστρα , αλλά δεν έχει παραλάβει ακόμη το ασφαλιστήριο και αναμένεται να γίνει αυτό εντός -5- ημερών από την καταβολή των ασφαλίστρων αποδεικνύει την ύπαρξη ασφαλίσεως έναντι των διενεργούντων έλεγχο οργάνων με την προσκόμιση αποδείξεως πληρωμής του απαιτούμενου ποσού ασφαλίσεως του οχήματος.

         Σημαντική είναι η προσθήκη της διατάξεως της παρ. 2α στο άρθρο 5 του νόμου. Πρόκειται για τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο ασφαλιστής μπορεί να προτείνει κατά του ζημιωθέντος τρίτου τη λήξη της ασφαλιστικής συμβάσεως λόγω παρόδου του χρόνου ισχύος της και της μη ανανεώσεώς της μέχρι τη λήξη της με την καταβολή των αναλόγων ασφαλίστρων. Η ρύθμιση έχει πρακτική αξία επί προκλήσεως ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο. Τη λήξη της συμβάσεως ο ασφαλιστής μπορεί να προτείνει έναντι ζημιωθέντος τρίτου μετά την παρέλευση δεκαέξι [16] ημερών που υπολογίζονται από την επόμενη της ημερομηνίας που ορίζεται με το ασφαλιστήριο ότι λήγει η ισχύς της χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή ενημέρωση του λήπτη της ασφαλίσεως ή/ και του ασφαλισμένου όπως είναι η ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών. Εδώ σημειώνεται ότι ο ζημιωθείς τρίτος μπορεί να πληροφορηθεί τη διάρκεια της συμβάσεως ασφαλίσεως από το Κέντρο Πληροφοριών, το οποίο πρέπει να έχει ενημερώσει ο ασφαλιστής κατά τη νέα παρ. 2γ′ του άρθ. 5 του Ν.489/1976 . Έτσι εξηγείται και το περιττό κάθε άλλης ενέργειας εκ μέρους του ασφαλιστή.

 Στο θέμα των όρων για την προβολή από τον ασφαλιστή κατά του ζημιωθέντος τρίτου της λήξεως της συμβάσεως ασφαλίσεως λόγω παρόδου του συμπεφωνημένου χρόνου και της μη ανανεώσεως αυτού παρατηρείται διαφορά μεταξύ του ισχύσαντος και του ισχύοντος δικαίου εισαχθέντος δια του Ν.4261/2014. Δηλαδή ενώ υπό το παλαιότερο δίκαιο απαιτείτο γνωστοποίηση από τον ασφαλιστή στο Κέντρο Πληροφοριών της λήξεως και έκτοτε παρέλευση 16 ημερών , στο νέο δίκαιο δεν απαιτείται γνωστοποίηση της λήξεως. Η διάρκεια της συμβάσεως ασφαλίσεως είναι γνωστή από την αρχή αφού την έχει γνωστοποιήσει στο Κέντρο ο ασφαλιστής. Επομένως γνωστοποίηση της λήξεως αποτελεί μία περιττή διατύπωση. Τα μέρη, ήτοι ο λήπτης της ασφαλίσεως /ασφαλισμένος και ο ασφαλιστής γνωρίζουν από την αρχή ότι η σύμβαση ασφαλίσεως ισχύει μόνο για τον συμφωνημένο χρόνο και συνεπώς δεν συντρέχει λόγος για τη γνωστοποίηση μετά τη λήξη της ότι αυτή έληξε. Βέβαια και εν προκειμένω απαιτείται η παρέλευση 16 ημερών για να μπορεί ο ασφαλιστής να αντιτάξει την λήξη κατά του ζημιωθέντος τρίτου. Όμως η προθεσμία αυτή υπολογίζεται όχι από τη γνωστοποίηση στο Κέντρο Πληροφοριών αφού τέτοια πλέον δεν απαιτείται , αλλά από την επόμενη ημέρα της συμφωνημένης λήξεως της ασφαλίσεως.

 Περαιτέρω πρέπει να επισημανθεί ότι ασφαλιστική       Είναι πρόδηλο ότι τα εκτεθέντα δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής στην περίπτωση που αμέσως μετά τη λήξη της συμβάσεως ασφαλίσεως ο κάτοχος – ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου συνάπτει νέα σύμβαση ασφαλίσεως είτε με τον ίδιο παλαιό ασφαλιστή είτε με άλλο ασφαλιστή καταβάλλοντας τα ανάλογα ασφάλιστρα. Εν προκειμένω ο δεύτερος αυτός ασφαλιστής είναι εκείνος που καλύπτει το ατύχημα. Μάλιστα δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της παρ. 3 του άρθ. 11 του Ν.489/1976 που μετά το Ν.4261/2014 αναριθμήθηκε σε παρ. 2. Τούτο γιατί για την εφαρμογή της προϋποτίθεται η ύπαρξη δύο ενεργών διαδοχικών ασφαλίσεων. Όμως στην ενταύθα εξεταζόμενη περίπτωση η πρώτη ασφάλιση έληξε και μετά τη λήξη της συνήφθη νέα σύμβαση ασφαλίσεως.

 Αξιόλογη είναι η προσθήκη της διατάξεως 2γ′ στο άρθρο 5 του νόμου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε πραγματικό χρόνο, δηλαδή κατά τη στιγμή που λαμβάνει χώρα η σχετική πράξη κατάρτισης της ασφαλιστικής συμβάσεως ή της τυχόν ανανέωσής της , το Κέντρο Πληροφοριών για την έναρξη και τη διάρκεια ισχύος κάθε νέας ασφαλιστικής συμβάσεως και κάθε ανανέωση αυτής. Σημειώνεται ότι στην υποχρέωση ενημερώσεως δεν περιλαμβάνεται και η καταβολή των ασφαλίστρων. Πάντως στο νόμο δεν προβλέπεται κύρωση σε βάρος του ασφαλιστή για την περίπτωση μη ενημερώσεως.

 

 

 

11. ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

 

 Αξιοσημείωτες είναι η κατάργηση της παρ. 2 του άρθ. 11 του νόμου και η εξ ολοκλήρου αντικατάσταση του άρθ. 11α του νόμου. Σύμφωνα με τη δεύτερη διάταξη η λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως γίνεται με τους ακόλουθους τρόπους :

Α] Σύμφωνα με την παρ. 1 του νέου άρθρου 11α τα μέρη που συμβάλλονται στην ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν την ασφαλιστική σύμβαση, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία. Προφανώς στη συμφωνία τους αυτή τα μέρη ορίζουν και το χρόνο στο οποίο θα επέλθει η συμφωνούμενη λήξη της ασφαλίσεως. Συνήθως με την ολοκλήρωση της έγγραφης συμφωνίας επέρχεται μεταξύ των μερών η λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως. Στην άνω διάταξη δεν διαγράφονται άλλες πρόσθετες προϋποθέσεις ή διατυπώσεις όπως είναι η γνωστοποίηση της έγγραφης συμφωνίας στο Κέντρο Πληροφοριών ως όρος της μεταξύ των μερών λύσεως της συμβάσεως.

   Ωστόσο χάριν της προστασίας του ζημιωθέντος τρίτου ο ασφαλιστής δύναται να αντιτάξει τη λήξη της συμβάσεως ασφαλίσεως επελθούσα κατά τον παραπάνω τρόπο μόνο μετά την πάροδο 16 ημερών από την ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου από τον ασφαλιστή. Δηλαδή αν συμβεί ατύχημα μέσα στις 16 ημέρες από τη γνωστοποίηση, αυτό καλύπτεται ασφαλιστικά.

Αν συμβεί ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο μετά την πάροδο 16 ημερών από την γνωστοποίηση του Κέντρου Πληροφοριών εκ μέρους του ασφαλιστή, τότε πρόκειται για ατύχημα που γίνεται από ανασφάλιστο αυτοκίνητο. Στην αποκατάσταση της ζημίας υποχρεούται το Επικουρ. Κεφ. κατά το άρθ. 19 παρ. 1 περ. β΄ του Ν.489/1976.

 

Β] Ο λήπτης της ασφαλίσεως ή/και ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση οποτεδήποτε κατά τον προβλεπόμενο στη διάταξη της παρ.2 τρόπο. Η καταγγελία αυτή, σε αντίθεση με την προερχόμενη από τον ασφαλιστή καταγγελία, γίνεται χωρίς επίκληση κάποιου λόγου. Στην περίπτωση αυτή τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση [ άρθ. 11 α΄ παρ. 1 εδάφιο β′ ].

    Σημειώνεται ότι παρά τη λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως από την περιέλευση στον ασφαλιστή της περιεχούσης την καταγγελία δηλώσεως του ασφαλισμένου/λήπτη της ασφαλίσεως ο ασφαλιστής για να έχει τη νομική δυνατότητα να αντιτάξει τη λήξη της ασφαλίσεως κατά του ζημιωθέντος τρίτου θα πρέπει το ατύχημα να συμβεί μετά την παρέλευση 16 ημερών από τη γνωστοποίηση της λήξεως της συμβάσεως από τον ασφαλιστή στο Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Ωστόσο η ασφαλιστική αυτή κάλυψη για το διάστημα αυτό των 16 ημερών εξυπηρετεί τα συμφέροντα του τρίτου και μόνο. Μεταξύ των μερών η σύμβαση ασφαλίσεως έχει λυθεί. Αυτό σημαίνει ότι αν συμβεί ατύχημα σε τρίτο στο παραπάνω διάστημα και ο ασφαλιστής ικανοποιήσει τον τρίτο , δύναται στη συνέχεια να αναζητήσει το καταβληθέν ποσό από τον πρώην λήπτη της ασφαλίσεως / ασφαλισμένο του γιατί τον κάλυψε χωρίς να υποχρεούται προς τούτο αφού η σύμβαση ασφαλίσεως έχει ήδη λυθεί. Βάση της αξιώσεως πρέπει να είναι η ΑΚ 904.

        Άλλη σημαντική διαφορά σε σχέση με το καταργούμενο δίκαιο αφορά τον τρόπο γνωστοποιήσεως της καταγγελίας στον ασφαλιστή. Υπό το προηγούμενο δίκαιο η καταγγελία έπρεπε να γίνει με γραπτή δήλωση επιδιδόμενη επί αποδείξει στον ασφαλιστή ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτόν διαμεσολαβητή. Υπό το νέο δίκαιο η επιστολή μπορεί να γίνεται με μορφή τηλεομοιοτυπίας [FAX] ή ηλεκτρονικά, στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της.

 

Γ] Οι προϋποθέσεις και ο τρόπος καταγγελίας της ασφαλιστικής συμβάσεως από την ασφαλιστική επιχείρηση προβλέπονται στις παρ. 3 και 4 του άρθ. 11α του Ν.489/1976 όπως διαμορφώθηκε μετά τον πρόσφατο Ν.4261/2014. Στην περίπτωση αυτή η λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως επέρχεται αν ο λήπτης της συμβάσεως ασφαλίσεως ή/και ο ασφαλισμένος δεν συμμορφωθεί με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο της συμβάσεως μέσα σε προθεσμία [30] ημερών από την επίδοση της καταγγελίας.

 Η παράβαση ουσιώδους όρου της συμβάσεως αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία κάθε φορά πρέπει να εξειδικεύεται και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδεικνύεται από τον ασφαλιστή. Η μη συμμόρφωση του λήπτη της ασφαλίσεως ή του ασφαλισμένου με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο μέσα σε 30 ημέρες από την επίδοση της καταγγελίας επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως. Για τον λήπτη της ασφαλίσεως / ασφαλισμένο ωστόσο φαίνεται πρακτικώς ασύμφορη η αμφισβήτηση της σπουδαιότητας του λόγου της καταγγελίας. Αν ο ασφαλιστής δεν πείθεται προκειμένου να ανακαλέσει την καταγγελία, ο πλέον πρόσφορος δρόμος για τον λήπτη της ασφαλίσεως , ο οποίος επιθυμεί να έχει ασφαλιστική κάλυψη ,είναι η σύναψη νέας ασφαλιστικής συμβάσεως, μη αποκλειομένου στον λήπτη της ασφαλίσεως του δικαιώματος να επιδιώξει από τον ασφαλιστή αποζημίωση για την άκαιρη καταγγελία .

       Επισημαίνεται η διαφορά μεταξύ του προγενεστέρου και του νέου δικαίου ως προς τα πρόσωπα στα οποία ο ασφαλιστής πρέπει να απευθύνει την καταγγελία της συμβάσεως ασφαλίσεως. Ειδικότερα κατά το προηγούμενο δίκαιο η δήλωση της καταγγελίας έπρεπε να επιδοθεί [σωρευτικά] στον λήπτη της ασφαλίσεως και στον ασφαλισμένο. Αντιθέτως κατά το νέο δίκαιο η δήλωση της καταγγελίας απευθύνεται [διαζευκτικά] στο λήπτη της ασφαλίσεως/ή και τον ασφαλισμένο.

       Διαφορά μεταξύ του προγενεστέρου δικαίου και του εισαχθέντος νέου δικαίου υπάρχει και στο ζήτημα του τρόπου αποστολής της περιεχούσης την καταγγελία επιστολής. Ειδικότερα η δήλωση της καταγγελίας έπρεπε να αποσταλεί με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο , ενώ ως κατοικία ή διαμονή θεωρείται και η τελευταία διεύθυνση που ο λήπτης της ασφάλισης και ο ασφαλισμένος δήλωσαν εγγράφως στον ασφαλιστή. Παρόμοια είναι και η διατύπωση της παρ. 4 του άρθ. 11α όπως διαμορφώθηκε με το Ν.4261/2014. Η νέα διάταξη περιέχεται στο τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άνω άρθρου. Ορίζεται από τη διάταξη αυτή ότι   τα αποτελέσματα της επιστολής επέρχονται ανεξάρτητα από την άρνηση του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου να παραλάβουν αυτή ή τη μη ανεύρεσή τους στις διευθύνσεις κατοικίας ή διαμονής ή τη μη προσέλευσή τους στο ταχυδρομείο για την παραλαβή της .

 Με το Ν.4261/2014 χάριν απλοποιήσεως της επικοινωνίας του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφαλίσεως /ασφαλισμένου αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθ. 6α του Π.Δ.237/1986 αναριθμηθείσα σε 1. Η νέα διάταξη ορίζει τα ακόλουθα: ″ Όπου προβλέπεται έγγραφη επικοινωνία του ασφαλιστή με τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο ή τον δικαιούχο αποζημίωσης , η επικοινωνία αυτή μπορεί να γίνεται είτε με επιστολή είτε με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή τηλεομοιοτυπία ή με αποστολή μηνύματος σε συσκευή κινητής τηλεφωνίας , σε στοιχεία επικοινωνίας που οι τελευταίοι έχουν δηλώσει εγγράφως ή με νόμιμα ηχογραφημένη συνομιλία ότι επιθυμούν μέσω αυτών να συναλλάσσονται με τον ασφαλιστή ″. Ειδικά όμως στο θέμα της καταγγελίας της συμβάσεως ασφαλίσεως από τον ασφαλιστή στον λήπτη της ασφαλίσεως/ασφαλισμένο η παρ. 3 του άρθ. 11α όπως διαμορφώθηκε με το Ν.4261/2014 ορίζει ότι αυτή πρέπει να γίνει με επιστολή , που αποστέλλεται στην αναγραφόμενη στο ασφαλιστήριο διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του λήπτη της ασφαλίσεως /ασφαλισμένου. Η ρύθμιση αυτή εξηγείται από την ιδιαίτερη σημασία που έχει για το λήπτη της ασφαλίσεως / ασφαλισμένο , η οποία για λόγους ασφάλειας και βεβαιότητας δικαίου επιβάλλει την αποστολή γραπτής επιστολής μη αρκούντος άλλου τρόπου από τους αναφερόμενους στην παρ. 2 του άρθ. 6α του Π.Δ.237/1986

   

       Ειδική επισήμανση πρέπει να γίνει σχετικώς με την παρ. 5 του άνω άρθρου. Από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι αυτή αναφέρεται σε κάθε περίπτωση λύσεως με καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως , επομένως και σε καταγγελία που προέρχεται από τον ασφαλιστή. Εν προκειμένω ο ασφαλιστής πρέπει να αναμείνει την παρέλευση 30 ημερών από την αποστολή στον λήπτη της ασφαλίσεως ή /και στον ασφαλισμένο της περιεχούσης την καταγγελία επιστολής και κατόπιν ο ασφαλιστής να ενημερώσει το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου. Στη συνέχεια ο ασφαλιστής δύναται να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου τη λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως μόνο μετά την πάροδο 16 ημερών από την ενημέρωση του προηγούμενου εδαφίου που πρέπει να γίνει μετά την παρέλευση των 30 ημερών. Αυτό σημαίνει ότι αν συμβεί ατύχημα από το συγκεκριμένο αυτοκίνητο μέσα στις 30+16 ημέρες από την επίδοση της καταγγελίας , αυτό καλύπτεται ασφαλιστικά από τον ασφαλιστή. Για τον μεταγενέστερο χρόνο ο ιδιοκτήτης ενός τέτοιου αυτοκινήτου για να καλυφθεί ασφαλιστικά πρέπει να αναζητήσει άλλο ασφαλιστή.

     Δηλαδή και υπό το νέο δίκαιο του Ν.4261/2014 προβλέπεται ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών με γνωστοποίηση σ’ αυτό από τον ασφαλιστή και στις τρείς προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις πρόωρης λήξεως της συμβάσεως ασφαλίσεως , δηλαδή με καταγγελία από τον λήπτη της ασφαλίσεως / ασφαλισμένο , με καταγγελία από τον ασφαλιστή και με λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως με έγγραφη συμφωνία των μερών. Στο θέμα επομένως αυτό δεν παρουσιάζεται διαφορά σε σχέση με το προηγούμενο δίκαιο .

 

 12. ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

Τέλος προβλέπεται και η δυνατότητα ανανεώσεως από τη νέα διατύπωση της παρ. 2β′ του άρθ. 5 του νόμου. Η ανανέωση αυτή ωστόσο δεν είναι αυτόματη και ισόχρονη. Για την ανανέωση χρειάζεται εμπρόθεσμη καταβολή του ασφαλίστρου της επόμενης ασφαλιστικής περιόδου που πρέπει να γίνει το αργότερο έως τη λήξη της ισχύουσας ασφαλιστικής σύμβασης. Αν η καταβολή του αναλογούντος ασφαλίστρου δεν γίνει μέχρι τη λήξη της ισχύουσας ασφαλιστικής συμβάσεως, τότε λήγει κανονικά η σύμβαση ασφαλίσεως και επομένως μη χωρούσης πλέον ανανεώσεως πρέπει να συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για να μη μείνει ανασφάλιστος ο πρώην ασφαλισμένος.

 

Ηλίας Δ. Πάτρας

Δικηγόρος  στον ΑΠ κι ΣτΕ- ΜΔΕ

 

13. Σύνοψη

Στην παρούσα προσπάθεια, με γνώμονες αφενός τον πρακτικό προσανατολισμό νέων συναδέλφων κι αφετέρου την μη απόκλιση από το επιστημονικό πεδίο ενός πολυσχιδούς πεδίου της δικηγορικής πρακτικής, απευθύναμε προς εσάς, τους νέους κι Ασκουμένους Δικηγόρους , ό,τι θεωρήσαμε ότι μπορεί σε πρώτη φάση να λύσει βασικές ή κι λιγότερο βασικές απορίες κι ερωτήματα. Πάρα πολλά ζητήματα δεν εθίγησαν κι πάρα πολλά μένει να ανακαλυφθούν στην πορεία του εργασιακού κι επιστημονικού βίου όλων ημών.

Άπαντες οι λειτουργήσαντες την Δικηγορία, διαχρονικά, διαπίστωσαν κι καθημερινώς διαπιστώνουν ότι ένα δεδομένο είναι αναντίρρητο στην δικηγορική καθημερινότητα, όποια μορφή κι εάν έχει αυτή : η γνώση ποτέ δεν εξαντλείται. Με μεγάλη μας χαρά , θα δεχθούμε τυχόν απορίες, συμπληρώσεις ή και αμφισβήτηση των με την παρούσα διαμειφθέντων , προκειμένου κι οι συντάκτες της παρούσας με την σειρά μας να καταστούμε μέρος της προσπάθειας για διεύρυνση της Γνώσης.

 

Αθήνα, 07η Μαρτίου 2015

Ηλίας Πάτρας – Γιάννης Πουλόπουλος

 


[1] εξαίρεση αποτελεί η ανώτερη Βία-αρθ. 5 ν. ΓΝ/1911.

[2] Βεβαίως εν συνεχεία πρέπει να αμυνθεί σε τυχόν (κι συνήθως προβαλλόμενη) άρνηση της ευθύνης/πταίσμα του ίσιου του ζημιωθέντος εκ του αντικειμενικώς υπαιτίου ώστε να ανταποδείξει την ευθύνη.

[3] προσοχή στις διατάξεις αρθ. 4 ΓΝ/1911(περιορισμός ευθύνης ιδιοκτήτη οχήματος) , αρθ. 7 (διετής παραγραφή) αρθ. 12(μη κάλυψη επιβαινόντων στο ζημιώσαν όχημα)

[4] στην πράξη συμφωνείται σχεδόν πάντα. Προσοχή , δεν πρόκειται για την λεγόμενη μικτή ασφάλιση, η οποία θα θιγεί παρακάτω.

[5] για την εκ προθέσεως προκληθείσα ζημία ευθύνεται πλέον μετά τις τελευταίες τροποποιήσεις μόνον ο ιδιοκτήτης κι ο οδηγός του οχήματος

[6] Συνεπώς μόνος υπεύθυνος προς αποζημίωση είναι ο ιδιοκτήτης κι ο οδηγός του ποδηλάτου.

[7] εφόσον βεβαίως προβλεπεται να εξέλθει της βιομηχανικής εγκατάστασης και να διανύσει δρόμο εντός ανοιχτής οδού, τότε πρέπει να ασφαλιστεί . Ένα ασφαλές κριτήριο σε αυτή την περίπτωση είναι ο έλεγχος της ταξινόμησης του οχήματος με την απόδοση αριθμού κυκλοφορίας από την οικεία Διεύθυνση Συγκοινωνιών.

[8] αλλά όχι η υφαίρεση ή η κλοπή χρήσεως.

[9] εν συνεχεία προκύπτει δικαίωμα του ασφαλιστή προς αναγωγή εναντίον του υπαιτίου , ως θα αναλυθεί κατωτέρω.

[10] η εκ προθέσεως πρόκληση ατυχήματος θα θιχθεί κατωτέρω.

[11] μεταγενέστερη κτήση δεν θεραπεύει το έλλειμμα

[12] ο οποίος εν συνεχεία ασκεί το δικαίωμα του αναγωγικά εναντίον του αυτουργού της κλοπής

[13] βλ. Κρητικό – Αποζημίωση , Αθήνα 1998.1647.

[14] όχι όσων έχουν ήδη καλυφθεί από τον ασφαλιστικό φορέα του παθόντος

[15] νομολογιακά έχει κριθεί, με σοβαρά επιχειρήματα κι εναντίον της κρίσης αυτής, ότι επιδικάζεται το κόστος της αμοιβής προς πραγματογνώμονες κι ειδικούς συμβούλους, όχι όμως το κόστος μετάκλισης κι μετάβασης μαρτύρων.

[16] βεβαίως απαιτείται στο αγωγικό δικόγραφο η πλήρης περιγραφή του συναισθηματικού κι ψυχικού άλγους του παθόντος, ακόμη κι αν τούτο αποτελεί Πασίδηλο γεγονός

[17] ενδιαφέρον παρουσιάζει η επίκληση της διάταξης ΚΠολΔ 35 περί δωσιδικίας τόπου διάπραξης του αδικήματος, εφόσον η αγωγή επικαλείται ως νομική βάση της διάταξη ΑΚ 914 κι μόνον εφόσον έχει επέλθει κι σωματική βλάβη, αφού η εξ αμελείας φθορά ξένης ιδιοκτησίας δεν αποτελεί αξιόποινη πράξη .

[18] συνεπώς υπάγεται κι η ζημία που προκαλεί εκσκαφέας στο δίκτυο της ΔΕΗ ή ζημία που προκαλείται από ρυμουλκούμενο το οποίο τυχαία αποσυνδέθηκε από το ρυμουλκό

[19] συνεπώς η ζημία που προκαλείται από πρέσσα μπετόν λόγω της διάχυσης μπετόν σε παρακείμενη οικία , δεν υπάγεται στην διαδικασία αυτή, αφού το μηχάνημα έκχυσης δεν συνδέεται με την λειτουργία της κίνησης του οχήματος. Αντιθέτως η πτώση αντικειμένου από φορτηγό που βρίσκεται εν κινήσει , αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας 681Α, αφού η μεταφορά αντικειμένων είναι σύμφυτη προς την λειτουργία κι κίνηση του φορτηγού.

[20] όχι όμως και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, όπως οι υπεύθυνες δηλώσεις ν. 1599/86

[21] όχι σπάνια εξαίρεση πάντως

[22] πρόκειται σχεδόν για κανόνα στην πράξη

[23] την στιγμή σύνταξης της παρούσης το ποσό των 5.000 €

[24] κι όχι των εν μέρει οριστικών

[25] μόνο ως προς τα πληττόμενα με την έφεση κεφάλαια της πρωτοδίκου

[26] προσοχή στην πρόβλεψη ειδικών κι ολιγότερων λόγων αναίρεσης για τις αποφάσεις Ειρηνοδικείων δυνάμει ΚΠολΔ 560.

[27] Kατ’ άρθ. 1 § 2 περ. η΄ ν. 1406/83, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει αρ. 48 ν. 3900/2010, η αρμοδιότητα για τις διαφορές που αφορούν αποζημίωση ένεκα ζημιών που έχουν προκληθεί από οχήματα του Δημοσίου , μεταβιβάστηκε στα πολιτικά Δικαστήρια.

 

 

ΣυνημμένοΜέγεθος
ΕΑΝΔΑ(ΓΙΑΝΝΗΣ ).doc182 KB

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
16:14
21/06/19
Συνημμένες στην παρούσα θα βρείτε απαντήσεις στα πρακτικά του σεμιναρίου της 19.06.2019. 
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
17:27
20/06/19
Ενόψει της ισχύος, από την 1 Ιουλίου 2019, των νέων Κωδίκων (Ποινικού Κώδικα και Κώδικα Ποινικής...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
13:46
19/06/19
Μεταξύ εκλογών και καλοκαιρινών διακοπών, είναι η ώρα για θέατρο! Η θεατρική ομάδα του ΔΣΑ...
Ανακοινώσεις Δικαστηρίων
12:24
19/06/19
Ανακοίνωση του Εφετείου Αθηνών σχετικά με τη διεξαγωγή του Πανελληνίου Διαγωνισμού Δικηγόρων...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
19:27
14/06/19
Συνημμένες θα βρείτε τις σημειώσεις από το σεμινάριο Εμπορικού Δικαίου-Εταιρειών της 14.06.2019....
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
17:46
14/06/19
Με τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Γεώργιο Σάρλη, συναντήθηκε σήμερα το Προεδρείο...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
20:51
13/06/19
Στην παρούσα θα βρείτε συνημμένες τις σημειώσεις Εμπορικού Δικαίου από το σεμινάριο της...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
17:14
13/06/19
Την Παρασκευή, 28/6/2019 και ώρα 18:00 – 20:00 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δ.Σ.Α. «Μιχάλης Επ....
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
17:13
13/06/19
Στην παρούσα θα βρείτε συνημμένες τις σημειώσεις Ποινικού Δικαίου - Ποινικής Δικονομίας από το...