Οι Δικαστές Ενώπιον των Αποδοχών τους

Οι Δικαστές Ενώπιον των Αποδοχών τους
(Σχόλιο με Αφορμή την υπ' Αρίθμ. 13/2006 Απόφαση του Μισθοδικείου)*

του Αλεξάνδρου Απ. Μαντζούτσου

Το Ειδικό Δικαστήριο (μισθοδικείο) των άρθρων 88 παρ. 2 και 99 του Συντάγματος συγκροτείται από τρεις ανωτάτους δικαστικούς λειτουργούς, τρεις δικηγόρους του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων και τρεις καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της χώρας, που ορίζονται με κλήρωση.

Σύμφωνα με την πρόσφατη - υπ' αρίθμ 13/2006 - απόφαση του δικαστηρίου αυτού (περιληπτικά) η οποία ελήφθη με πλειοψηφία έξι (εκ των οποίων, τριών ανωτάτων δικαστικών λειτουργών και τριών δικηγόρων) έναντι τριών (εκ των οποίων, απάντων Καθηγητών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών), «...για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, το Σύνταγμα αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης (και δι' αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες), με την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας αυτής θεωρεί ο συνταγματικός νομοθέτης και την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία καθιερώνει ευθέως , επιτάσσοντας τη χορήγηση σε αυτούς αποδοχών ανάλογων προς το λειτούργημά τους, ήτοι προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, και, συνεπώς, λόγω της ισοτιμίας της λειτουργίας αυτής προς τις λοιπές δύο, αποδοχών όχι κατώτερων από τις αποδοχές των αντίστοιχων οργάνων των άλλων λειτουργιών», «...η χορήγηση σε άλλους λειτουργούς που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις άλλες δύο κατηγορίες, αποδοχών που είναι μεγαλύτερες από τις χορηγούμενες στα όργανα της δικαστικής εξουσίας (δικαστές) ... πλήττει καίρια την δικαστική ανεξαρτησία», «...δεν υφίσταται αλλά και δεν απαιτείται να αναζητηθεί οποιαδήποτε αντιστοιχία των προϋποθέσεων και των συνθηκών άσκησης του λειτουργήματος των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και των λοιπών δικαστικών λειτουργών με αυτό του προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ.», «...η παροχή περαιτέρω ειδικών κινήτρων από την Πολιτεία για την στελέχωση των υπηρεσιών της εκτελεστικής λειτουργίας, με τα κατάλληλα πρόσωπα ειδικών προσόντων και κύρους δεν μπορεί να οδηγεί ευθέως στην παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από την παγία νομολογία των δικαστηρίων», «...το Δικαστήριο κρίνει ότι, μετά την επίλυση του ανωτέρω νομικού ζητήματος που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του, παρέλκει η εξέταση των λοιπών νομικών ζητημάτων που τίθενται με τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, η οποία ... πρέπει να παραπεμφθεί στο αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο ... είναι αρμόδιο να επιλύσει οριστικώς την υπό κρίση διαφορά...».

Η ως άνω κρίση του Ειδικού Δικαστηρίου είναι προδήλως εσφαλμένη, ιδίως για τους ακόλουθους λόγους:

Πρώτον, από καμία συνταγματική διάταξη δεν προκύπτει ότι οι τρεις εξουσίες - λειτουργίες είναι ισοδύναμες και ισότιμες. Το άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρώνει ευθέως την διάκριση των τριών εξουσιών - λειτουργιών, όχι απαραίτητα και την ισοτιμία αυτών. Σύμφωνα, εξάλλου, με την θεωρία του Μοντεσκιέ, ο οποίος θεωρείται «ο πατέρας της αρχής της διάκρισης των εξουσιών» στον μεταμεσαιωνικό κόσμο (πρβλ. την αντίστοιχη διάκριση των λειτουργιών από τον αρχαίο Αριστοτέλη), οι δικαστές δεν είναι τίποτε περισσότερο από το στόμα του νόμου (“la bouche de la Loi”) ενώ, τελικά, δεν απομένουν παρά δύο πραγματικές εξουσίες (“il n' en reste que deux”), η νομοθετική και η εκτελεστική, αφού η δικαστική εξουσία αξιολογείται από τον Γάλλο φιλόσοφο ως «μηδαμινή». Μάλιστα, ακόμα και στο γαλλικό Σύνταγμα που ισχύει σήμερα, η δικαστική λειτουργία αναφέρεται απλά ως δικαστική αρχή (και όχι ως εξουσία). Περαιτέρω, η διασφάλιση της ελευθερίας και της δημοκρατίας με την «αναχαίτιση» της καθεμίας εξουσίας από τις άλλες δύο (“pour que le pouvoir arrκte le pouvoir” ή, όπως αποκαλείται σήμερα η «ισορροπία» των εξουσιών, “checks and balances”) δεν αποτελεί συνέπεια της υποτιθέμενης μεταξύ τους ισοτιμίας αλλά της ίδιας της διάκρισης των εξουσιών.

Δεύτερον, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι οι τρεις εξουσίες (πρέπει να) είναι ισοδύναμες και ισότιμες γιατί μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να επιτευχθεί η πραγματική διάκριση αυτών, από καμία συνταγματική διάκριση δεν προκύπτει ότι η υποτιθέμενη ισοδυναμία και η ισοτιμία των εξουσιών συνεπάγεται και ισότητα των αποδοχών των φορέων που τις ασκούν. Εν προκειμένω, χαρακτηριστική είναι η υπ' αρίθμ. 21/2002 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με την οποία: «...η καθιερούμενη με τη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος ισότητα ενώπιον του νόμου, που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να ρυθμίζει ομοιόμορφα τις σχέσεις των πολιτών που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες και να μη θεσπίζει αυθαίρετα ανισότητες, δεν παραβιάζεται, ούτε αλλοιώνεται με τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, κατά τρόπο που διαφοροποιείται μερικά του τρόπου υπολογισμού εκείνων των οργάνων της εκτελεστικής και της νομοθετικής λειτουργίας και τούτο διότι η εφαρμογή ειδικού συστήματος υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών των τελευταίων προσιδιάζει αποκλειστικά στις συνθήκες άσκησης του λειτουργήματός τους, στην εν γένει διαφορετική νομική και πραγματική τους κατάσταση (διαφορετικός τρόπος εκλογής και ανάδειξής τους) και στις ειδικές προϋποθέσεις συνταξιοδοτησής τους (χρόνος υπηρεσίας) που ρυθμίζονται κατά τρόπο διαφορετικό σε σχέση με κάθε άλλη κατηγορία λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου» (βλ. και ΕΣ 1316/2001, 1505/2001).

Τρίτον, η διάταξη του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία «οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους» αποτελεί το συνταγματικό θεμέλιο της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των δικαστικών λειτουργών σε σχέση με τις άλλες κατηγορίες δημοσίων λειτουργών, με δικαιολογητική βάση την ανάγκη διασφάλισης της προσωπικής τους ανεξαρτησίας, η οποία είναι conditio sine qua non και εγγύηση της αμερόληπτης και χρηστής απονομής της δικαιοσύνης. Όπως, όμως, πολύ σωστά επισημαίνει η μειοψηφία, αποτελούμενη από τους τρεις Καθηγητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών που συμμετείχαν στην σχετική σύνθεση του Δικαστηρίου, «η Πολιτεία ... δεν εμποδίζεται από το Σύνταγμα να καταβάλει αποδοχές, κατά περίπτωση υψηλότερες από εκείνες που καταβάλλει σε δικαστικούς λειτουργούς, σε άλλους κρατικούς λειτουργούς, αν οι τελευταίοι αυτοί τελούν σε καθεστώς διαφορετικό από εκείνο των δικαστικών λειτουργών, χωρίς να είναι υποχρεωμένη στην περίπτωση αυτή να καταβάλει τις υψηλότερες αυτές αποδοχές και στους δικαστικούς λειτουργούς. Αντίθετη εκδοχή εμποδίζει την εκτελεστική εξουσία να επιλέξει το προσωπικό εκείνο, αμείβοντάς το κατάλληλα, το οποίο εκτιμά ότι είναι σε θέση εφαρμόζοντας την κυβερνητική πολιτική, να φέρει σε πέρας σημαντικές αποστολές του Κράτους. (...) Εξάλλου, η αξίωση μισθολογικής εξομοίωσης με αμοιβές παρεχόμενες σε άλλους δημόσιους λειτουργούς δεν μπορεί να είναι ασφαλές μέτρο για την κατά το Σύνταγμα μισθολογική μεταχείριση του πράγματι υψηλού λειτουργήματος των δικαστών, αν δεν εξετάζεται ταυτόχρονα μήπως τέτοιες αμοιβές δίδονται intuitu personae ή είναι ενδεχομένως χαριστικές ή υπερβολικές και κατά συνέπεια ανεπίδεκτες επέκτασης. Ακόμη περισσότερο, μάλιστα, που η επέκτασή τους αυτή σε ολόκληρο το δικαστικό σώμα κατά τα ανωτέρω, κινδυνεύει λόγω του σωρευτικού αποτελέσματος να εξουθενώσει τα οικονομικά της χώρας, με συνέπεια, πέραν την κατ’ ουσίαν υποκατάσταση του παρόντος δικαστηρίου σε έργα νομοθέτη, και την πρακτική αδυναμία του Κράτους να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του». Και εν πάση περιπτώσει, με κανέναν τρόπο δεν πλήττεται (και μάλιστα «καίρια»!) η δικαστική ανεξαρτησία από μόνο το γεγονός της χορήγησης σε λειτουργούς της νομοθετικής ή της εκτελεστικής εξουσίας αποδοχών που είναι υψηλότερες από τις χορηγούμενες στους δικαστές.

Τέταρτον, το Ειδικό Δικαστήριο των άρθρων 88 παρ. 2 και 99 του Συντάγματος είναι αρμόδιο να εκδικάζει «διαφορές σχετικές με τις κάθε είδους αποδοχές και τις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών εφόσον η επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει την μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων» (Σ. άρθρο 88 παρ. 2) και όχι απλώς να επιλύει τα σχετικά νομικά ζητήματα παραπέμποντας την υπόθεση στα διοικητικά δικαστήρια προκειμένου να επιλύουν αυτά οριστικώς την υπό κρίση διαφορά, όπως συνέβη με την ως άνω απόφαση (αλλά και με άλλες πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου). Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 3038/2002, «το Ειδικό Δικαστήριο εάν κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο. Η παραπεμπτική απόφαση είναι δεσμευτική για το δικαστήριο στο οποίο γίνεται η παραπομπή». Κατά συνέπεια, παραπομπή χωρεί μόνο σε περιπτώσεις που το Ειδικό Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία. Εφόσον, αντίθετα, κρίνει ότι έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αντίστοιχη υπόθεση, πρέπει να καταλήγει στην έκδοση οριστικής απόφασης (όπως π.χ. είναι η υπ' αρίθμ. 1/2005 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου) και όχι παραπεμπτικής. Μήπως, όμως, η από το Ειδικό Δικαστήριο παραπομπή στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια δεν είναι, εν προκειμένω, παρά μία προσπάθεια να διασφαλιστεί η εκτέλεση των οριστικών (και εν συνεχεία, μετά από έφεση τελεσίδικων ή μετά από αναίρεση αμετάκλητων) αποφάσεων που θα προκύψουν μετά την παραπομπή, καθότι επικρατεί έντονη αμφισβήτηση κατά πόσο οι οριστικές απόφασεις του Ειδικού Δικαστηρίου έχουν εκτελεστότητα; Μήπως γι' αυτό το Ειδικό Δικαστήριο προτίμησε να μην καταλήξει σε οριστική απόφαση αλλά να παραπέμψει την υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο μάλιστα δεσμεύεται από την επίλυση του νομικού ζητήματος και δεν μπορεί να κάνει τίποτα περισσότερο επί της ουσίας πέρα από το να υπολογίσει απλώς τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά; Μήπως, τέλος, η ίδια η παραπομπή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο αντίκειται ευθέως στο Σύνταγμα, την στιγμή μάλιστα που, με την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση (2001), η υπαγωγή των σχετικών υποθέσεων σε Ειδικό Δικαστήριο είχε, μεταξύ άλλων, ως στόχο και να μην «επιφορτίζονται» οι πρωτοδίκες δικαστές με το «βάρος» της εκδίκασης αγωγών ανωτάτων δικαστικών λειτουργών;

Υπό αυτές τις συνθήκες, αναρωτιέται κανείς κατά πόσο «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», όπως ορίζει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και συγκεκριμένα κατά πόσο οι απλοί πολίτες απολαμβάνουν ενώπιον των δικαστηρίων την ίδια μεταχείριση που απολαμβάνουν οι δικαστές όταν οι τελευταίοι τυγχάνει να είναι διάδικοι. Αν επικρίνουμε τους πολιτικούς μας, τους υπουργούς και τους βουλευτές, όταν αποφασίζουν οι ίδιοι με νόμους που ψηφίζονται από την Βουλή την κατά βούληση αύξηση των αποδοχών τους, τι πρέπει να ειπωθεί για τους δικαστές όταν οι ίδιοι «ψηφίζουν» την αύξηση των αποδοχών τους με δικαστικές αποφάσεις; Και ναι μεν στο Κράτος Δικαίου οι δικαστές καλούνται να ελέγξουν την νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία, το ερώτημα όμως που τίθεται, εν προκειμένω, είναι ποιος θα ελέγξει τους δικαστές.

-------------------------------------
*Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό "Πολιτικά Θέματα", τ. 1548, 18-12-2006 & τ. 1549, 25-12-2006

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΔΣΑ
09:55
15/10/19
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
15:00
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
13:40
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
10:20
08/10/19
Η Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας του άρθρου 16 Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013) ανακοινώνει ότι...
Εκδηλώσεις
18:39
07/10/19
Το Ινστιτούτο Διεθνούς και Ελληνικού Αθλητικού Δικαίου (Ι.Δ.Ε.Α.Δ.)  σας προσκαλεί στην ετήσια...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
13:18
04/10/19
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών διοργανώνει Σπουδαστήριο για τον νέο Ποινικό Κώδικα, για ασκούμενους...
Εκδηλώσεις
12:51
02/10/19
  Η PALLADIAN CONFERENCES διοργανώνει για 6η συνεχή...
Προκηρύξεις
19:30
23/09/19
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
08:37
23/09/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
19:47
18/09/19