Οι Νομοθετικές Εξελίξεις στον Τρίτο Πυλώνα της Ε.Ε.

[b][size=14][center]Οι Νομοθετικές Εξελίξεις στον Τρίτο Πυλώνα της Ε.Ε.
και ο Ρόλος του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.[/center][/size]

[size=12][i]του Βασίλη Σωτηρόπουλου*[/i][/size][/b]

[b]1. Εισαγωγή[/b]

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, η νομοθετική παραγωγή της ΕΕ σχετικά με την προστασία προσωπικών δεδομένων αναπτύχθηκε κυρίως στο πεδίο του κοινοτικού δικαίου [1]. Η προτεραιότητα αυτή ήταν κεντρικής σημασίας για την εποχή, κατά την οποία κυριαρχούσε το όραμα της κοινής εσωτερικής αγοράς [2]. Συνθέτοντας ένα ανομοιογενές πεδίο προστασίας, οι εθνικοί νόμοι έγειραν εμπόδια στην υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, αλλά και των υπηρεσιών, των εμπορευμάτων και των κεφαλαίων [3].

Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, αλλά πολύ περισσότερο με τις Συνθήκες του Άμστερνταμ και της Νίκαιας, το πολιτικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την εναρμόνιση του δικαίου της εσωτερικής αγοράς (α΄ πυλώνας ΕΕ, ΣυνθΕΚ) [4] προς τα πεδία της κοινής εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας (β΄ πυλώνας ΕΕ) [5] και της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (γ΄ πυλώνας ΕΕ) [6]. Ενώ, λοιπόν, το πεδίο του πρώτου πυλώνα διαθέτει ένα επαρκές πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων, η περιοχή του τρίτου πυλώνα καλύπτεται αποσπασματικά από τα μεμονωμένα νομοθετήματα για τα συστήματα πληροφοριών που λειτουργούν στο πλαίσιο της διακρατικής συνεργασίας [7]. Πρόκειται κυρίως για τα καθεστώτα Schengen, Europol, Eurojust και Customs. Η διακρατική συνεργασία, όμως, δεν περιορίζεται στη λειτουργία αυτών των τεσσάρων συστημάτων και βάσεων δεδομένων, αλλά επεκτείνεται και στην αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στα κράτη μέλη, για τους σκοπούς της καταπολέμησης του εγκλήματος [8].

Η εφαρμογή των διατάξεων της ΣυνθΕΕ που αφορούν την αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα σε κράτη μέλη για σκοπούς αντεγκληματικής δράσης αποτελεί προγραμματικό στόχο του ενωσιακού νομοθέτη. Η Συνθήκη προβλέπει ότι η ανταλλαγή αυτή θα πρέπει να διενεργείται υπό τον όρο ότι ισχύουν κατάλληλες διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων [9]. Με την παρούσα μελέτη επιχειρείται η σύντομη παρουσίαση των νομοθετικών προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τόσο για την ανταλλαγή όσο και για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στο πεδίο της διακρατικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις. Παράλληλα, σταχυολογούνται οι κύριες παρατηρήσεις που διατύπωσε στις γνωμοδοτήσεις του για τις προτεινόμενες ρυθμίσεις ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, η ανεξάρτητη αρχή που ιδρύθηκε βάσει του άρθρου 286§2 ΣυνθΕΚ για τη διασφάλιση της τήρησης των κανόνων προστασίας δεδομένων από τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας.

[b]2. Το Πρόγραμμα της Χάγης[/b]

To Πρόγραμμα της Χάγης για την ενίσχυση της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην ΕΕ [10], αποτελεί ένα νέο [11] θεματολόγιο που θέτει στόχους σε κρίσιμους για τα θεμελιώδη δικαιώματα τομείς, διατρέχοντας και τους τρεις πυλώνες. Ήδη από τις πρώτες παραγράφους μνημονεύονται οι πολυεπίπεδες επιπτώσεις των γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη και της 11ης Μαρτίου 2004 στη Μαδρίτη. Στο Πρόγραμμα της Χάγης, τίθενται νέοι στόχοι για την αποτελεσματικότερη κοινή προσέγγιση σε διασυνοριακά προβλήματα, όπως η παράνομη μετανάστευση, η εμπορία ανθρώπων, η τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα. Η προσέγγιση γίνεται με βάση την ισχύουσα ΣυνθΕΕ, αλλά και με ρητές αναφορές σε διατάξεις της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης [12].

Ως κεντρική προτεραιότητα στο κεφάλαιο για την ενίσχυση της ασφάλειας, αναφέρεται η βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών, περιγράφοντας μια νέα αντίληψη για την προώθηση της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας. Πρόκειται για την εξαγγελία της [i]αρχής της διαθεσιμότητας των πληροφοριών[/i] (βλ. παρακάτω, υπό 2.1.).

Ανάμεσα στους στόχους του Προγράμματος βρίσκεται και η επιδίωξη της διαλειτουργικότητας των συστημάτων πληροφοριών της ΕΕ για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης και τη βελτίωση των συνοριακών ελέγχων, δηλαδή την διαλειτουργικότητα μεταξύ του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν (SIS II), του Συστήματος Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και του EURODAC. Στο σχετικό έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διαλειτουργικότητα, αναφέρεται ρητά ότι η τελευταία δεν αποτελεί μία νέα γενική αρχή του δικαίου, αλλά περισσότερο έναν τεχνικό στόχο [13]. Το έγγραφο αυτό σχολίασε από την σκοπιά της προστασίας προσωπικών δεδομένων και ο Ευρωπαίος Επόπτης [14].

Το Πρόγραμμα της Χάγης είναι μια πολιτική διακήρυξη που καλεί τα νομοπαρασκευαστικά και νομοθετικά όργανα της Ένωσης σε θέσπιση ρυθμίσεων υλοποίησης των εξαγγελιών.

[i]2.1. Η αρχή της διαθεσιμότητας των πληροφοριών[/i]

Θεμέλιο πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου της ανταλλαγής πληροφοριών για τους σκοπούς της αστυνομικής συνεργασίας ανάμεσα στα κράτη μέλη αποτελεί το άρθρο 30 παρ. 1 στ. β΄ ΣυνθΕΕ. Το περιεχόμενο της αρχής της διαθεσιμότητας των πληροφοριών εκτίθεται παραστατικά από το ίδιο το Πρόγραμμα της Χάγης: σύμφωνα με την αρχή αυτή, από την 1η Ιανουαρίου 2008, [i]ένας υπάλληλος κράτους μέλους αρμόδιος για την ποινική καταστολή, ο οποίος χρειάζεται πληροφορίες προκειμένου να εκτελέσει τα καθήκοντά του, μπορεί να τις λαμβάνει από ένα άλλο κράτος μέλος και η υπηρεσία ποινικής καταστολής του άλλου μέλους πρέπει να τις παρέχει.[/i] Με βάση την αρχή αυτή, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους θα έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες των αντίστοιχων αρχών καθενός από τα άλλα κράτη μέλη.

Η νέα αυτή αντίληψη για την ανταλλαγή πληροφοριών αποτελεί καινοτομία σε σχέση με την αρχιτεκτονική των σημερινών αρχείων του τρίτου πυλώνα, η δομή των οποίων απαρτίζεται από κεντρικές βάσεις δεδομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο που τροφοδοτούνται με πληροφορίες από τις εθνικές βάσεις. Με τα ισχύοντα συστήματα, η ανταλλαγή πληροφοριών γίνεται έμμεσα: τα κράτη βρίσκουν τις πληροφορίες μέσω των κεντρικών ευρωπαϊκών βάσεων δεδομένων. Με την αρχή της διαθεσιμότητας, αποκτούν άμεση πρόσβαση στις εθνικές βάσεις. Το νέο σύστημα οδηγεί σε αμεσότερο εντοπισμό της πληροφορίας και ευθεία πρόσβαση σε αυτήν [15]. Επομένως, ενέχει νέους κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα. Τους κινδύνους αυτούς καλείται να προβλέψει και να ελαχιστοποιήσει ο ευρωπαίος νομοθέτης με την εισαγωγή ενός ειδικού νομικού πλαισίου για την προστασία προσωπικών δεδομένων που αφορά συνολικά και ενιαία τον τρίτο πυλώνα της ΕΕ.

[i]2.2. Νέο πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων[/i]

Παράλληλα με την εξαγγελία της αρχής της διαθεσιμότητας των πληροφοριών, το Πρόγραμμα της Χάγης αναφέρει και τους αυστηρούς όρους εφαρμογής της. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί την Επιτροπή να διατυπώσει προτάσεις, με τις οποίες θα διασφαλιστεί ότι η αρχή της διαθεσιμότητας θα εφαρμόζεται εφόσον: α) η ανταλλαγή δεδομένων θα γίνεται μόνο για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, β) υπάρχουν εγγυήσεις για την εγκυρότητα των δεδομένων, γ) οι πηγές των πληροφοριών, η εμπιστευτικότητα και ασφάλεια των δεδομένων θα προστατεύονται σε όλες τις φάσεις της ανταλλαγής, δ) θα εφαρμόζονται κοινά νομικά και τεχνικά πρότυπα για την πρόσβαση στα δεδομένα, ε) θα κατοχυρώνεται η εποπτεία της προστασίας δεδομένων με κατάλληλους ελέγχους πριν και μετά την ανταλλαγή, στ) τα υποκείμενα των δεδομένων θα προστατεύονται από την παράνομη επεξεργασία των δεδομένων τους και θα έχουν δικαίωμα διόρθωσης ανακριβών δεδομένων.

Συνεπώς, η θέση σε εφαρμογή της αρχής της διαθεσιμότητας, αλλά και των υπόλοιπων εξαγγελιών για την αστυνομική και δικαστική συνεργασία (καταπολέμηση της τρομοκρατίας, διαχείριση κρίσεων εντός της ΕΕ, επιχειρησιακή συνεργασία, πρόληψη και καταστολή του οργανωμένου εγκλήματος, ευρωπαϊκή στρατηγική για τα ναρκωτικά) προϋποθέτει την θέσπιση ενός νέου πλαισίου για την προστασία προσωπικών δεδομένων, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των συγκεκριμένων επεξεργασιών δεδομένων [16]. Τις νέες γενικές αρχές εντόπισε στις γνωμοδοτήσεις του ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων.

[b]3. Η γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων[/b]

Οι αρμοδιότητες του Επόπτη κατατάσσονται σε τρεις δέσμες: εποπτεία, συμβουλευτική δράση, συνεργασία [17]. Το τμήμα της εποπτείας περιλαμβάνει τη διενέργεια προκαταρκτικού ελέγχου των επεξεργασιών δεδομένων που διενεργούνται από τα κοινοτικά όργανα, την εξέταση καταγγελιών και τις εκτελεστικές αρμοδιότητες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των οργάνων προς τους οικείους κανόνες. Η συμβουλευτική δράση περιλαμβάνει την έκδοση γνωμοδοτήσεων πριν από τη θέσπιση κάθε κανονιστικής ρύθμισης που αφορά ή έχει επιπτώσεις στο επίπεδο της προστασίας δεδομένων. Περιλαμβάνει επίσης την παροχή πληροφοριών και συμβουλών σχετικά με την προστασία προσωπικών δεδομένων. Η συνεργασία αφορά τη συμμετοχή του Επόπτη στις πλατφόρμες συνάντησης των Αρχών Προστασίας Δεδομένων (όπως η Ομάδα του άρθρου 29), αλλά και την σχέση επικοινωνίας ανάμεσα στον Επόπτη και τις Κοινές Εποπτικές Αρχές του τρίτου πυλώνα.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ίδια τη Συνθήκη, όσο και από τον Κανονισμό 45/2001, ο Επόπτης αποτελεί τυπικά ένα όργανο του πρώτου πυλώνα. Στην περιοχή του τρίτου πυλώνα η ανεξάρτητη εποπτεία ασκείται από τις διακρατικές "Κοινές Εποπτικές Αρχές", αποτελούμενες από εκπροσώπους κάθε κράτους μέλους, μία για κάθε βάση δεδομένων. Έτσι, στον τρίτο πυλώνα, εκτός από τη διασπορά των κανόνων προστασίας δεδομένων, σημειώνεται και πολυδιάσπαση της ανεξάρτητης εποπτείας με τα δυσλειτουργικά διακρατικά αυτά σώματα.

Με το policy paper [i]"The EDPS as an advisor to the Community Institutions on proposals for legislation and related documents"[/i] [18], ο Επόπτης διευκρινίζει ότι η γνωμοδοτική του αρμοδιότητα αφορά και τις νομοθετικές προτάσεις που εντάσσονται στον τρίτο πυλώνα. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε με συνδυαστική ερμηνεία: α) της αρμοδιότητας για παροχή συμβουλών στα όργανα της Κοινότητας αναφορικά με όλα τα θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων [19], πεδίο ευρύτερο, δηλαδή, από το κοινοτικό δίκαιο, β) της υποχρέωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όταν καταθέτει νομοθετική πρόταση σχετική με την προστασία προσωπικών δεδομένων να ζητά τη γνωμοδότηση του [20] και γ) της αρχής κατά την οποία [i]"η αποτελεσματικότητα της προστασίας των προσώπων από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσα στην Ένωση, προϋποθέτει τη συνεκτικότητα των κανόνων και των διαδικασιών που εφαρμόζονται ως προς το θέμα αυτό στις δραστηριότητες που υπάγονται σε διαφορετικά νομικά πλαίσια"[/i] [21]. Η συνοχή των διαδικασιών είναι ένα θεμελιώδες στοιχείο της ορθής προστασίας δεδομένων (good data protection) και για αυτό αποτελεί συνιστώσα της υποχρέωσης της Ένωσης -και όχι μόνο της Κοινότητας- για σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων (άρθρο 6 ΣυνθΕΕ) ανάμεσα στα οποία βρίσκεται και το δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων (άρθρο 8 Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ). Ο Επόπτης επικαλείται επίσης την πρόσκληση της Επιτροπής για συνεργασία ανάμεσα στα θεσμικά όργανα της Ένωσης [22], τα ασαφή στεγανά ανάμεσα στους τρεις πυλώνες [23], καθώς και την επικείμενη κατάργησή τους μετά της θέσπιση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος [24].

Η ακόλουθη παρουσίαση των προτάσεων για την προστασία και την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στο πεδίο του τρίτου πυλώνα θα γίνει σε συνδυασμό με τις σημαντικότερες από τις παρατηρήσεις που διατύπωσε ο Επόπτης στις γνωμοδοτήσεις του.

[b]4. Οι νομοθετικές προτάσεις και οι σημαντικότερες παρατηρήσεις του Επόπτη.[/b]

[i]4.1. Το Σχέδιο της Επιτροπής για μια Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου ΕΕ για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις [25]. [/i]

Φιλοδοξία της Επιτροπής είναι το νομοθέτημα αυτό να αποτελέσει το θεμελιώδες κείμενο προστασίας δεδομένων του τρίτου πυλώνα, αντίστοιχης σημασίας με την Οδηγία 95/46 για τον πρώτο πυλώνα. Ωστόσο, από το πεδίο εφαρμογής της εξαιρούνται ρητά οι επεξεργασίες δεδομένων που διεξάγονται από την Εuropol, την Eurojust και το Customs Information System. Στη γνωμοδότησή του [26] ο Επόπτης παρατηρεί ότι προς το παρόν δεν επείγει η προσαρμογή των ήδη υπαρχόντων συστημάτων προστασίας δεδομένων της Europol και Eurojust, μακροπρόθεσμα, όμως, και αυτά τα συστήματα θα πρέπει να συντονιστούν απολύτως προς την Απόφαση-Πλαίσιο.
Το Σχέδιο Απόφασης περιλαμβάνει όλες σχεδόν τις θεμελιώδεις αρχές της προστασίας προσωπικών δεδομένων, προσθέτοντας ορισμένες νέες ειδικές αρχές που πρέπει να ισχύουν στο πλαίσιο της ποινικής καταστολής.
Πρώτον, τα κράτη μέλη οφείλουν να κατοχυρώσουν την ταξινόμηση των δεδομένων αναλόγως του βαθμού ακρίβειας και αξιοπιστίας τους και, προβαίνοντας, ιδίως, στον διαχωρισμό ανάμεσα σε εκείνα που βασίζονται σε πραγματικά περιστατικά και σε εκείνα που βασίζονται σε γνώμες ή προσωπικές εκτιμήσεις ("[i]αρχή του καθορισμένου βαθμού ακρίβειας των δεδομένων[/i]"). Ενώ χαιρετίζει τη διάκριση δεδομένων ανάμεσα σε γνώμες και γεγονότα, ο Επόπτης ερμηνεύει την όλη διάταξη ως παρέκκλιση από τη γενική αρχή της ακρίβειας και συνιστά να αποσαφηνισθεί ρητά ο εξαιρετικός χαρακτήρας της, με την κατάλληλη διατύπωση.

Δεύτερον, τα κράτη μέλη οφείλουν να διακρίνουν σαφώς τα δεδομένα με κριτήριο την ιδιότητα του υποκειμένου των δεδομένων. Η υποχρεωτική κατηγοριοποίηση εισάγει την σαφή διάκριση ανάμεσα σε δεδομένα υπόπτων, καταδικασθέντων, προσώπων για τα οποία υπάρχουν "[i]βάσιμες υπόνοιες να θεωρείται ότι θα διαπράξουν αξιόποινη πράξη[/i]", εν δυνάμει μαρτύρων, εν δυνάμει πληροφοριοδοτών, προσώπων με φιλική ή επαγγελματική σχέση με όλους τους ανωτέρω ή προσώπων που δεν εμπίπτουν σε καμία από τις ανωτέρω κατηγορίες ("[i]αρχή της κατηγοριοποίησης των δεδομένων με κριτήριο την ιδιότητα του υποκειμένου[/i]"). Η κατηγοριοποίηση αυτή είναι ευθέως ανάλογη με τον καθορισμό των χρονικών περιόδων διατήρησης των δεδομένων στα αρχεία. Ο Επόπτης σημειώνει ότι χρειάζονται ειδικότερες προστατευτικές διατάξεις για τα δεδομένα των μη υπόπτων, προτείνοντας τον ακόμη στενότερο περιορισμό του σκοπού, τον ακριβή καθορισμό προθεσμιών διατήρησης και τον περιορισμό πρόσβασης. Εισηγείται επίσης την υποχρέωση των κρατών να θεσπίσουν σαφείς διατάξεις για την περαιτέρω διαβίβαση και χρήση και τις προϋποθέσεις άρνησης πρόσβασης ή ενημέρωσης του υποκειμένου.

Τρίτον, επιτρεπόμενη επεξεργασία στο πεδίο του τρίτου πυλώνα θεωρείται μόνο αυτή που πιθανολογείται ως απαραίτητη για τη διευκόλυνση ή επιτάχυνση της πρόληψης, διερεύνησης και δίωξης αξιόποινων πράξεων και μόνο εφόσον δεν υπάρχει άλλο ηπιότερο για το υποκείμενο μέσο για την επίτευξη αυτών των σκοπών ("[i]αρχή της αναγκαιότητας της επεξεργασίας για τους σκοπούς της ποινικής καταστολής[/i]"). Ο Επόπτης υποστηρίζει ότι η διατύπωση δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 8 ΕΣΔΑ και την νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία περιορισμός της προστασίας της ιδιωτικής ζωής επιτρέπεται εφόσον είναι αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία και όχι εφόσον απλώς "υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι θα διευκολύνει ή θα επιταχύνει" την ποινική καταστολή. Ο Επόπτης ζητά αναδιατύπωση της διάταξης ώστε οι αρχές να αποδεικνύουν σαφώς τη σκοπιμότητα της επεξεργασίας.

Τέταρτον, πριν και μετά από τη διαβίβαση ή τη διάθεση των δεδομένων, τα κράτη μέλη πρέπει να επαληθεύουν την ποιότητα με βάση την αρχή του καθορισμένου βαθμού ακρίβειας των δεδομένων, την συνοδευτική αναφορά των δικαστικών αποφάσεων ή των βουλευμάτων για παύση της δίωξης και την διευκρίνιση του βαθμού ακρίβειας δεδομένων που βασίζονται σε προσωπικές εκτιμήσεις, με έλεγχο τους στην πηγή ("[i]αρχή της διαρκούς επαλήθευσης της ποιότητας των δεδομένων[/i]"). Ο Επόπτης προβαίνει στη σημαντικότερη παρατήρησή του σε αυτό το σημείο, συνιστώντας την κατοχύρωση αυτών των κανόνων για όλα τα δεδομένα, περιλαμβανομένων και εκείνων που δεν διαβιβάζοντα ούτε καθίστανται διαθέσιμα προς άλλο κράτος μέλος. Η σύσταση αυτή απευθύνεται εμμέσως στους εσωτερικούς νομοθέτες, καθώς η αρμοδιότητα ρυθμιστικής επέμβασης της Ένωσης στον αστυνομικό και δικαστικό τομέα (σκληρός πυρήνας κρατικής κυριαρχίας) περιορίζεται στο επίπεδο της συνεργασίας, χωρίς να είναι ανάλογου "βάθους" με την ρυθμιστική επέμβαση μιας κοινότητας [27]. Αναζητώντας, όμως, την αποτελεσματική προστασία δεδομένων, η διάκριση ανάμεσα σε κρατική επεξεργασία αστυνομικών δεδομένων και διακρατική συνεργασία ανταλλαγής δεδομένων σχετικοποιείται, έτσι ώστε οι ίδιοι κανόνες θα πρέπει να ισχύουν και στα δύο επίπεδα, για λόγους συνοχής.

Πέμπτον, οι διαθέσεις δεδομένων πρέπει να συνοδεύονται από καταγραφή σε μητρώο, προκειμένου να διευκολύνεται η επαλήθευσή τους και ο έλεγχος από την ανεξάρτητη αρχή ("[i]αρχή της πρωτοκόλλησης της διάθεσης των δεδομένων[/i]"). Ο Επόπτης επισημαίνει ότι θα πρέπει επίσης να καταγράφεται σε μητρώο και η πρόσβαση στα δεδομένα για να μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητά της από τις αρχές.

Η Απόφαση περιέχει αυστηρούς κανόνες για την περαιτέρω χρήση των δεδομένων και την διαβίβασή τους σε άλλες αρμόδιες αρχές, σε μη αρμόδιες αρχές, σε ιδιώτες, σε τρίτες χώρες και σε διεθνείς οργανισμούς. Ιδρύει επίσης μία επιτροπή αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 31 της Οδηγίας 95/46 και μια ομάδα εργασίας αντίστοιχη με την Ομάδα του άρθρου 29. Δεν υπάρχει όμως μνεία για το δικαίωμα μη συμμόρφωσης σε αυτοματοποιημένες αποφάσεις (άρθρο 15 Οδηγίας [28]), γεγονός που επέκρινε έντονα ο Επόπτης ζητώντας την προσθήκη σχετικού άρθρου. Ο Επόπτης συνιστά, επίσης, την εισαγωγή του θεσμού των Υπεύθυνων Προστασίας Δεδομένων, οι οποίοι θα υπηρετούν ως ανεξάρτητοι λειτουργοί στην οργανωτική ενότητα κάθε υπεύθυνου επεξεργασίας για να διασφαλίζουν από κοντά ("[i]αρχή της εγγύτητας της προστασίας[/i]") την τήρηση των κανόνων προστασίας δεδομένων. Οι ΥΠΔ υπηρετούν επί του παρόντος σε όλα τα όργανα της Κοινότητας και προβλέπονται και από ορισμένες εθνικές νομοθεσίες, ως θεσμοί αποκέντρωσης της προστασίας δεδομένων, ουσιώδες πια στοιχείο της ορθής διοικητικής εποπτείας ([i]good supervision[/i] [29]) .

[i]4.2. Το Σχέδιο της Επιτροπής για μια Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου ΕΕ για την ανταλλαγή πληροφοριών κατά την αρχή της διαθεσιμότητας.[/i] [30]

Η προτεινόμενη διαδικασία με την οποία θα εφαρμόζεται η αρχή της διαθεσιμότητας καταστρώνεται ως εξής: τα κράτη μέλη φροντίζουν να παρέχουν στις αντίστοιχες αρχές των άλλων κρατών και τη Europol άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση στις πληροφορίες που ήδη περιλαμβάνονται σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων που τηρούν. Η διάθεση και η χρήση των πληροφοριών γίνεται πάντα πριν την τυχόν έναρξη της ποινικής δίωξης και μόνο για τους σκοπούς της πρόληψης, εξακρίβωσης και διερεύνησης αξιόποινων πράξεων.

Εάν η ηλεκτρονική πρόσβαση στα ίδια τα δεδομένα δεν είναι δυνατή, τότε τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν στο ενδιαφερόμενο κράτος ή τη Europol ηλεκτρονική πρόσβαση στα "[i]δεδομένα καταλόγου πληροφοριών που δεν είναι διαθέσιμες ηλεκτρονικά[/i]" (index data). Τα index data πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον αναφορά στο είδος των πληροφοριών με το ποίο σχετίζονται καθώς και στην ορισθείσα διαχειριστική αρχή. Αν η μελέτη αυτών των δεδομένων καταλήγει σε αντιστοιχία, η αρχή εκδίδει αίτηση πρόσβασης και την αποστέλλει στην αρχή διάθεσης. Η τελευταία απαντά στην αίτηση εντός 12 ωρών, αφού προηγουμένως λάβει ειδική εξουσιοδότηση που τυχόν απαιτείται από το εσωτερικό δίκαιο (δικαστική, αν πρόκειται να γίνει χρήση για απόδειξη τέλεσης αξιόποινης πράξης). Με την απάντησή της η διαθέτουσα αρχή μπορεί να δώσει δεσμευτικές οδηγίες περιορίζουσες τη χρήση των πληροφοριών που θα δοθούν, για συγκεκριμένους λόγους, όπως: ο κίνδυνος αποτυχίας μιας εκκρεμούς έρευνας, η προστασία του πληροφοριοδότη, η προστασία άλλου απορρήτου.

Λόγοι άρνησης παροχής των πληροφοριών μπορεί να είναι: α) ο κίνδυνος αποτυχίας εκκρεμούς έρευνας, β) προστασία του πληροφοριοδότη, γ) προστασία του απορρήτου, δ) προστασία δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων. Η Απόφαση δεν εισάγει ειδικό καθεστώς προστασίας προσωπικών δεδομένων, αλλά περιέχει ρητές επιφυλάξεις υπέρ της προαναφερόμενης Απόφασης-πλαίσιο για τον τρίτο πυλώνα.

Ο Επόπτης στη γνωμοδότησή του [31] παρατηρεί: πρώτον, η πρόσβαση της Europol πρέπει να περιοριστεί αποκλειστικά στις πληροφορίες που επιτρέπει το νομικό καθεστώς της. Δεύτερον, η απόφαση αναφέρει ότι δεν επιβάλλει δημιουργία νέων αρχείων μόνο και μόνο για τους σκοπούς της ανταλλαγής, υπάρχει όμως η εξαίρεση της ταξινόμησης των μη ηλεκτρονικών πληροφοριών με κριτήριο τα index data. Τρίτον, η έννοια των τελευταίων είναι ασαφής και παρόλο που μπορεί να μην δίνουν πολλές πληροφορίες για το υποκείμενο των δεδομένων, οπωσδήποτε αποκαλύπτουν ότι κάποιος έχει καταγραφεί σε ένα αστυνομικό αρχείο. Τέταρτον, το άρθρο 7 που προβλέπει ότι η χρήση των πληροφοριών σύμφωνα με την Απόφαση θα πρέπει να γίνεται μόνο για σκοπούς πρόληψης, εξιχνίασης ή διερεύνησης ποινικών αδικημάτων αποτελεί εξειδίκευση της αρχής του προκαθορισμένου σκοπού στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της διαθεσιμότητας, ως lex specialis σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη της Απόφασης-Πλαίσιο για την προστασία στον τρίτο πυλώνα. Πέμπτον, η πρόσβαση σε πληροφορίες ενός κράτους από ένα άλλο καθιστά αρμόδιες τις Αρχές Προστασίας Δεδομένων και των δύο κρατών, γεγονός που επιβάλλει τον συντονισμό τους. Έκτον, η πρόταση θα πρέπει να εγκριθεί μόνο εφόσον έχει προηγηθεί η έγκριση της Απόφασης για την προστασία δεδομένων στον τρίτο πυλώνα.

[i]4.3. Η πρωτοβουλία της Σουηδίας για τη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών[/i] [32]

Πριν την υποβολή της ανωτέρω πρότασης της Επιτροπής, η Σουηδία είχε παρουσιάσει τη δική της νομοθετική προσέγγιση για την εφαρμογή της διαθεσιμότητας. Ο Επόπτης την αξιολόγησε συνοπτικά, επ΄ ευκαιρία της ανωτέρω γνωμοδότησής του για την διαθεσιμότητα. Σημαντικές διαφοροποιήσεις της πρωτοβουλίας είναι ότι αφορά και τα δεδομένα που τηρούνται από υπηρεσίες πληροφοριών, καθώς και ότι προβλέπει "αυθόρμητη" (χωρίς προηγούμενη αίτηση) υποβολή δεδομένων από μία χώρα σε μία άλλη, σε ειδικές περιπτώσεις. Οι ρυθμίσεις της αφορούν κυρίως τις προθεσμίες διάθεσης των δεδομένων, χωρίς να προβλέπονται ειδικές εγγυήσεις διευκόλυνσης της πρόσβαση σε αυτά (όπως η χρήση index data), γεγονός που δεν ικανοποίησε την Επιτροπή και την οδήγησε στην υποβολή της δικής της πρότασης που αναφέρθηκε ανωτέρω. Καθώς η πρωτοβουλία δεν περιέχει διατάξεις για την προστασία δεδομένων, ο Επόπτης επισημαίνει ότι δεν πρέπει να εγκριθεί, αν δεν έχει προηγουμένως εγκριθεί η Απόφαση για την προστασία δεδομένων στον τρίτο πυλώνα.

[i]4.4. Η Σύμβαση Prum [33]: επτά κράτη-μέλη παρακάμπτουν την ΕΕ - Το "Schengen III".[/i]

Η Σύμβαση αυτή δεν εντάσσεται, μέχρι στιγμής, στον τρίτο πυλώνα της ΕΕ, αφού αποτελεί μια διακρατική συνθήκη που ιδρύει ένα διεθνές συμβατικό καθεστώς αποκλειστικά ανάμεσα στις επτά χώρες που την υπέγραψαν. Ωστόσο, υπάρχουν ρητές αναφορές στο κείμενό της για επιφύλαξη υπέρ του ενωσιακού δικαίου, όπως για μελλοντική ένταξη της Σύμβασης στο δίκαιο της ΕΕ. Στοιχεία που, αν ήταν ανεκτά το 1985 για τη Συμφωνία του Schengen, πριν την θέσπιση του τρίτου πυλώνα, σήμερα, δεδομένης της εμβάθυνσης της ΕΕ, είναι δικαιοπολιτικά κατακριτέα [34]. Γεγονός που υπονοεί ο Επόπτης στην παρεμπίπτουσα αξιολόγηση της Σύμβασης, κατά την παραπάνω γνωμοδότησή του για τη διαθεσιμότητα, επισημαίνοντας ότι με την επιλογή του τύπου της διακρατικής συμφωνίας παρακάμφθηκαν ο δημοκρατικός έλεγχος που θα ασκούσε στη θέσπισή της το Κοινοβούλιο και ο έλεγχος του ΔΕΚ.

Η Σύμβαση αφορά τρεις κατηγορίες δεδομένων: προφίλ DNA (υποχρέωση για ίδρυση εθνικών αρχείων), δαχτυλικά αποτυπώματα και δεδομένα οχημάτων (υποχρέωση παροχής άμεσης πρόσβασης ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη). Η πρόσβαση γίνεται με διαδικασία αντίστοιχη της Πρότασης για την αρχή της διαθεσιμότητας (άμεση σε ψηφιακά δεδομένα, έμμεση σε μη ψηφιακά δεδομένα, ύστερα από πρόσβαση σε «[i]δεδομένα αναφοράς[/i]»). Όπως και η σουηδική πρωτοβουλία, η Σύμβαση προβλέπει "αυθόρμητη" υποβολή δεδομένων για την αποτροπή εγκληματικών ενεργειών, σε διεθνείς συναντήσεις (π.χ. αθλητικές ή πολιτικές.) Η Σύμβαση περιέχει ειδικό κεφάλαιο που εισάγει σύστημα κανόνων προστασίας δεδομένων, αποκλειστικό για το πεδίο εφαρμογής της. Με κίνδυνο την εισαγωγή αποκλίσεων και μείωσης του επιπέδου προστασίας σε σχέση με το προβλεπόμενο από την Πρόταση.

Ο Επόπτης σημειώνει ως θετικό στοιχείο ότι με την Σύμβαση επιτρέπεται η ανταλλαγή «θεματικών» δεδομένων και όχι πρόσβαση σε κάθε διαθέσιμη κατηγορία δεδομένων, όπως συμβαίνει στην Πρόταση για τη διαθεσιμότητα.

[i]4.5. Πρόσβαση στο Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις.[/i] [35]

Το Σύστημα VIS θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη βάση δεδομένων στην Ευρώπη, καθώς προβλέπεται ότι θα αφορά περίπου 20 εκατ. άτομα το χρόνο, τα πρόσωπα δηλαδή που ζητούν visa για τον χώρο Schengen. Το καθεστώς του VIS εντάσσεται στον πρώτο πυλώνα [36], συνοδευόμενο όμως και από μία πρόταση για Απόφαση του Συμβουλίου για πρόσβαση από τις αρχές της καταστολής του εγκλήματος και την Europol. Πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση "διαστολής" της αρχής του δεσμευτικού σκοπού. Ο Επόπτης έχει εκδώσει δύο γνωμοδοτήσεις, μία για το βασικό κείμενο του πρώτου πυλώνα [37] και μία για την Απόφαση για την πρόσβαση [38]. Ως θετικό στοιχείο καταγράφει ότι η πρόσβαση θα γίνεται μόνο σε ειδικές περιστάσεις, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Στις υποδείξεις του για τροποποίηση της Απόφασης περιλαμβάνονται: α) ο περιορισμός της παροχής πρόσβασης μόνο εφόσον πρόκειται να διευκολύνει ουσιωδώς το σκοπό της έρευνας, β) ισοδύναμη προστασία δεδομένων και για την πρόσβαση από αρχές στις οποίες δεν έχει εφαρμογή ο Κανονισμός για το VIS, γ) ο "σκοπός του ταξιδιού" και η φωτογραφία του κατόχου της visa ή του αιτούντος θα πρέπει να είναι διαθέσιμα μόνο ως συμπληρωματικές πληροφορίες και δ) η προσθήκη νέων διατάξεων για συντονισμένη εποπτεία της προστασίας δεδομένων και τους αυτοελέγχους του συστήματος.

[i]4.6. Σύστημα Πληροφοριών Schengen ΙΙ.[/i] [39]

Ύστερα από την εισαγωγή 10 νέων κρατών μελών στην ΕΕ, το Σύστημα Πληροφοριών Schengen θα πρέπει να αναβαθμιστεί προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικό. Η Επιτροπή υπέβαλε ένα πακέτο προτάσεων για τη θέσπιση του λεγόμενου Schengen II: δύο Κανονισμούς [40] και μία Απόφαση του Συμβουλίου [41]. Tο SIS II αναπτύσσεται σε επίπεδο πρώτου και δεύτερου πυλώνα, γεγονός που προκαλεί αμφιβολίες σε σχέση με το ποια γενικά νομοθετήματα προστασίας δεδομένων είναι εφαρμοστέα, για ποιες επεξεργασίες, ποιος ασκεί την ανεξάρτητη εποπτεία και ποιος είναι ο υπεύθυνος επεξεργασίας.

Ο Επόπτης εξέδωσε ενιαία γνωμοδότηση [42] και για τις 3 νομοθετικές προτάσεις που αποτελούν το SIS II, υπογραμμίζοντας έτσι τη συνοχή με την οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ένα θεσμικό πλαίσιο που αφορά τα ίδια πραγματικά περιστατικά.

Το SIS II περιλαμβάνει βιομετρικά δεδομένα (αποτυπώματα και φωτογραφίες), η αξιοπιστία των οποίων, κατά τον Επόπτη, είναι υπερεκτιμημένη. Η πρόσβαση επιτρέπεται κατ΄ αρχήν μόνο για την αρμόδια αρχή και μόνο για εξουσιοδοτημένη χρήση. Εν τούτοις, η Πρόταση προβλέπει πρόσβαση και από μη αρμόδια αρχή, ενόψει συναγερμού, αλλά μόνο για "ενημέρωσή της". Ο Επόπτης επισημαίνει ότι αυτό, όπως και η διασύνδεση των "συναγερμών" αποτελούν θεμελιώδεις μεταβολές και αυξάνουν τον κίνδυνο καταχρήσεων. Ειδικά για την πρόσβαση από τις Europol-Eurogust , ο Επόπτης, συντασσόμενος με την γνωμοδότηση της ΚΕΑ Schengen, καλεί για θέσπιση περιορισμών με εισαγωγή συγκεκριμένων διατάξεις. Όσον αφορά την ακρίβεια των δεδομένων, ο Επόπτης αναφέρεται στην έκθεση της ΚΕΑ, κατά την οποία περισσότερα από το 30% των δεδομένων των μεταναστών είναι εσφαλμένα ή ανεπίκαιρα. Ως προς το θεσμικό έλεγχο, ο Επόπτης είναι αρμόδιος για την επεξεργασία από την Επιτροπή (sui generis υπεύθυνος επεξεργασίας, καθότι ενώ η τελευταία τηρεί το αρχείο, δεν έχει πρόσβαση στα δεδομένα). Τέλος, ο Επόπτης καλεί για απάλειψη της προϋπόθεσης φυσικής παρουσίας του προσώπου προκειμένου να ασκήσει ένδικο μέσο, επειδή το μέσο θα ασκείται συνήθως ακριβώς λόγω άρνησης εισόδου στο χώρο Schengen.

[b]6. Συμπεράσματα[/b]

Στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται για την διαχείριση των προσωπικών δεδομένων, ο ρόλος των ανεξάρτητων εποπτικών αρχών περιλαμβάνει αδιαμφισβήτητα και την αρμοδιότητα του σύμβουλου νομοθεσίας, πριν από τη θέσπιση κάθε σχετικής ρύθμισης. Δεδομένου μάλιστα ότι η γνωμοδοτική αρμοδιότητα δεν σχετίζεται με εκτελεστικές λειτουργίες τους, μπορεί και πρέπει να ασκείται ex officio, ανεξάρτητα από την έκταση της νομοθετικής κατοχύρωσή της.

Ο Επόπτης με τις γνωμοδοτήσεις του επιβεβαιώνει τον ρόλο του ως θεματοφύλακας της ορθής νομοθεσίας της ΕΕ στο πεδίο της προστασίας δεδομένων. Κι αυτό, χωρίς να αρκείται στην δημοσίευση των κειμένων του στην Επίσημη Εφημερίδα ΕΕ και την ιστοσελίδα του, αλλά υποστηρίζοντάς τις και με την παρουσία του, κατά τις συζητήσεις των προτάσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ΕΕ. Η δράση του Επόπτη σχετικά με τα νομοσχέδια αναπτύσσει αποτελέσματα σε τέσσερα επίπεδα: πρώτον, επικουρεί τον ενωσιακό νομοθέτη στη θέσπιση ρυθμίσεων που δεν κάμπτουν το επίπεδο προστασίας δεδομένων. δεύτερον, τον εκθέτει πολιτικά, στην περίπτωση που ο τελευταίος δεν ακολουθήσει τις συστάσεις. τρίτον, οι γνωμοδοτήσεις αποτελούν χρήσιμο απόθεμα για τον εθνικό νομοθέτη, όταν κληθεί να ενσωματώσει την ενωσιακή νομοθεσία στο εσωτερικό δίκαιο. και τέταρτον ο Επόπτης δίνει το παράδειγμα στις εθνικές Αρχές Προστασίας Δεδομένων για την ενάσκηση της γνωμοδοτικής τους αρμοδιότητας σε αντίστοιχες περιστάσεις, ιδίως όταν η γνώμη τους δεν έχει ζητηθεί ή δεν υπάρχει ρητή σχετική αρμοδιότητα στον οργανωτικό τους νόμο.

Πέρα όμως από την αντιφορμαλιστική αντιμετώπιση του θεσμικού πλαισίου από τους "συμβούλους νομοθεσίας", πρέπει να παρατηρηθεί ότι η στεγανοποίηση των πυλώνων έχει φτάσει στα όριά της και η ότι Ένωση πρέπει να περάσει επειγόντως στο επόμενο βήμα, με την ενοποίηση των νομοθετικών διαδικασιών κατά το πρότυπο της κοινοτικής μεθόδου.

________________________

[size=10]1. Οδηγία 95/46, Οδηγία 97/66. Βλ. όμως και άρθρα 126-130 της Σύμβασης για την Εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν καθώς και τα άρθρα 14 και 15 της Σύμβασης Europol.
2. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως θεμέλιο της Οδηγίας 95/46 προσδιορίζεται το (σημερινό) άρθρο 95 ΣυνθΕΚ .
3. Βλ. κυρίως σημεία 7,8,9,10 Προοιμίου της Οδηγίας 95/46
4. Τίτλος ΙΙ ΣυνθΕΕ.
5. Τίτλος V ΣυνθΕΕ.
6. Τίτλος VI ΣυνθΕΕ.
7. Β. Σωτηρόπουλος, Η συνταγματική προστασία των προσωπικών δεδομένων, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 182 επ.
8. P.J.Hustinx, European Data Protection Supervisor, A Framework in Development: Third Pillar and Data Protection, 12.5.06 http://www.edps.eu.int/publications/speeches/06-05-12_article_Warsaw_thi...
9. Άρθρο 30 (1) (β) ΣυνθΕΕ.
10. Επίσημη Εφημερίδα ΕΕ, C 53, σελ. 1,
http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/oj/2005/c_053/c_0532...
11. Μετά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε (1999). Ως προς το χρόνο που μεσολάβησε, το "[i]Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εκφράζει την ικανοποίησή του για τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά την πρώτη πενταετία, τέθηκαν τα θεμέλια για μια κοινή πολιτική στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης, προετοιμάσθηκε η εναρμόνιση των συνοριακών ελέγχων, βελτιώθηκε η αστυνομική συνεργασία, και έχουν προχωρήσει οι προκαταρκτικές εργασίες γα τη δικαστική συνεργασία με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων[/i]". Πρόγραμμα της Χάγης, Εισαγωγή, ό.π.
12. Πρόγραμμα της Χάγης, ό.π., σελ. 3. Υπενθυμίζεται ότι το Πρόγραμμα εκδόθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις αρχές Μαρτίου 2005.
13. Communication from the Commission to the Council and the European Parliament on improved effectiveness, enhanced interoperability and synergies among European databases in the area of Justice and Home Affairs, Commission of the European Communities, Brussels, 24.11.2005, COM (2005) 597 final. http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/en/com/2005/com2005_059...
14. European Data Protection Supervisor, Comments on the Communication of the Commission on interoperability of European databases, Brussels, 10 March 2006, http://www.edps.eu.int/legislation/Comments/06-03-10_Comments_interopera...
15. "[i]Νέες κεντρικές ευρωπαϊκές βάσεις δεδομένων θα πρέπει να δημιουργηθούν μόνο βάσει μελετών που θα έχουν καταδείξει την προστιθέμενη αξία τους[/i]", Πρόγραμμα της Χάγης, ό.π., σελ. 8.
16. Υπέρ της θέσπισης ενός νομικού πλαισίου προστασίας προσωπικών δεδομένων για τον τομέα της ποινικής καταστολής και στο πλαίσιο του τρίτου πυλώνα είχε ταχθεί και η Εαρινή Συνάντηση των Ευρωπαϊκών Αρχών Προστασίας Δεδομένων της Κρακοβίας, 25-26 Απριλίου 2005. Σχετικά κείμενα της Συνάντησης: Declaration of European Data Protection Conference on the need for an adequate data protection framework in the Third Pillar και Position Paper of European Data Protection Conference on Law Enforcement & Information Exchange in the EU. Η Εαρινή Συνάντηση του 2004 είχε επίσης επισημάνει την ανάγκη θέσπισης ενός κανονιστικού πλαισίου προστασίας για τον τρίτο πυλώνα, αλλά και τη σύσταση μιας κοινής πλατφόρμας συνεργασίας των εποπτικών αρχών σε επίπεδο ΕΕ. Resolution of the European Data Protection Conference to set up a joint European Union forum on data protection in police and judicial co-operation matters (data protection in the Third Pillar). Πηγή: http://www.edps.eu.int/02_en_legislation.htm
17. Βλ. και τις Ετήσιες Εκθέσεις του EDPS για τα έτη 2004 και 2006, στην ιστόθεση www.edps.eu
18. Βρυξέλλες, 18 Μαρτίου 2005, http://www.edps.eu.int/publications/policy_papers/policy_paper_advisor_E...
19. Άρθρο 46 στοιχείο δ Κανονισμού 45/2001.
20. Άρθρο 28 παρ. 2 Κανονισμού 45/2001.
21. Αριθμός 17 του Προοιμίου του Κανονισμού 45/20001.
22. European Commission, Strategic Objectives 2005-2009, Europe 2010: A Partnership for European Renewal - Prosperity, Solidarity and Security, Brussels, 26.1.2005, COM (2005) 12 final, http://europe.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/en/com/2005/com2005_001...
23. O Επόπτης αναφέρεται συγκεκριμένα στο άρθρο 47 ΣυνθΕΕ, κατά το οποίο καμία διάταξη της ΣυνθΕΕ δεν θίγει τις διατάξεις για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ούτε και τις μετέπειτα συνθήκες και πράξεις που τις έχουν τροποποιήσει ή συμπληρώσει. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται ένα τεκμήριο υπέρ του κοινοτικού δικαίου, σε περίπτωση που μία δράση του τρίτου πυλώνα υπεισέρχεται στο πεδίο εφαρμογής του πρώτου.
24. H Eυρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι δεσμεύεται, βάσει του άρθρου 28§2 του Κανονισμού να ζητά τη γνωμοδότηση του Επόπτη σε νομοθετικές προτάσεις αναφορικά με τον τρίτο πυλώνα, ωστόσο, τα κράτη-μέλη που είναι συναρμόδια για τη σχετική νομοθεσία δεν δεσμεύονται, όπως αναφέρει ο ίδιος ο Επόπτης σε ομιλία του, βλ. P.J. Hustinx, ό.π., σελ. 2.
25. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες, 4.10.2005, COM (2005) 475 τελικό, 2005/0202 (CNS), Πρόταση, Απόφαση Πλαίσιο του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εξετάζονται στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.
http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/com/2005/com2005_047...
26. Γνωμοδότηση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων όσον αφορά την πρόταση για μια απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (COM (2005) 475 τελικό), ΕΕ C 47/27, 25.5.2006 http://www.edps.eu.int/legislation/Opinions_A/05-12-19_Opinion_DP_Third_...
27. Βλ. όμως την απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C-176, 13.9.2005, κατά την οποία η Κοινότητα είναι αρμόδια για τη θέσπιση ποινικών μέτρων, όσον αφορά το πεδίο των αρμοδιοτήτων της, ανάμεσα στις οποίες εντάσσεται και η προστασία δεδομένων στον πρώτο πυλώνα και ότι δεν υπάρχει αποκλειστική αρμοδιότητα των οργάνων του τρίτου πυλώνα ως προς την ποινική διευθέτηση αυτών των τομέων, Β.Σωτηρόπουλος, ό.π., σελ. 140.
28. Αντίστοιχο δικαίωμα προβλέπεται από το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν.2472/1997. Βλ. Π.Αρμαμέντο/Β.Σωτηρόπουλο, Προσωπικά Δεδομένα, Ερμηνεία Ν.2472/1997, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 377.
29. Βλ. σχετικά το έγγραφο του Επόπτη “Position paper on the role of Data Protection Officers in ensuring effective compliance with Regulation (EC) 45/2001”, Brussels, 28 November 2005, http://www.edps.eu.int/publications/policy_papers/05-11-28_DPO_paper_EN.pdf
30. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες, 12.10.2005 (COM (2005) 490 τελικό, 2005/0207 (CNS). Πρόταση, Απόφαση Πλαίσιο του Συμβουλίου για την ανταλλαγή πληροφοριών βάσει της αρχής της διαθεσιμότητας.
http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/com/2005/com2005_049...
31. Γνωμοδότηση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την ανταλλαγή πληροφοριών βάσει της αρχής της διαθεσιμότητας [COM (2005) 490 τελικό], ΕΕ C 116/8, 17.5.2006, http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/site/el/oj/2006/c_116/c_11620060517e...
32. Πρωτοβουλία του Βασιλείου της Σουηδίας για την έκδοση απόφασης-πλαισίου για την απλούστευση της ανταλλαγής πληροφοριών και μυστικών πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όσον αφορά σοβαρά αδικήματα, περιλαμβανομένων των τρομοκρατικών πράξεων, Επίσημη Εφημερίδα ΕΕ, C 281, 18.11.2004, σελ. 5-10. http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/oj/2004/c_281/c_2812...
33. Convention between the Kingdom of Belgium, the Federal Republic of Germany, the French Republic, the Grand Duchy of Luxembourg, the Kingdom of the Netherlands and the Republic of Austria, on the stepping up of cross-border cooperation, particularly in combating terrorism, cross border crime and illegal migration. Υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα κράτη στο Prόm της Γερμανίας, στις 27 Μαΐου 2005. http://www.libertysecurity.org/IMG/pdf/Prum-ConventionEn.pdf
34. T. Balzacq, D. Bigo, S. Carrera, E. Guild, Security and the Two-Level Game: The Treaty of Prόm, the EU and the Management of Threats, Centre for European Policy Studies, CEPS Working Document, No. 234/January 2006, άρθρο προσβάσιμο στη σελίδα http://www.ceps.be.
35. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες, 24.11.2005, COM (2005) 600 τελικό, Πρόταση, Απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στο Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) των αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την εσωτερική ασφάλεια καθώς και της Ευρωπόλ, προς αναζήτηση δεδομένων για τους σκοπούς της πρόληψης, εξακρίβωσης και διερεύνησης τρομοκρατικών πράξεων και άλλων σοβαρών αξιόποινων πράξεων.
http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/com/2005/com2005_060...
36. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες, 28.12.2004, COM (2004) 835 τελικό, 2004/0287 (COD), Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των κρατών μελών για τις θεωρήσεις μικρής διάρκειας.
http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/com/2004/com2004_083...
37. Γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη προστασίας Δεδομένων σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των κρατών μελών για τις θεωρήσεις μικρής διάρκειας (COM(2004) 835 τελικό), EE C 181/13 23.7.2005 http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/oj/2005/c_181/c_1812...
38. Γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων με αντικείμενο την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στο Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) των αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την εσωτερική ασφάλεια καθώς και της Ευρωπόλ, προς αναζήτηση δεδομένων για τους σκοπούς της πρόληψης, εξακρίβωσης και διερεύνησης τρομοκρατικών πράξεων και άλλων σοβαρών αξιόποινων πράξεων (COM (2005) 600 τελικό), ΕΕ C 97/6, 25.4.2006.
http://www.edps.eu.int/legislation/Opinions_A/06-01-20_Opinion_access_to...
39. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες, 31.5.2005, COM (2005) 230 τελικό, 2005/0103 (CNS) Πρόταση, Απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II).
http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/com/2005/com2005_023...
40. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες, 31.5.2005, COM (2005) 235 τελικό, 2005/0106 (COD), Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II), http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/com/2005/com2005_023..., Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες, 31.05.2005, COM (2005) 237 τελικό, 2005/0104 (COD), Πρόταση, Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τν πρόσβαση στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) των υπηρεσιών των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας οχημάτων.
http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/com/2005/com2005_023...
41. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες, 31.5.2005, COM (2005) 230 τελικό, 2005/0103 (CNS), Πρόταση του Συμβουλίου σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II).
http://europa.eu.int/eur-lex/lex/LexUriServ/site/el/com/2005/com2005_023...
42. Γνωμοδότηση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων για την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (COM(2005)230 τελικό), - την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (COM(2005)236 τελικό) και την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) των υπηρεσιών των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας οχημάτων (COM(2005)237 τελικό), EE C 91/38, 19.4.2006.[/size]

----------------------------------
[i]*Δικηγόρος, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου, Υπ. Δ.Ν. Αθήνας[/i]

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΔΣΑ
09:55
15/10/19
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
15:00
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
13:40
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
10:20
08/10/19
Η Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας του άρθρου 16 Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013) ανακοινώνει ότι...
Εκδηλώσεις
18:39
07/10/19
Το Ινστιτούτο Διεθνούς και Ελληνικού Αθλητικού Δικαίου (Ι.Δ.Ε.Α.Δ.)  σας προσκαλεί στην ετήσια...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
13:18
04/10/19
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών διοργανώνει Σπουδαστήριο για τον νέο Ποινικό Κώδικα, για ασκούμενους...
Εκδηλώσεις
12:51
02/10/19
  Η PALLADIAN CONFERENCES διοργανώνει για 6η συνεχή...
Προκηρύξεις
19:30
23/09/19
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
08:37
23/09/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
19:47
18/09/19