Παρέμβαση του ΣτΕ στην Αναθεώρηση του Συντάγματος

[b][center][size=14]Παρέμβαση του ΣτΕ στην Αναθεώρηση του Συντάγματος[/size]*[/center]

του Αλεξάνδρου Απ. Μαντζούτσου[/b]

Στις 7 Φεβρουαρίου 2006 – περίπου τέσσερις μήνες πριν από την κατάθεση στην Βουλή της αιτιολογικής έκθεσης στην επίσημη πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος – το Συμβούλιο της Επικρατείας «αποφάσισε» ότι η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου με αρμοδιότητα των οριστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων «θα θίξει παραμέτρους, συνδεόμενες με τις αρχές του Κράτους Δικαίου και τις εγγυήσεις αποτελεσματικής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, η διαμόρφωση των οποίων αποτελεί προϊόν μακράς και λαμπρής συνταγματικής παράδοσης της Χώρας και αποτυπώθηκε ρητά στο Σύνταγμα του έτους 1975. Ενόψει αυτού, η Ολομέλεια θεωρεί ότι η σύσταση Συνταγματικού Δικαστηρίου με την πιο πάνω αρμοδιότητα θα οδηγήσει σε περιστολή του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων και εκφράζει την ανησυχία ότι η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά βελτίωση του ισχύοντος συστήματος αλλά ανατροπή της υφιστάμενης ισορροπίας εις βάρος του Κράτους Δικαίου», (ΣτΕ 5/2006, σε Ολομέλεια και Συμβούλιο).

Στις 9 Μαρτίου 2007 – περίπου έναν χρόνο μετά την παραπάνω «απόφαση» – το Συμβούλιο της Επικρατείας «επανήλθε» στο σχετικό ζήτημα, «αποφασίζοντας» ότι «η πρόταση για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Χώρα μας - ενός ξένου προς την ελληνική συνταγματική παράδοση και ιστορία θεσμού - η οποία κατατίθεται σε εποχή ομαλού πολιτικού βίου, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζεται ούτε η συγκρότησή του, ούτε ο τρόπος αναδείξεως των μελών του, στοιχειοθετεί την ριζικότερη δυνατή ανατροπή στο ελληνικό δικαιοδοτικό σύστημα και άγει σε περιορισμό του ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων από τα Δικαστήρια (πρακτικό 5/2006). (…) Εν όψει αυτών, η Ολομέλεια … εκφράζει, ομοφώνως, την αντίθεσή της στην μεταβολή του ισχύοντος συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητος των νόμων και την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου» (ΣτΕ 4/2007, σε Ολομέλεια και Συμβούλιο). Με την ίδια «απόφαση», η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας «αποφάσισε» επίσης ότι δεν είναι σκόπιμη η αναθεώρηση του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, σχετικά με το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, η αναθεώρηση των άρθρων 95 και 98 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος, σχετικά με τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και η αναθεώρηση των άρθρων 24 και 117 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος. Μάλιστα αναφέρεται ότι «τα άρθρα 24 και 117 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος, ναι μεν δεν εντάσσονται οργανικά στις αναθεωρητέες διατάξεις περί δικαστικής λειτουργίας, έχουν όμως καταστεί θέμα “γενικότερου ενδιαφέροντος” κατά την έννοια του άρθρου 14 παρ. 7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων». Τέλος, η Ολομέλεια αποφάσισε «αντίγραφο του παρόντος πρακτικού να διαβιβασθεί εις την Πρόεδρον της Βουλής των Ελλήνων».

Ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη του ουσιαστικού περιεχομένου των ως άνω αποφάσεων, τίθεται, εν προκειμένω, σοβαρό ζήτημα θεσμών και συνταγματικής τάξης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν είναι «λέσχη φίλων», διεπόμενη από το ιδιωτικό δίκαιο, είναι (άμεσο – κατοχυρωμένο απευθείας στο Σύνταγμα) όργανο του Κράτους. Και τα κρατικά όργανα, είτε ανήκουν στην νομοθετική είτε στην εκτελεστική είτε στην δικαστική εξουσία, έχουν συγκεκριμένες αρμοδιότητες (αρχή της νομιμότητας). Σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος, «στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, β) η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει, γ) η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ’ αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους, δ) η επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα». Το Συμβούλιο της Επικρατείας, λοιπόν, λειτουργεί είτε ως διοικητικό δικαστήριο (άρθρο 95 παρ. 1 περ. α’, β’, γ’ του Συντάγματος) και μάλιστα ως το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας, είτε ως διοικητικό όργανο (άρθρο 95 παρ. 1 περ. δ’ του Συντάγματος. Μεταξύ δε των ανωτέρω αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν συγκαταλέγεται η δυνατότητα λήψης απόφασης ως προς το σκόπιμο ή μη της αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι του απονέμεται μία τέτοια αρμοδιότητα από την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 7 εδ. β’ του Ν. 1756/1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, σύμφωνα με την οποία «στην αρμοδιότητα της ολομέλειας [του δικαστηρίου] υπάγονται: ... η λήψη αποφάσεων για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος, οργάνωσης και λειτουργίας του δικαστηρίου και απονομής της Δικαιοσύνης», καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 2 του Συντάγματος, «η ανάγκη της αναθεώρησης του Συντάγματος διαπιστώνεται με απόφαση της Βουλής... . Με την απόφαση αυτή καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν». Κατά συνέπεια, η κρίση σχετικά με το σκόπιμο ή μη της αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής και, ως εκ τούτου, κανένα άλλο κρατικό όργανο δεν νομιμοποιείται να λαμβάνει σχετική απόφαση ή να διατυπώνει σχετική γνώμη. Κατά συνέπεια, τόσο η λήψη απόφασης από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το σκόπιμο ή μη της αναθεώρησης συγκεκριμένων διατάξεων του Συντάγματος όσο και η απόφαση περί διαβίβασης αντιγράφου του σχετικού πρακτικού στην Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων συνιστά συνταγματικώς ανεπίτρεπτη παρέμβαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.

Κατά τα άλλα, δεν απαγορεύεται βεβαίως στους δικαστικούς λειτουργούς να διατυπώνουν νομικές ή ακόμα και πολιτικές απόψεις, με εξαίρεση τις «οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος» (άρθρο 29 παρ. 3 εδ. α’ του Συντάγματος). Όπως κάθε Έλληνας πολίτης έτσι και οι Σύμβουλοι Επικρατείας μπορούν ατομικά ή με κοινό τους ψήφισμα ή μέσω της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης (Ένωση Δικαστικών Λειτουργών Συμβουλίου της Επικρατείας) ή με κάθε άλλο νόμιμο τρόπο να τοποθετούνται δημόσια για κάθε νομικό ή πολιτικό ζήτημα, όπως είναι, εν προκειμένω, και το σκόπιμο ή μη της αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος. Άλλο όμως αυτό και άλλο να διατυπώνεται επίσημη γνώμη στα πλαίσια της συνεδρίασης ενός κρατικού οργάνου, το οποίο, ωσάν να ήταν «αυτονομημένο» από την κρατική εξουσία, λαμβάνει απόφαση για ένα ζήτημα το οποίο υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα άλλου κρατικού οργάνου.

----------------------------------
[size=10]*Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό "Πολιτικά Θέματα", τ. 1567 (30-4-2007), σελ. 42-43.[/size]

Τελευταία Νέα

Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
18:41
18/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
09:55
15/10/19
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
15:00
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
13:40
14/10/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
10:20
08/10/19
Η Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας του άρθρου 16 Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013) ανακοινώνει ότι...
Εκδηλώσεις
18:39
07/10/19
Το Ινστιτούτο Διεθνούς και Ελληνικού Αθλητικού Δικαίου (Ι.Δ.Ε.Α.Δ.)  σας προσκαλεί στην ετήσια...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
13:18
04/10/19
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών διοργανώνει Σπουδαστήριο για τον νέο Ποινικό Κώδικα, για ασκούμενους...
Εκδηλώσεις
12:51
02/10/19
  Η PALLADIAN CONFERENCES διοργανώνει για 6η συνεχή...
Προκηρύξεις
19:30
23/09/19
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
08:37
23/09/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...