ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΑΣΥΛΟ: δημοκρατική κατάκτηση ή θεσμοθετημένη ασυδοσία;

 

Αλέξανδρος Απ. Μαντζούτσος

Δικηγόρος – Υποψήφιος Δρ. Νομικής

 

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΑΣΥΛΟ

δημοκρατική κατάκτηση ή θεσμοθετημένη ασυδοσία; *

 

«Το πανεπιστημιακό άσυλο είναι ένα δικαίωμα ιερό, με ιστορία αιώνων στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, και το δυσφημίζουν ή συμβάλλουν στον εκφυλισμό του όσοι ανεύθυνα και επιπόλαια το μετατρέπουν ή αφήνουν να μετατραπεί ή καλύπτουν ιδεολογικά τη μετατροπή του από άσυλο των ιδεών σε άσυλο βιαιοπραγιών και καταστροφών», Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου – Εισηγητής Αντ. Μανιτάκης, Ψήφισμα για το Ζήτημα του Πανεπιστημιακού Ασύλου, Αθήνα 2007, σελ. 4.

 

«Παρά δε το γεγονός, ότι από το 1974 και μετά η αστυνομία δεν εισήλθε ούτε μια φορά σε κτίριο Α.Ε.Ι. για να προβεί σε σύλληψη ενόχων τέτοιων εγκλημάτων [π.χ. καταλήψεις κτιρίων Α.Ε.Ι., διαλύσεις νόμιμων συνεδριάσεων, εμπρησμοί, εγκλήματα κατά της ζωής, κτλ.] που διαπράχθηκαν κατά εκατοντάδες, ή για να εμποδίσει τη συνέχισή τους, οι τρομοκράτες είχαν την αξίωση να εξασφαλιστεί η ασυδοσία τους με την απαγόρευση της εισόδου κάθε οργάνου της τάξης στα Α.Ε.Ι. Το αίτημα αυτό το κάλυψαν με την ονομασία κατοχύρωση πανεπιστημιακού ασύλου», Κ. Ασπρογέρακας-Γρίβας, Η Κατάσταση στα Πανεπιστήμια της Ελλάδας μετά το Νόμο-Πλαίσιο (Νόμο 1268/1982 «για τη Δομή και Λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων»). Ανάλυση μιας Εθνικής Συμφοράς, Εσωτερικό Νομικής Σχολής Αθηνών, Αθήνα 1984, σελ. 160-161.

  

Διάγραμμα

 

Εισαγωγή

Ι. Η διαμόρφωση του πανεπιστημιακού ασύλου στην ελληνική πραγματικότητα

1.1. Από την άρνηση συνταγματικής κατοχύρωσης του πανεπιστημιακού ασύλου…

1.2. …στην νομοθετική κατοχύρωση του «ιερού» και «απαραβίαστου» των πανεπιστημίων

ΙΙ. Η πραγματικότητα της εφαρμογής του πανεπιστημιακού ασύλου (1982-2009)

2.1. Από την δια του ασύλου κατάλυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας...

2.2. …στο αίτημα για αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας

Συμπεράσματα

 

Εισαγωγή

Άσυλο [ < α (στερητικό) + συλάω-ώ (=αφαιρώ, λεηλατώ, λαφυραγωγώ) ] σημαίνει χώρος «ιερός» και «απαραβίαστος». Πανεπιστημιακό άσυλο, είναι αντίστοιχα, το «απαραβίαστο» των «ιερών» πανεπιστημιακών χώρων στους οποίους συντελείται επιστημονική έρευνα και διδασκαλία· η νομοθετική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου αποτελεί στην πραγματικότητα παγκόσμια πρωτοτυπία της ελληνικής έννομης τάξης καθώς αντίστοιχες διατάξεις δεν συναντώνται σε καμία σύγχρονη δημοκρατία. Το πανεπιστημιακό άσυλο έχει νόημα μόνο εφόσον συνίσταται εννοιολογικά στην αδυναμία παρέμβασης των αστυνομικών αρχών στους χώρους του πανεπιστημίου σε περίπτωση διάπραξης ποινικών αδικημάτων. Αντίθετα, το να γίνεται λόγος για άσυλο ελεύθερης διακίνησης ιδεών, έρευνας και διδασκαλίας είναι εννοιολογικά όχι μόνο άστοχο αλλά και περιττό: η ελεύθερη διακίνηση ιδεών καθώς και η ελευθερία της έρευνας και της διδασκαλίας αποτελούν συνταγματικώς κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα, τα οποία μάλιστα απολαμβάνουν στον χώρο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης της ευρύτερης δυνατής συνταγματικής προστασίας ως επιμέρους εκδηλώσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας (Σ. 16 παρ. 1)· τυχόν επέμβαση της αστυνομίας προς παρεμπόδιση της ελεύθερης και ακώλυτης διακίνησης ιδεών, της έρευνας και της διδασκαλίας θα παραβίαζε την ίδια την ακαδημαϊκή ελευθερία.

Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι, λοιπόν, να δοθούν απαντήσεις στα παρακάτω ερωτήματα:

- Τι ήταν αυτό που οδήγησε στην νομοθετική, έστω, κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου και πώς λειτούργησε στην πράξη ένας τέτοιος θεσμός;

- Συνέβαλε η νομοθετική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου στην προαγωγή της ακαδημαϊκής ελευθερίας και στην καλή λειτουργία του πανεπιστημίου εν γένει;

- Η μη-επέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων στα πανεπιστήμια κατά την διάπραξη αδικημάτων του κοινού ποινικού δικαίου ανταποκρίνεται στις επιταγές της δικαιοκρατικής αρχής του ελληνικού συνταγματικού πολιτεύματος ή συνιστά δια παραλείψεως κατάλυση της ίδιας της ακαδημαϊκής ελευθερίας;

Απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά μπορούν να δοθούν διερευνώντας, σε ένα πρώτο μέρος, την διαμόρφωση πανεπιστημιακού ασύλου στην ελληνική πραγματικότητα (Ι) και, μελετώντας, σε ένα δεύτερο μέρος, την εφαρμογή του πανεπιστημιακού ασύλου στην πράξη (ΙΙ).

 

Ι. Η διαμόρφωση του πανεπιστημιακού ασύλου στην ελληνική πραγματικότητα

Το γεγονός ότι ούτε στα προϊσχύσαντα Συντάγματα του νέου ελληνικού κράτους ούτε στο ισχύον Σύνταγμα γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην έννοια του πανεπιστημιακού ασύλου δεν σημαίνει βεβαίως ότι η αστυνομία δύναται να επεμβαίνει αδικαιολόγητα στους χώρους των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξυπηρέτησης κάποιου νόμιμου σκοπού. Η καταπάτηση του «ιερού» και «απαραβίαστου» χαρακτήρα των πανεπιστημίων από την δικτατορία των συνταγματαρχών αποτέλεσε την ιστορική βάση του μη-ικανοποιηθέντος αιτήματος για κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου στο Σύνταγμα του 1975 (1.1) αλλά και της ίδιας της μεταγενέστερης νομοθετικής αναγνώρισης του πανεπιστημιακού ασύλου σε μία εποχή στην οποία η δημοκρατική νομιμότητα είχε ήδη ούτως ή άλλως παγιωθεί (1.2).

 

1.1. Από την άρνηση συνταγματικής κατοχύρωσης του πανεπιστημιακού ασύλου…

Η έφοδος των αστυνομικών δυνάμεων στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών την 22α Φεβρουαρίου 1973 και η εισβολή άρματος μάχης στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο την 17η Νοεμβρίου του ίδιου έτους αποτέλεσαν το αποκορύφωμα της κατασταλτικής τρομοκρατίας της δικτατορίας των συνταγματαρχών στον χώρο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Μετά την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος και την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, ναι μεν κατοχυρώνεται συνταγματικά ο θεσμός των φοιτητικών συλλόγων ως «αναγνώριση» της αντιστασιακής τους δράσης κατά την διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας (Σ. 16 παρ. 5 εδ. δ’)[1] αλλά η τότε κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας αποκρούει expressis verbis, ρητά και κατηγορηματικά, το αίτημα της αντιπολίτευσης για συνταγματική κατοχύρωση και του πανεπιστημιακού ασύλου.

Συγκεκριμένα, όπως σημείωσε με νόημα – και, όπως a posteriori αποδείχθηκε, προφητικά – ο τότε Υπουργός Παιδείας, Π. Ζέπος, «…αυτό το δίκαιον του ασύλου, το οποίον όπως όλοι ξεύρωμεν έχει τας ρίζες του εις αρχαιότατα δίκαια, είναι κάτι τι το οποίον βεβαίως εξυπηρετεί ωρισμένας ιδέας, αλλά είναι και κάτι τι το επικίνδυνον. Διότι, συνταράσσει ή ταράσσει την ενιαίαν λειτουργίαν της Πολιτείας. Δεν είμαι – και θέλω αυτό να το τονίσω σαφέστατα από του βήματος αυτού – εναντίον της ιδέας του Πανεπιστημιακού Ασύλου αλλά φοβούμαι την συνταγματικήν κατοχύρωσιν μιας τοιαύτης διατάξεως, διότι δεν γνωρίζω – και με συγχωρείτε δια την αγραμματοσύνην μου – πού είναι δυνατόν μία τέτοια συνταγματική διάταξις να μας οδηγήση. Θα προτιμούσα αυτό, εάν τυχόν παραστή ανάγκη να ρυθμισθή με κάποιον νόμον, αλλά όχι με συνταγματικήν διάταξιν. Διότι φοβούμαι ότι είναι ενδεχόμενον να αντιμετωπίσωμεν προβλήματα από μίαν τοιαύτην συνταγματικήν διάταξιν τα οποία ουδεμία πτέρυξ εις την αίθουσαν αυτήν θα είναι δυνατόν να αποδεχθή»[2].

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την Κατάρτιση του Νέου Συντάγματος, Κωνσταντίνος Τσάτσος, τοποθετήθηκε ως εξής: «Όσον αφορά την σκέψιν περί ασύλου, αντιλαμβάνομαι απολύτως ότι είναι προϊόν της ιστορίας των τελευταίων ετών. Παρεβιάσθη το ακαδημαϊκόν άσυλον, εμπήκεν η αστυνομία, εκτύπησε τους φοιτητάς. Έγιναν όλαι αυταί αι αθλιότητες επί επτά έτη και, βεβαίως, είναι δίκαια και εύλογος η αντίδρασις, η οποία δημιουργείται, ως εκ τούτου. Αυτή όμως είναι μεσαιωνική αντίληψις των Πανεπιστημίων, τα οποία τότε αποτελούσαν κράτος εν κράτει. Ήσαν τελείως ελεύθερα, ήσαν έξω από το Κράτος. Εκεί, βεβαίως, υπήρχεν άσυλον. Ήτο ιερός χώρος, όπως το Βατικανόν εις την Ρώμην. Αυτό, βεβαίως, σήμερον ημπορεί να το ρυθμίση και ο κ. Υπουργός της Παιδείας δια του οργανισμού του Πανεπιστημίου, ο οποίος θα ημπορή να απαγορεύη τας αυθαίρετους επεμβάσεις, είτε της αστυνομίας είτε οιασδήποτε άλλης αρχής εντός του Πανεπιστημίου. Αλλά να καταστήσωμεν τον χώρον τον ειδικόν, ή μάλλον τους χώρους τους ειδικούς sacro sancta, δεν είναι κάτι το οποίον ημπορεί να ανταποκρίνεται εις την δομήν, την σημερινήν, της ζωής. Διότι ημπορεί να βγει αύριον η εκκλησία και να ειπή ότι και αι εκκλησίαι είναι άσυλα. Οι αρχαίοι ναοί ήσαν άσυλα. Αλλά έτσι δεν εξυπηρετούμεν τίποτε. Καταλαβαίνω την συναισθηματικήν πλευράν του ζητήματος και την σέβομαι αλλά δεν ημπορώ, βάσει αυτής της συναισθηματικής τοποθετήσεως όλων μας αυτήν την στιγμήν, να θεσπίσω διάταξιν εν τω Συντάγματι περί ασύλου»[3].

Όπως προκύπτει από τις ως άνω τοποθετήσεις των εκπροσώπων της τότε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, η μη-συνταγματική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου στο Σύνταγμα του 1975 δεν συνάγεται μόνο εκ της σιγής του Συντάγματος αλλά υπήρξε, πέρα από κάθε αμφιβολία, εκούσια και συνειδητή. Συνεπώς, καθίσταται εμφανές – ήδη από το σημείο αυτό – ότι το πανεπιστημιακό άσυλο δεν αποτελεί κανόνα του συνταγματικού δικαίου· οι δε περί του αντιθέτου απόψεις οι οποίες διατυπώνονται σήμερα από ένα μέρος της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα contra constitutionem ερμηνείας και κείνται κυριολεκτικά εκτός νομικής πραγματικότητας.

Παρόλα αυτά, υποστηρίχθηκε ήδη από πολύ νωρίς – και μάλιστα πολύ πριν από την μεταγενέστερη νομοθετική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου – η άποψη ότι η αποχή της κρατικής εξουσίας από επεμβάσεις στους πανεπιστημιακούς χώρους επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας ανάγεται σε παλαιά ευρωπαϊκή παράδοση σύμφωνα με την οποία η τήρηση της τάξης και της ασφάλειας στους χώρους αυτούς ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη των διοικητικών αρχών του πανεπιστημίου ενώ επέμβαση της αστυνομίας χωρίς την θέλησή τους μπορεί να γίνει μόνο σε περίπτωση διάπραξης αξιόποινων πράξεων που στρέφονται κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας και, σύμφωνα πάντα με την ίδια άποψη, το υπό την ως άνω έννοια πανεπιστημιακό άσυλο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο τόσο με την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας, όσο και με την, κατ’ άρθρο 16 του Συντάγματος, πλήρη αυτοδιοίκηση των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και συνεπώς εμπεριέχεται ουσιαστικά στην συνταγματικώς κατοχυρωμένη ακαδημαϊκή ελευθερία[4]. Η άποψη αυτή, δεν μπορεί, ειδικότερα, να γίνει δεκτή, σε κανένα από τα επιμέρους σημεία της, ιδίως για τους εξής λόγους:

Πρώτον, η ύπαρξη μίας τέτοιας «παλαιάς» «ευρωπαϊκής» - νομικής; - παράδοσης όχι μόνο δεν αποτυπώνεται στην σύγχρονη νομοθεσία κανενός ευρωπαϊκού κράτους αλλά σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι γνωστό ούτε καν ως έννοια, πολλώ δε μάλλον ως νομική πραγματικότητα. Στην Convention Nationale του 1792, η Γαλλική Επανάσταση κατήργησε όλα τα μέχρι τότε ισχύοντα άσυλα, αφού «ο νόμος είναι το άσυλο όλων των πολιτών»[5]. Στην Μ. Βρετανία όχι μόνο δεν υφίσταται σήμερα κανένας παρόμοιος νόμος περί πανεπιστημιακού ασύλου αλλά θεωρείται αυτονόητο ότι η αστυνομία μπορεί να εισέρχεται στον χώρο του πανεπιστημίου, και μάλιστα με τους ίδιους όρους που επεμβαίνει οπουδήποτε αλλού, χωρίς το συγκεκριμένο ζήτημα να τίθεται καν προς συζήτηση ή να αποτελεί πεδίο διαφωνιών[6].

Δεύτερον, στο συνταγματικό κράτος καθένας έχει δικαίωμα – οπουδήποτε και οποτεδήποτε – στην εκ μέρους των κρατικών αρχών προστασία των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι με αυτό. Η δυνατότητα πραγματικής, αποτελεσματικής και υπό ίσους όρους πρόσβασης του ατόμου στις αστυνομικές και δικαστικές αρχές του κράτους στις περιπτώσεις στις οποίες παραβιάζεται οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμά του είτε από φορείς δημόσιας εξουσίας είτε από την πλευρά των ιδιωτών δεν επιτρέπεται να εξαρτάται από προηγούμενη άδεια οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, υπό την επιφύλαξη βεβαίως αντίθετων ειδικών συνταγματικών διατάξεων[7] ή των κανόνων του διεθνούς δικαίου[8].

Τρίτον, η έννοια της «πλήρους αυτοδιοίκησης» στο ισχύον Σύνταγμα όχι μόνο δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι είναι τόσο ευρεία ώστε να αποκλείει την επέμβαση αστυνομικών δυνάμεων χωρίς την θέληση διοικητικών οργάνων του πανεπιστημίου αλλά, αντίθετα, κατά την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, «η αρχή της αυτοδιοικήσεως έχει αποκλειστικά ως περιεχόμενο την εξουσία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων να αποφασίζουν με δικά τους όργανα στις δικές τους υποθέσεις, όπως είναι η διαχείριση της περιουσίας των ή η εκλογή του διδακτικού και διοικητικού των προσωπικού. Η εξουσία αυτή είναι καθαρά διοικητική, περιορισμένη στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου (νόμων και κανονιστικών πράξεων) που διέπουν την οργάνωση και την λειτουργία τους»[9].

Τέταρτον, το πανεπιστημιακό άσυλο δεν δύναται να θεωρηθεί per se ούτε ως στοιχείο – και δη εγγενές – της ακαδημαϊκής ελευθερίας καθώς η τελευταία μόνο σε ένα συνταγματικώς κατοχυρωμένο πλαίσιο ελευθερίας και δημοκρατίας δύναται να ενταχθεί εννοιολογικά και δογματικά ενώ, αντίθετα, τυχόν άποψη σύμφωνα με την οποία η προαγωγή της ακαδημαϊκής ελευθερίας προϋποθέτει ή συνεπάγεται, άμεσα ή έμμεσα, την αναστολή της συνταγματικής νομιμότητας στους χώρους του πανεπιστημίου μόνο ως νομικό curiosum θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή.

Όπως άλλωστε επισήμανε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στην από 23 Μαρτίου 1977 σχετική γνωμοδότησή του προς το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, «… ...η έννοια του ασύλου των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων … έγκειται εις την, εκ της συνταγματικώς κατοχυρωμένης ελευθερίας της τέχνης και της επιστήμης, ως και της ερεύνης και διδασκαλίας (άρθρο 16 παρ. 1), προκύπτουσαν απαγόρευσιν επεμβάσεως του εποπτεύοντος αυτά Κράτους, δια της επιβολής, ακόμη και δια νόμου, περιορισμών ή μέτρων περικοπτόντων κατ’ ουσίαν το περιεχόμενον της ελευθερίας ταύτης. … Ειδικώτερον η παρουσία της αστυνομικής αρχής και η υπ’ αυτής ενέργεια των εκ των νόμων επιβαλλόμενων εις αυτήν, εις προσιτούς εις πάντα Πανεπιστημιακούς χώρους, ως λ.χ. εις τον προ του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών τοιούτον, δεν χρήζει της αδείας οιουδήποτε. Το αυτό και προκειμένου περί περικλείστων Πανεπιστημιακών χώρων, εφ’ όσον αι είσοδοι προς αυτούς παραμένουσι ανοικταί δια την ανέλεγκτον είσοδον των βουλομένων. … Εάν αι παρεκτροπαί [εις τας, εις κλειστούς ή περικλείστους χώρους των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, πραγματοποιουμένας φοιτητικάς συνελεύσεις] προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα ... [εγκλήματος, εξ επαγγέλματος διωκτέου], η είσοδος της αστυνομικής αρχής εις τον χώρον της συνελεύσεως είναι επιβεβλημένη εκ των καθηκόντων της και δεν χρήζει άδεια τινός. … Εις τους διέποντας τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα νόμους δεν ενεύρομεν – ευλόγως – διάταξιν θέτουσαν ως όρον, δια την είσοδον, διαρκούσης της λειτουργίας των, της αστυνομικής αρχής εις κλειστόν ή περίκλειστον πανεπιστημιακόν χώρον, προς σύλληψιν εγκληματούντος εις αυτούς ή εγκληματήσαντος οιουδήποτε ατόμου ή προς βεβαίωσιν και συλλογήν στοιχείων περί του εγκλήματος, την προς τούτο άδειαν του Πρυτάνεως, ήτοι του εκ του νόμου υποχρέου να γνωστοποιήση εις την αστυνομικήν αρχήν το έγκλημα ή την παρουσίαν του εγκληματίου και να προκαλέση ούτω την εις τους πανεπιστημιακούς χώρους παρουσίαν αυτής. ...».[10]

Πράγματι, ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 αντιλαμβάνεται την ακαδημαϊκή ελευθερία ως αναπόσπαστο τμήμα της συνταγματικής νομιμότητας και όχι ως «άσυλο» παρανομίας και ασυδοσίας, καθώς, σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 16 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος, «η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα»[11]. Έτσι, επισημαίνεται ορθώς ότι η προπαγάνδα, η παραπληροφόρηση, η διέγερση μίσους ή περιφρόνησης, η άσκηση ψυχολογικής ή σωματικής βίας, η λογοκρισία και το σαμποτάζ γνωμών και ομιλητών δεν έχουν θέση στο πανεπιστήμιο, δεν καλύπτονται από την ακαδημαϊκή ελευθερία και δεν πρέπει να γίνονται ανεκτά[12]. Από την άλλη πλευρά, ο αδιαμφισβήτητος ρόλος του φοιτητικού κινήματος στην διαμόρφωση του δημοκρατικού συναισθήματος του ελληνικού λαού στα χρόνια της «απαγορευμένης νομιμότητας» και της μετέπειτα δικτατορίας των συνταγματαρχών κάθε παρά τιμάται με την κατοχύρωση θεσμών οι οποίοι οδηγούν στην de facto κατάλυση συνταγματικών ελευθεριών για τις οποίες οι φοιτητές αγωνίστηκαν επί σειρά δεκαετιών.

 

1.2.  …στην νομοθετική κατοχύρωση του «ιερού» και «απαραβίαστου» των πανεπιστημίων

            Το πανεπιστημιακό άσυλο καθιερώνεται νομοθετικά για πρώτη φορά οκτώ χρόνια μετά την κατάρρευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, με την άνοδο του Πα.Σο.Κ. στην εξουσία, οπότε και τίθεται σε ισχύ ο Ν. 1268/1982[13]· για την ακρίβεια, το πανεπιστημιακό άσυλο «αναγνωρίζεται» – υπονοώντας ενδεχομένως ότι προϋπήρχε δήθεν ως εθιμικός κανόνας δικαίου – ως μέσο για την πραγμάτωση συγκεκριμένων συνταγματικών σκοπών: «της ακαδημαϊκής ελευθερίας», «της ελεύθερης επιστημονικής αναζήτησης» και «της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών» (άρθρο 2 παρ. 4)[14]. Μολονότι, ωστόσο, για την εξυπηρέτηση των ως άνω σκοπών, η καθιέρωση του πανεπιστημιακού ασύλου έχει νόημα μόνο όσον αφορά στους χώρους στους οποίους συντελείται επιστημονική έρευνα και διδασκαλία, το πανεπιστημιακό άσυλο καθιερώνεται δυνάμει της παρ. 5 του ως άνω άρθρου για όλους ανεξαιρέτως τους χώρους των πανεπιστημίων (άρθρο 2 παρ. 5)[15]. Αρμόδιο όργανο για την πρόσκληση ή άδεια επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους αυτούς ορίζεται ένα τριμελές όργανο αποτελούμενο από τον Πρύτανη ή τον αναπληρωτή του, έναν εκπρόσωπο των καθηγητών και έναν εκπρόσωπο των φοιτητών, οι οποίοι πρέπει να λάβουν ομόφωνη απόφαση ενώ, αν αυτό δεν καταστεί δυνατό, συγκαλείται αυθημερόν η Σύγκλητος του πανεπιστημίου, η οποία αποφασίζει σχετικά με αυξημένη πλειοψηφία 2/3 επί των παρόντων (άρθρο 2 παρ. 6)[16]. Κατ’ εξαίρεση, δίνεται η δυνατότητα επέμβασης της δημόσιας δύναμης χωρίς να δοθεί η ως άνω άδεια στις περιπτώσεις στις οποίες διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής (άρθρο 2 παρ. 7)[17] ενώ η παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου καθίσταται ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα (άρθρο 2 παρ. 8)[18]. Είναι δε εμφανές ότι η άρση του πανεπιστημιακού ασύλου κατά την συντέλεση αδικημάτων του κοινού ποινικού δικαίου, πέρα από αυτόφωρα κακουργήματα ή εγκλήματα κατά της ζωής, είναι στην πράξη εξαιρετικά δυσχερής – ωσάν δηλαδή η πραγματική βούληση του νομοθέτη να ήταν όχι η προαγωγή της ελεύθερης διακίνησης ιδεών, της έρευνας και της διδασκαλίας αλλά η νομοθετική κατοχύρωση του «ιερού» και «απαραβίαστου» των πανεπιστημιακών χώρων κατά τρόπο ώστε να ευνοείται η εντός του πανεπιστημίου διενέργεια παράνομων πράξεων – καθώς αφενός μεν η επίτευξη ομοφωνίας μεταξύ του Πρύτανη, του εκπροσώπου των καθηγητών και του εκπροσώπου των φοιτητών, που συναπαρτίζουν την Επιτροπή Ασύλου, είναι για τα ελληνικά δεδομένα αναμενόμενο να καθίσταται στις περισσότερες περιπτώσεις σχεδόν ανέφικτη, αφετέρου δε μέχρι να συνεδριάσει η Σύγκλητος του πανεπιστημίου και να λάβει με αυξημένη πλειοψηφία την σχετική απόφαση η ζημία από τις παράνομες πράξεις θα έχει πλέον συντελεσθεί και οι δράστες θα βρίσκονται κατά πάσα πιθανότητα ήδη μακράν των χώρων του πανεπιστημίου. Και ναι μεν το πανεπιστημιακό άσυλο αφορά μόνο στην διαδικασία πρόληψης και καταστολής των εγκλημάτων (αδυναμία επέμβασης των αστυνομικών αρχών και σύλληψης των δραστών στους χώρους του πανεπιστημίου αν δεν πληρούνται συγκεκριμένες διαδικαστικές προϋποθέσεις) και όχι στην ουσία της ποινικής μεταχείρισης των δραστών (ο άδικος χαρακτήρας των παράνομων πράξεων που τελούνται στους πανεπιστημιακούς χώρους δεν αίρεται και οι δράστες παραμένουν αξιόποινοι)[19] αλλά η ίδια η «λογική» της μη-επέμβασης της αστυνομίας ισοδυναμεί per se με ενθάρρυνση της εγκληματικότητας.

            Εικοσιπέντε χρόνια μετά την ως άνω νομοθετική «αναγνώριση» του πανεπιστημιακού ασύλου, ο νομοθέτης προσπάθησε, θέτοντας σε ισχύ τον Ν. 3549/2007[20], να εκλογικεύσει κάπως το συγκεκριμένο νομοθετικό καθεστώς, ενισχύοντας και αποσαφηνίζοντας την κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου για την προάσπιση αποκλειστικά ακαδημαϊκών ελευθεριών και του δικαιώματος στη γνώση και τη μάθηση στην ανώτατη παιδεία, αποσκοπώντας στην αποτροπή της κατάχρησης του για πράξεις που δεν έχουν καμία σχέση με την ακαδημαϊκή λειτουργία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων[21]. Συγκεκριμένα, καταργούνται, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 1264/1982 (άρθρο 3 παρ. 3)[22], ορίζονται ως σκοποί του ασύλου η κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και η προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των Α.Ε.Ι. και των εργαζομένων σε αυτά και όχι προσώπων που δεν έχουν σχέση με το πανεπιστήμιο (άρθρο 3 παρ. 3) [23], η ισχύς του ασύλου περιορίζεται μόνο στους πανεπιστημιακούς χώρους στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα, και σε όχι όλους ανεξαιρέτως τους χώρους του πανεπιστημίου ενώ η επέμβαση της δημόσιας δύναμης επιτρέπεται πλέον μόνο εφόσον παρίσταται και εκπρόσωπος της δικαστικής αρχής (άρθρο 3 παρ. 4)[24], η πρόσκληση ή η άδεια για επέμβαση της αστυνομίας αποτελεί πλέον αρμοδιότητα του Πρυτανικού Συμβουλίου ή της Διοικούσας Επιτροπής των Α.Ε.Ι. και του Συμβουλίου των Τ.Ε.Ι. τα οποία μάλιστα λαμβάνουν απόφαση με απλή πλειοψηφία (άρθρο 3 παρ. 5 και 9)[25], επέμβαση της δημόσιας δύναμης χωρίς να δοθεί η ως άνω άδεια εξακολουθεί να είναι δυνατή μόνο εφόσον διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής (άρθρο 3 παρ. 6)[26] και, τέλος, η παραβίαση των ως άνω διατάξεων εξακολουθεί να αποτελεί ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα (άρθρο 3 παρ. 7)[27]. Παρά το γεγονός ότι ο νόμος αυτός, ο οποίος κατατέθηκε και ψηφίστηκε μετά από πολύμηνες και έντονες πιέσεις και διαμαρτυρίες καθηγητών και φοιτητών και με προσωπικό κόστος της τότε Υπουργού Παιδείας, Μαριέττας Γιαννάκου, κινείται κατά το μάλλον ή ήττον προς την σωστή κατεύθυνση, το θέμα του πανεπιστημιακού ασύλου δεν αντιμετωπίζεται εντούτοις όπως θα επέβαλλε η οδυνηρή εμπειρία της εικοσιπεντάχρονης εφαρμογής του. Με πιο απλά λόγια, ναι μεν ο θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου αφορά πλέον μόνο στα πρόσωπα τα οποία συνδέονται με το πανεπιστήμιο και στους χώρους στους οποίους συντελείται επιστημονική έρευνα και διδασκαλία, με παράλληλη διευκόλυνση της δυνατότητας άρσης του, αλλά στην πράξη δεν υπήρξαν μέχρι τώρα ούτε αναμένεται να υπάρξουν στο μέλλον σημαντικά αποτελέσματα καθώς, όσο το πανεπιστημιακό άσυλο παραμένει σε ισχύ, θα εξακολουθεί να επικρατεί η αντίληψη ότι στα ελληνικά πανεπιστήμια επιτρέπεται ελεύθερα η διάπραξη αδικημάτων του κοινού ποινικού δικαίου· αντίληψη η οποία δημιουργεί συνθήκες ασυδοσίας και ατιμωρησίας και η οποία δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα.

 

ΙΙ. Η πραγματικότητα της εφαρμογής του πανεπιστημιακού ασύλου (1982-2009)

            Η νομοθετική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου ως ιστορική αντίδραση απέναντι στη βία και την καταστολή της απριλιανής δικτατορίας κάθε άλλο παρά ανταποκρίθηκε στον συνταγματικό σκοπό για τον οποίο υποτίθεται ότι καθιερώθηκε. Συν τω χρόνω, ο θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου όχι μόνο δεν προήγαγε την ακαδημαϊκή ελευθερία αλλά οδήγησε ουσιαστικά στην de facto κατάλυσή της (2.1) και, ως εκ τούτου, η κατάργηση του συγκεκριμένου θεσμού αποτελεί δίχως άλλο αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας (2.2).

 

2.1. Από την δια του ασύλου κατάλυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας...

            Κατά την εικοσιπεντάχρονη ισχύ του πανεπιστημιακού ασύλου όπως αυτό «αναγνωρίστηκε» με τον Ν. 1268/1982, μόνο σε τρεις περιπτώσεις κατέστη δυνατή η άρση του: α) το 1985, στην κατάληψη του Xημείου Αθηνών, επί πρυτανείας του Μιχάλη Σταθόπουλου, β) το 1995, όταν κάηκε το ιστορικό κτήριο του Ε.Μ.Π., επί πρυτανείας Νίκου Mαρκάτου, και γ) το 2002, λόγω εντοπισμού   χασισοφυτείας (!) σε δασώδη έκταση ιδιοκτησίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Υπό την ισχύ του Ν. 3549/2007, στα πλαίσια των γενικευμένων επεισοδίων του Δεκεμβρίου 2008 οι καταληψίες προκαλούσαν επί δύο εβδομάδες τεράστιες καταστροφές στο Πολυτεχνείο, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, λεηλατώντας γραφεία και εργαστήρια με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, καταστρέφοντας πόρτες και τζάμια, γεμίζοντας τους τοίχους με συνθήματα και σπάζοντας τα μάρμαρα προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν ως «πυρομαχικά» στις επιθέσεις κατά των αστυνομικών αρχών. Μόνο η ζημία από το κάψιμο του Σπουδαστηρίου Ευρωπαϊκού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ανέρχεται κατά την εκτίμηση της πρυτανείας σε πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ. Γιατί όμως δεν αίρεται το πανεπιστημιακό άσυλο κάθε φορά που διαπράττονται στους χώρους των πανεπιστημίων σοβαρά ποινικά αδικήματα; «Δεν μπορώ να συναινέσω σε κάτι τέτοιο όταν ξέρω ότι μέσα στο ίδρυμα υπάρχουν άτομα με μπιτόνια πετρελαίου. Υπάρχει ο κίνδυνος πολύ μεγαλύτερης, αναλογικά, καταστροφής. Για να μην μιλήσουμε για τον κίνδυνο που διατρέχουν ζωές», δηλώνει ο πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γρηγόρης Πραστάκος[28].

Αλλά και πριν από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008, η ισχύς του Ν. 3549/2007 δεν είχε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. «Με αμηχανία και θλίψη παρακολουθεί η κοινή γνώμη τις επαναλαμβανόμενες βεβηλώσεις κειμηλίων και ιερών μνημείων, τις καταστροφές πανεπιστημιακών χώρων, τις κλοπές πολύτιμων ερευνητικών οργάνων, τη διακίνηση ναρκωτικών και άλλες εγκληματικές ενέργειες στους χώρους του Πανεπιστημίου», παρατηρεί ο πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνος Δημόπουλος. «Τι ήταν οι τελευταίες καταστροφές στο μοναδικής ιστορικής και αρχιτεκτονικής αξίας κτίριο του Πανεπιστημίου των Αθηνών; Αποτελέσματα ασυλίας ή συλήσεως; Συλήσεως της ασυλίας ή ασυλίας στη σύληση; Όταν καταπατείται βάναυσα και προσβάλλεται η στοιχειώδης νοημοσύνη, οι λέξεις χάνουν τη σημασία τους. Το γεγονός όμως μένει συγκλονιστικό. ... Τι αντιτάσσει κανείς σ' αυτήν την τυφλή, απρόκλητη και αναίτια βία; Βία που αποτελεί βιασμό του πανεπιστημιακού ασύλου, αφού προφανώς παρεμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση ιδεών και επιβάλλει με ολοκληρωτισμό τον ετσιθελισμό κάποιων για βίαιη παρεμπόδιση λειτουργίας, συνδυαζόμενη με άγρια καταστροφή των υποδομών του πανεπιστημίου.», παρατηρεί ο πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αναστάσιος Μάνθος[29].

Σε άλλη περίπτωση, ο πρόσφατος ξυλοδαρμός του Καθηγητή Εγκληματολογίας, Γιάννη Πανούση, από περίπου σαράντα κουκουλοφόρους, κατά την διάρκεια ομιλίας του σε εκδήλωση της Νομικής Σχολής Αθηνών προκάλεσε την αμήχανη αντίδραση του πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών, Χρήστου Κίττα: «Δεν ξέρουμε πια τι να κάνουμε. Όταν έχουμε τέτοιες συντονισμένες ενέργειες που εξελίσσονται μέσα σε λίγα λεπτά, πότε να προλάβει να συγκληθεί το Πρυτανικό Συμβούλιο για να αποφασίσει για το άσυλο; ... Δεν ξέρω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε πια μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις, πέραν κάθε λογικής»[30]. Όπως παρατηρεί και ο Πρόεδρος του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιάννης Παπαδάτος, ο οποίος υπήρξε και ο ίδιος θύμα άγριας επίθεσης από ομάδα κουκουλοφόρων στον χώρο του πανεπιστημίου, «τα ελληνικά πανεπιστήμια μοιάζουν με ανοχύρωτη πολιτεία»[31].

Ακόμα και ένας πρωτοετής φοιτητής της Νομικής ή ακόμα και κάποιος ο οποίος δεν διαθέτει καθόλου νομικές γνώσεις δεν θα δυσκολευόταν να καταλάβει ότι οι προπηλακισμοί και οι ξυλοδαρμοί φοιτητών και καθηγητών, οι βίαιες διακοπές μαθημάτων, οι καταλήψεις αιθουσών και ολόκληρων κτηρίων, το κάψιμο σπουδαστηρίων και ολόκληρων κτηρίων, η ελεύθερη και αν(εξ)έλεγκτη κυκλοφορία εύφλεκτων υλικών και εκρηκτικών υλών, όπλων και πυρομαχικών στους χώρους του πανεπιστημίου, η διακίνηση ναρκωτικών, η ασύδοτη δράση των φοιτητικών παρατάξεων, η ανάπτυξη πάσης φύσεως δραστηριοτήτων ακόμα και από πρόσωπα που δεν συνδέονται με το πανεπιστήμιο, κ.λπ., κάθε άλλο παρά προάγουν την συνταγματικώς κατοχυρωμένη ακαδημαϊκή ελευθερία. Όποιος έχει ασχοληθεί με την επιστήμη, με την έρευνα ή με την διδασκαλία γνωρίζει ότι οι συγκεκριμένες δραστηριότητες μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο υπό καθεστώς ελευθερίας και νομιμότητας, όχι υπό συνθήκες βίας και ανομίας.

Αλλά και ανεξάρτητα από την πραγματικότητα της εφαρμογής του πανεπιστημιακού ασύλου, η νομοθετική του κατοχύρωση αντίκειται per se στην ακαδημαϊκή ελευθερία και στην δικαιοκρατική αρχή του ελληνικού συνταγματικού πολιτεύματος. Στα πλαίσια του καθεστώτος της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας, όλοι οι πολίτες είναι ελεύθεροι και ίσοι, ή, ορθότερα, όλοι οι πολίτες είναι εξίσου ελεύθεροι. Η συνταγματική κατοχύρωση της ισότητας στην ελευθερία επιτυγχάνεται με την επιβολή περιορισμών στα δικαιώματα του ανθρώπου χάριν της συνταγματικής νομιμότητας και των δικαιωμάτων των άλλων[32]. Πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του σεβασμού και της προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων καθιστά αναγκαία την επιβολή περιορισμών προς δύο κατευθύνσεις: αφενός μεν προς την κατεύθυνση της συντήρησης και της καλής λειτουργίας της πολιτικά οργανωμένης κοινωνίας, που αποτελεί τον εγγυητή του σεβασμού και της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου εν γένει, αφετέρου δε προς την κατεύθυνση της δυνατότητας αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων από όλους τους ανθρώπους εξίσου και στον ίδιο βαθμό. Το πανεπιστημιακό άσυλο το οποίο εγγυάται δήθεν «περισσότερη ελευθερία» καταλήγει, ήδη, εξ αυτού του λόγου, στην κατάργηση της ίδιας της ελευθερίας: σε έναν χώρο στον οποίο δεν εφαρμόζεται το συνταγματικό δίκαιο επικρατεί άνευ ετέρου το δίκαιο του ισχυρού! Και οι «ισχυροί» του ελληνικού πανεπιστημίου είναι προφανώς οι «κουκουλοφόροι», οι «καταληψίες», οι «ηγέτες» των φοιτητικών παρατάξεων και οι κάθε είδους «κακοποιοί» οι οποίοι βρίσκουν καταφύγιο στους χώρους των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Αυτοί, ναι, υπό καθεστώς νομοθετικής «αναγνώρισης» πανεπιστημιακού ασύλου είναι ελεύθεροι· οι καθηγητές και οι φοιτητές, για τους οποίους κατοχυρώνεται συνταγματικά η ακαδημαϊκή ελευθερία, όχι.

 

2.2. …στο αίτημα για αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας

Είκοσι επτά χρόνια μετά την θέση σε ισχύ του Ν. 1268/1982 και δύο μόλις χρόνια μετά την θέση σε ισχύ του Ν. 3529/2007 γίνεται αντιληπτό ότι η κατάσταση «δεν πάει άλλο». Παρατηρείται ορθώς ότι «η ευγενέστερη κατάκτηση του φοιτητικού κινήματος, στα δύσκολα χρόνια του μετεμφυλιακού διχασμού και της δικτατορίας, έχει εκφυλισθεί σε άλλοθι για τον περιορισμό -αν όχι και την κατάργηση- της ελευθερίας του λόγου, της έρευνας και της διδασκαλίας, εκεί όπου εξ ορισμού θα έπρεπε κατ’ εξοχήν να προστατεύεται. Ταυτόχρονα, το άσυλο στέγασε κάθε μορφής παρανομίες και επέτρεψε τον δημόσιο εξευτελισμό δασκάλων, σε βαθμό τόσο απάνθρωπο, που κανένα καθεστώς, κανένα κόμμα, καμιά παράταξη στη νεότερη ιστορία μας δεν είχε ως σήμερα αποτολμήσει. Ακόμη και σε περιόδους μεγάλης πολιτικής έντασης»[33]. Στην πραγματικότητα, το πανεπιστημιακό άσυλο οδήγησε στον εξευτελισμό όχι μόνο των καθηγητών αλλά και των φοιτητών και των όποιων οργανωμένων ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων και, σε τελική ανάλυση, και του ίδιου του πανεπιστημίου συνολικά.

Η πραγμάτωση των συνταγματικών ελευθεριών δεν δύναται να πραγματοποιείται με μέσα τα οποία καταλήγουν στην κατάργησή τους. Η συνταγματική νομιμότητα, ως προϋπόθεση για την προαγωγή της ελευθερίας της έρευνας και της διδασκαλίας στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, επιτάσσει την απόλυτη και συνολική κατάργηση των νομοθετικών διατάξεων που παρεμποδίζουν τόσο τους φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας από την ουσιαστική και αποτελεσματική άσκησή της όσο και τις αστυνομικές και, κατ’ επέκταση, τις δικαστικές αρχές από την καταστολή των παράνομων πράξεων και την απονομή της δικαιοσύνης. Η κατάργηση όμως του πανεπιστημιακού ασύλου δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται και από αλλαγή νοοτροπίας τόσο των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας όσο και των κρατικών οργάνων που είναι επιφορτισμένα με την τήρηση της δημόσιας τάξης. Διότι, σε διαφορετική περίπτωση, ακόμα κι αν καταργηθούν τυπικά οι νομοθετικές διατάξεις για το πανεπιστημιακό άσυλο, τα μεν μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας θα διστάζουν να καλούν την αστυνομία, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το πανεπιστήμιο είναι ένας «ιερός» και «απαραβίαστος» χώρος, η δε αστυνομία θα διστάζει να επέμβει ακόμα και όταν καλείται από μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, καθηγητές ή φοιτητές, έχοντας κατά νου ότι δήθεν παραβιάζει κατ’ αυτόν τον τρόπο τον «ιερό» και «απαραβίαστο» χώρο του πανεπιστημίου.

Η ουσιαστική και αποτελεσματική άσκηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας προϋποθέτει, περαιτέρω, την λήψη θετικών μέτρων τα οποία θα διασφαλίζουν ότι τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας θα είναι σε θέση να αναπτύσσουν τις ακαδημαϊκές τους δραστηριότητες με ασφάλεια. Οι καθηγητές και οι φοιτητές δεν πρέπει να κινδυνεύουν να υποστούν ή να φοβούνται ότι θα υποστούν ή να υφίστανται οποιασδήποτε μορφής βία ή δυσμενή μεταχείριση σε οποιονδήποτε τομέα για το γεγονός ότι υποστηρίζουν μία δεδομένη επιστημονική άποψη. Οι χώροι στους οποίους διεξάγεται επιστημονική έρευνα πρέπει να είναι εκ των προτέρων διασφαλισμένοι ώστε να αποτρέπεται με κάθε νόμιμο μέσο η πρόκληση υλικών ζημιών ή η καταστροφή τους για τον λόγο ότι κάποιοι δεν συμφωνούν ιδεολογικά με το αντικείμενο της έρευνας ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Η διδασκαλία πρέπει να είναι ελεύθερη και ακώλυτη, με μοναδικό περιορισμό το, κατ’ άρθρο 16 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος, καθήκον υπακοής στο Σύνταγμα. Τυχόν παρεμπόδιση της πανεπιστημιακής διδασκαλίας παραβιάζει όχι μόνο την «ενεργητική» πλευρά του δικαιώματος των καθηγητών στην ακαδημαϊκή ελευθερία (μετάδοση επιστημονικών γνώσεων) αλλά και την «παθητική» πλευρά του δικαιώματος των φοιτητών στην ακαδημαϊκή ελευθερία (λήψη επιστημονικών γνώσεων).

«Ιερή» και «απαραβίαστη» πρέπει να είναι η ανάπτυξη και η προαγωγή της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας (Σ. 16 παρ. 1), ως μέσο για την πρόοδο της κοινωνίας ως σύνολο και κάθε ατόμου χωριστά· «ιερό και «απαραβίαστο» πρέπει να είναι το δικαίωμα στη μόρφωση (Σ. 16 παρ. 4), ως μέσο για την διάπλαση των ανθρώπων σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες (Σ. 16 παρ. 2). «Ιερή» και «απαραβίαστη» πρέπει να είναι η «αξία του ανθρώπου» (Σ. 2 παρ. 1) και όλα τα «θεμελιώδη» και «απαράγραπτα» δικαιώματά του η «αναγνώριση» και «προστασία» των οποίων «αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη» (Σ. 25 παρ. 2). «Ιερή» και «απαραβίαστη» πρέπει, σε τελική ανάλυση, να είναι η συνταγματική νομιμότητα, όχι η νομοθετική κατοχύρωση θεσμών που οδηγούν στην κατάλυσή της. Όποιος με πρόθεση κατ’ οιονδήποτε τρόπο και ιδίως μέσω της κατάληψης πανεπιστημιακών χώρων παρεμποδίζει την διεξαγωγή της επιστημονικής έρευνας και της ακαδημαϊκής διδασκαλίας πρέπει να υφίσταται έννομες συνέπειες.

 

Συμπεράσματα

Ανεξάρτητα από τις όποιες νομικές απόψεις ή πολιτικές τοποθετήσεις μέρους της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, η βία και η ανομία δεν αποτελούν ούτε ατομικό δικαίωμα ούτε θεσμική εγγύηση ούτε συνταγματικό έθιμο ούτε άγραφο συνταγματικό κανόνα εν γένει. Το πανεπιστημιακό άσυλο όχι μόνο δεν έχει συνταγματική κατοχύρωση αλλά αντίκειται per se στην συνταγματικώς κατοχυρωμένη ακαδημαϊκή ελευθερία και γενικότερα στην δικαιοκρατική αρχή του φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος. Η συνολική κατάργησή του, ωστόσο, αποτελεί όχι μόνο προϋπόθεση για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας στους χώρους των πανεπιστημίων αλλά και conditio sine qua non της καλής λειτουργίας τους. Ιδεολογίες που δοκιμάστηκαν στην πράξη και απέτυχαν καθώς και νοοτροπίες και σύνδρομα που διαμορφώθηκαν στα δύσκολα χρόνια της μετεμφυλιακής περιόδου και της μετέπειτα δικτατορίας των συνταγματαρχών είναι ανεπίτρεπτο, απαράδεκτο και αδιανόητο να στοιχειώνουν τον «ιερό» και «απαραβίαστο» χώρο του πανεπιστημίου ακόμη και σήμερα, στην Ελλάδα του 21ου αι., τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η λειτουργία του ελληνικού πανεπιστημίου όλα αυτά τα χρόνια κατέδειξε ότι η όποια προσπάθεια για αναβάθμισή του δεν πρέπει να επαφίεται στην «καλή» διάθεση όλων αυτών που τόσα χρόνια το καταστρέφουν: των καθηγητών, που συναλλάσσονται με τις φοιτητικές παρατάξεις για την κατάληψη πανεπιστημιακών αξιωμάτων, των φοιτητικών παρατάξεων, που το χρησιμοποιούν για την εξυπηρέτηση των προσωπικών συμφερόντων των ηγετικών τους στελεχών και για την προώθηση της πολιτικής προπαγάνδας των κομμάτων που εκπροσωπούν, των απλών φοιτητών, που είτε αισθάνονται αδύναμοι να αναλάβουν την όποια δράση προς την κατεύθυνση της καταπολέμησης των παρακμιακών φαινομένων είτε απλά αδιαφορούν. Χρειάζεται πολιτική βούληση και πάνω απ’ όλα μία κυβέρνηση και ένας Υπουργός Παιδείας που θα είναι διατεθειμένος να αναλάβει το πολιτικό κόστος από τις αντιδράσεις όλων εκείνων οι οποίοι είτε παραμένουν πνευματικά αιχμάλωτοι των γεγονότων που συνέβησαν την 17η Νοεμβρίου 1973 είτε αντλούν όφελος από την νοσηρή κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ελληνικό πανεπιστήμιο σήμερα.



* Πρωτοδημοσιεύθηκε στο Νομικό Βήμα, Τόμος 58, Τεύχος 5, Ιούνιος 2010, σελ. 1136-1146.

[1] Αλ. Απ. Μαντζούτσος, Ισότητα και Εκπαίδευση. Το Δικαίωμα Ίσης Πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2008, σελ. 36. Όπως, όμως, ορθώς παρατηρεί, περαιτέρω, ο Αντ. Παντελής, Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, 2η Εκδοση, Εκδ. Οργ. Λιβάνη, Αθήνα 2007, σελ. 74, «ο κομματικός φοιτητικός συνδικαλισμός υπηρετεί πρωτίστως τα συμφέροντα των κομμάτων και όχι των φοιτητών».

[2] Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής / των Συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα 1975, σελ. 505.

[3] Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής / των Συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, όπ.π., σελ. 506.

[4] Αρ. Ι. Μάνεσης, Η Συνταγματική Προστασία της Ακαδημαϊκής Ελευθερίας σε Συνταγματική Θεωρία και Πράξη (του ιδίου), Εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 702-703. Προδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Πολίτης», 6-11-1976, σελ. 16 επ.

[5] Γ. Απ. Πανούσης, – Το Πανεπιστημιακό Άσυλο – Μακριά από το πνεύμα του Νομοθέτη οι Ενέργειες που Έγιναν στο Ε.Μ.Π., σε Το Τέλος μιας (Πανεπιστημιακής) Εποχής (Άρθρα 1989-1990), Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1991, σελ. 74.

[6] Βλ. σχετ. Συνέντευξη του Διευθυντή του London School of Economics, Sir Howard Davies, στην Αριστοτελία Πελώνη, ΤΑ ΝΕΑ, 17-2-2007, http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=10364

[7] Βλ. π.χ. άρθρο 61 και 62 του Συντάγματος για το ανεύθυνο και το ακαταδίωκτο των βουλευτών, αντίστοιχα.

[8] Για το προνόμια και τις ασυλίες της διπλωματικής αποστολής, το απαραβίαστο των χώρων της διπλωματικής αποστολής, κ.λπ., βλ. Εμμ. Ρούκουνα, Διεθνές Δίκαιο ΙΙΙ, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1983, σελ. 27 επ.

[9] ΣτΕ 32/1990, με επιπαραπομπή στις ΣτΕ 2788/1984, 2257/1983, 1812-1816/1983, 2216/1977, 252/1977, 1254/1976, 2168/1975, 787/1967, 2101/1960, 702/1957, 243/1957, 194/1957, 1288/1954, 175/1954, 1899/1952. Πρβλ. Ολ.ΣτΕ 2786/1984.

[10] ΓνωμΕισΑΠ 6/1977, Ευστ. Μπλέτσα, ΠοινΧρ ΚΖ’/1977, σελ. 389-390.

[11] Όπως παρατηρεί ο Π. Δ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, τ. Α’, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1991, σελ. 711, «η διάταξη αυτή υιοθετήθηκε από το άρθρο 5 παρ. 3 του γερμανικού συντάγματος… Η σχετική διάταξη είχε εισαχθεί στη Γερμανία ενόψει της εμπειρίας του μεσοπολέμου, όπου πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι έκαναν κατάχρηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας για να γελοιοποιήσουν και να υπονομεύσουν με δήθεν επιστημονικά επιχειρήματα την νέα ακόμη φιλελεύθερη δημοκρατία».

[12] Π. Δ. Δαγτόγλου, όπ.π., σελ. 711-712.

[13] Άρθρο 2 παρ. 4-8 Ν. 1268/1982 – Για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Φ.Ε.Κ. Α’ 87.

[14] Άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 1268/1982: «Για την κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, της ελεύθερης επιστημονικής αναζήτησης και της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, αναγνωρίζεται το Πανεπιστημιακό Άσυλο».

[15] Άρθρο 2 παρ. 5. Ν. 1268/1982: «Το Πανεπιστημιακό Άσυλο καλύπτει όλους τους χώρους των Α.Ε.Ι. και συνίσταται στην απαγόρευση επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους αυτούς χωρίς την πρόσκληση ή άδεια του αρμόδιου οργάνου του Α.Ε.Ι., όπως αναφέρεται στη συνέχεια». Βλ. όμως και ΓνωμΕισΑΠ, 7/1989, Αντεισαγγελέα Δημήτριου Βλάχου, ΠοινΧρ ΜΑ’/1991, σελ. 231: «Η  πανεπιστημιακή  κλινική που έχει εγκατασταθεί σε ένα νοσοκομείο, δύναται να είπει τις ότι κατά νόμον  φιλοξενείται στο νοσοκομείο και γενικά στον νοσοκομειακό χώρο και δεν αποτελεί χώρο πανεπιστημιακό σε τρόπο ώστε εάν στο  χώρο  αυτό επισυμβαίνει κάποιο αδίκημα να μην δύναται η δημοσία δύναμη να επέμβει λόγω του πανεπιστημιακού ασύλου. ...ο χώρος του [Πανεπιστημιακού] Νοσοκομείου Ρίου Πατρών δεν αποτελεί πανεπιστημιακόν χώρον και δύναται η δημόσια δύναμις να επέμβει εάν παραστεί ανάγκη προς τούτο προς προστασίαν της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας». Πρβλ. ΓνωμΕισΑΠ 1/2003, Ευάγγελου Κρουσταλλάκη, ΠοινΔικ 3/2003, σελ. 272: «Ο χώρος της Φοιτητικής Εστίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, που περιλαμβάνεται στην περίφρακτη έκταση της Πολυτεχνειούπολης, δεν καλύπτεται από το Πανεπιστημιακό Άσυλο…, αφού στο χώρο αυτό δεν πραγματοποιείται ακαδημαϊκή διδασκαλία, ούτε επιστημονική αναζήτηση και έρευνα, και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ελεύθερη διακίνηση σ’ αυτόν ιδεών και για κατοχύρωση ακαδημαϊκής ελευθερίας».

[16] Άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 1268/1982: «(α) Το όργανο αυτό είναι τριμελές και αποτελείται από τον Πρύτανη ή το νόμιμο αναπληρωτή του και ανά ένα εκπρόσωπο του Διδακτικού - Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) και των φοιτητών. (β) Ο εκπρόσωπος του Δ.Ε.Π. μαζί με έναν αναπληρωτή είναι μέλη της Συγκλήτου και εκλέγονται από το σύνολο των συγκλητικών μελών του Δ.Ε.Π. Ο εκπρόσωπος των φοιτητών μαζί με τον αναπληρωτή του είναι μέλη της Συγκλήτου και εκλέγονται από το σύνολο των φοιτητών συγκλητικών. (γ) Το όργανο αυτό αποφασίζει μόνο με ομοφωνία των μελών του. Σε περίπτωση διαφωνίας συγκαλείται έκτακτα η Σύγκλητος του Α.Ε.Ι. την ίδια μέρα προκειμένου να αποφασίσει σχετικά. Η τελική απόφαση παίρνεται με πλειοψηφία των 2/3 του συνόλου των παρόντων».

[17] Άρθρο 2 παρ. 7 Ν. 1268/1982: «Επέμβαση δημόσιας δύναμης χωρίς την άδεια του αρμόδιου οργάνου του Α.Ε.Ι., επιτρέπεται μόνον εφ’ όσον διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής».

[18] Άρθρο 2 παρ. 8 Ν. 1268/1982: «Οι παραβάτες των διατάξεων της παρ. 5 για το Πανεπιστημιακό Άσυλο τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών μετά από έγκληση του οργάνου της παρ. 6 ή της Συγκλήτου».

[19] Πρβλ. ΑΠ 230/1994, ΠοινΧρ ΜΔ’/1994, σελ. 461: «...το εν λόγω άσυλο έχει την έννοια του προσδιορισμού ορισμένου χώρου ως τέτοιου, όπου κατ’ αρχήν η αστυνομική δύναμη δεν μπορούσε, αν δεν είχε προμηθευθεί ορισμένη άδεια εκ της αρμοδίας αρχής του οικείου ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος, να προβαίνει σε συλλήψεις και όχι ως τέτοιου, όπου συγχωρείται η διάπραξη εγκλημάτων, όπως εκείνου της διατάραξης της οικιακής ειρήνης ή της στάσης σε βιαιοπραγίες κατ’ αστυνομικών...».

[20] Άρθρο 3 παρ. 3-9 Ν. 3549/2007 – Μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Φ.Ε.Κ. Α’ 69.

[21] Βλ. σχετ. Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου «Μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων», Προς τη Βουλή των Ελλήνων.

[22] Άρθρο 3 παρ. 8 Ν. 3549/2007: «Το άρθρο 2 του Ν. 1268/1982 και τα άρθρα 2 και 7 του Ν. 1404/1983 (Φ.Ε.Κ. Α’ 173) καταργούνται».

[23] Άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 3549/2007: «Το ακαδημαϊκό άσυλο αναγνωρίζεται για την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και για την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των Α.Ε.Ι. και των εργαζομένων σε αυτά, έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει».

[24] Άρθρο 3 παρ. 4 Ν. 3549/2007: «Το ακαδημαϊκό άσυλο καλύπτει όλους τους χώρους του Α.Ε.Ι. στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα. Οι χώροι αυτοί καθορίζονται με απόφαση και ευθύνη της Συγκλήτου για τα Πανεπιστήμια και της Συνέλευσης για τα Τ.Ε.Ι.. Δεν επιτρέπεται η επέμβαση δημόσιας δύναμης στους παραπάνω χώρους, παρά μόνο κατόπιν πρόσκλησης ή άδειας του αρμόδιου οργάνου του Ιδρύματος και με την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής».

[25] Άρθρο 3 παρ. 5 Ν. 3549/2007: «Αρμόδιο όργανο για την πρόσκληση ή άδεια της προηγούμενης παραγράφου είναι το Πρυτανικό Συμβούλιο για τα Πανεπιστήμια και το Συμβούλιο για τα Τ.Ε.Ι., με δικαίωμα ψήφου όλων των μελών τους. Τα όργανα αυτά συνέρχονται αμέσως, αυτεπαγγέλτως ή μετά από καταγγελία. Το αρμόδιο όργανο αποφασίζει κατά πλειοψηφία, τηρουμένων των διατάξεων του Εσωτερικού Κανονισμού του οικείου ιδρύματος και του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας». Άρθρο 3 παρ. 9 Ν. 3549/2007: «Σε Α.Ε.Ι. που διοικούνται από Διοικούσα Επιτροπή, αυτή αποτελεί το αρμόδιο όργανο της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού».

[26] Άρθρο 3 παρ. 6 Ν. 3549/2007: «Επέμβαση δημόσιας δύναμης χωρίς την άδεια του αρμόδιου οργάνου του Α.Ε.Ι. επιτρέπεται μόνον εφόσον διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής».

[27] Άρθρο 3 παρ. 7 Ν. 3549/2007: «Οι παραβάτες των διατάξεων του άρθρου αυτού για το ακαδημαϊκό άσυλο τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών μετά από έγκληση του αρμόδιου οργάνου της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού ή της Συγκλήτου για τα Πανεπιστήμια και της Συνέλευσης για τα Τ.Ε.Ι.».

[28] Για την σχετική δήλωση του Γρ. Πραστάκου και για την δημοσιογραφική καταγραφή των ανωτέρω αναφερόμενων γεγονότων, βλ. σχετ. Απ. Λακασά, ΑΕΙ με Άσυλο αλλά χωρίς Προστασία. Η Πανεπιστημιακή Κοινότητα και τα Κόμματα Ευθύνονται για τη Διαιώνιση μιας Κατάστασης που Πλήττει τα Ανώτατα Ιδρύματα, Η Καθημερινή, 4-1-2009, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_1_04/01/2009_298191

[29] Βλ. για τις ως άνω δηλώσεις Απ. Λακασά, Πανεπιστημιακό άσυλο, αλλά για ποιους; Οι Απόψεις Έξι Πανεπιστημιακών για τον Τρόπο με τον οποίο Ερμηνεύονται και Εφαρμόζονται οι Σχετικές Ρυθμίσεις του Νόμου του 2007, Η Καθημερινή, 10-2-2008, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_1_10/02/2008_258898

[30] Βλ. σχετ. Ν. Μάστορα, «Δεν ξέρουμε πια τι να κάνουμε με το άσυλο». Αγανάκτηση αλλά και αμηχανία μετά την επίθεση κατά του Γ. Πανούση, ΤΑ ΝΕΑ, 20-2-2009, http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4503184&ct=1

[31] Συνέντευξη του Γ. Παπαδάτου στην Ολ. Λιάτσου, «Ανοχύρωτη πολιτεία» τα πανεπιστήμια, Ελευθεροτυπία, 2-12-2008, http://archive.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=02.12.2008,id=49948500

[32] Πρβλ. άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος

[33] Ν. Κ. Αλιβιζάτος, Άσυλο: Δεν Αρκούν οι Λεκτικές Καταδίκες, Η Καθημερινή, 22-2-2009, http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_100108_22/02/2009_304517

 

Τελευταία Νέα

Θέματα Εξετάσεων
14:51
12/12/19
Στην παρούσα θα βρείτε τις σημειώσεις Γενικού Μέρους Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου των συναδέλφων κ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
14:51
12/12/19
Στην παρούσα θα βρείτε τις σημειώσεις Γενικού Μέρους Ουσιαστικού Ποινικού Δικαίου των συναδέλφων κ...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
17:56
11/12/19
Ψηφίσθηκε στη Βουλή το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Υγείας με τίτλο «Κατεπείγουσες ρυθμίσεις...
Ανακοινώσεις Δικαστηρίων
15:20
11/12/19
Συνημμένο θα βρείτε στην παρούσα τον κατάλογο των συμμετεχόντων στις προσεχείς εξετάσεις. 
Εκδηλώσεις
12:17
09/12/19
Στην παρούσα ανακοίνωση θα βρείτε συνημμένο το πρόγραμμα του συνεδρίου, το οποίο θα πραγματοποιηθεί...
Ανακοινώσεις ΔΣΑ
19:32
05/12/19
Ενημερώνουμε τους συναδέλφους ότι προωθήθηκε σήμερα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης νομοθετική ρύθμιση...
Θέματα Εξετάσεων
19:38
04/12/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
19:38
04/12/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Θέματα Εξετάσεων
18:43
03/12/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...
Ανακοινώσεις ΕΑΝΔΑ
18:43
03/12/19
Ένωση Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών               ...